Με αφορμή την 24η Απριλίου, ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, ο Θεοφάνης Μαλκίδης παρενέβη στο Ράδιο Max, δίνοντας μια φορτισμένη αλλά και βαθιά ιστορική τοποθέτηση για το έγκλημα των Νεοτούρκων και των κεμαλικών κατά των Αρμενίων, τη συνέχεια της τουρκικής άρνησης, αλλά και την ανάγκη να υπάρξει στην Ελλάδα εθνικό μνημείο για τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής.
Ο κ. Μαλκίδης ξεκίνησε την παρέμβασή του μέσα στο αναστάσιμο κλίμα των ημερών, σημειώνοντας όμως ότι η Ανάσταση κρατιέται «με πολύ κόπο», καθώς ο κόσμος παραμένει σημαδεμένος από βία, θάνατο και σταυρώσεις λαών. Με αυτή τη γέφυρα πέρασε στο ιστορικό τραύμα των Αρμενίων, τονίζοντας ότι η 24η Απριλίου του 1915 δεν είναι απλώς μια ημερομηνία στο ημερολόγιο, αλλά η κορύφωση μιας γενοκτονικής πολιτικής που είχε ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Η 24η Απριλίου 1915 θεωρείται η συμβολική έναρξη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, καθώς τότε συνελήφθησαν στην Κωνσταντινούπολη εκατοντάδες Αρμένιοι διανοούμενοι, πολιτικοί, κληρικοί και πρόσωπα της πνευματικής ηγεσίας, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για τις μαζικές εκτοπίσεις, τις πορείες θανάτου και τις σφαγές. Το Κέντρο Μελετών Ολοκαυτώματος και Γενοκτονίας του Πανεπιστημίου της Μινεσότα αναφέρει ότι η γενοκτονία άρχισε ανεπίσημα με τη σύλληψη περίπου 250 Αρμενίων διανοουμένων στις 24 Απριλίου 1915.
Ο κ. Μαλκίδης υπογράμμισε ότι το έγκλημα δεν περιορίστηκε σε μια ημέρα. Συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκληρώθηκε με τρόπο που, όπως είπε, συνδέεται και με την καταστροφή του ελληνισμού στη Μικρά Ασία. Σύμφωνα με το Μουσείο-Ινστιτούτο της Γενοκτονίας των Αρμενίων στο Ερεβάν, η εξόντωση των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στις γύρω περιοχές την περίοδο 1915-1923 αποτέλεσε τη Γενοκτονία των Αρμενίων, η οποία οργανώθηκε από τους Νεότουρκους και ολοκληρώθηκε από το κεμαλικό καθεστώς.
Στην παρέμβασή του, ο Θ. Μαλκίδης έκανε λόγο για 1,5 εκατομμύριο Αρμένιους νεκρούς και για ανυπολόγιστο αριθμό προσφύγων σε όλο τον κόσμο. Τόνισε ότι η Γενοκτονία των Αρμενίων υπήρξε το πρώτο μεγάλο μαζικό έγκλημα του 20ού αιώνα και ότι η ατιμωρησία του άνοιξε τον δρόμο για νέες γενοκτονίες και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η μνήμη, όπως είπε, δεν είναι τελετουργικό καθήκον, αλλά όρος επιβίωσης απέναντι στην επανάληψη του εγκλήματος.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν απέναντι στην τουρκική άρνηση. Όπως υποστήριξε, η Τουρκία δεν περιορίζεται στο να αρνείται τη Γενοκτονία· προσπαθεί να αντιστρέψει την ιστορία, να μετατρέψει τους θύτες σε θύματα και να εξαγάγει την προπαγάνδα της διεθνώς. Μίλησε για «καθεστώς» που όχι μόνο διέπραξε εγκλήματα, αλλά συνεχίζει να τα αρνείται, ενώ επιχείρησε να συνδέσει την αρμενική εμπειρία με την ελληνική, το Θρακικό, το Ποντιακό, τη Μικρά Ασία και την Κύπρο.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε στον Χραντ Ντινκ, τον Τουρκοαρμένιο δημοσιογράφο και εκδότη της εφημερίδας Agos, ο οποίος δολοφονήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 19 Ιανουαρίου 2007. Ο Ντινκ είχε μιλήσει δημόσια για τη Γενοκτονία των Αρμενίων, για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για τη συμφιλίωση Τούρκων και Αρμενίων, ενώ η δολοφονία του προκάλεσε διεθνή κατακραυγή.
Ο Μαλκίδης στάθηκε και στην υπόθεση της Σαμπιχά Γκιοκτσέν, θετής κόρης του Μουσταφά Κεμάλ και πρώτης γυναίκας πιλότου της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι η αποκάλυψη για την αρμενική της καταγωγή αποτέλεσε ένα από τα σημεία που ενόχλησαν βαθιά το τουρκικό εθνικιστικό αφήγημα. Για τον ίδιο, η περίπτωση αυτή δείχνει πώς η προπαγάνδα επιχειρεί να ξαναγράψει ακόμη και τις πιο προσωπικές ιστορίες των παιδιών που χάθηκαν, αρπάχθηκαν ή εξισλαμίστηκαν μέσα στη δίνη της Γενοκτονίας.
Ο κ. Μαλκίδης επικαλέστηκε τον αείμνηστο Νεοκλή Σαρρή, λέγοντας ότι η Τουρκία «δεν έχει ιστορία, αλλά ποινικό μητρώο», καθώς και τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη, ο οποίος συνέδεε την επίλυση του Θρακικού, του Αρμενικού, του Ποντιακού και του Κυπριακού με την επίλυση του «τουρκικού προβλήματος». Η θέση του ήταν καθαρή: χωρίς αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας από την Τουρκία, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ειρήνη.
Το πιο πολιτικό σημείο της παρέμβασής του ήταν η έκκληση για ένα μέτωπο αλήθειας, δικαιοσύνης, μνήμης και ιστορίας. Ο Μαλκίδης κάλεσε δημοκράτες και πατριώτες, Έλληνες, Αρμένιους και όλους όσοι δεν υπηρετούν την τουρκική προπαγάνδα, να σταθούν απέναντι στην άρνηση και στην παραχάραξη. Όπως είπε, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να προχωρήσει με «λευκές σελίδες» στα μεγάλα εγκλήματα του παρελθόντος.
Ξεχωριστή ήταν και η αναφορά του στο παράδειγμα της Αρμενίας. Ο ίδιος σημείωσε ότι έχει επισκεφθεί πολλές φορές τη χώρα και το μνημείο της Γενοκτονίας στο Ερεβάν, το οποίο λειτουργεί όχι μόνο ως χώρος πένθους, αλλά και ως υπόμνηση αγώνα. Το 2015, στην εκατονταετηρίδα της Γενοκτονίας, η Αρμενική Αποστολική Εκκλησία αγιοκατέταξε συλλογικά τα θύματα της Γενοκτονίας, μια πράξη που χαρακτηρίστηκε ιστορική και συμβολική για το αρμενικό έθνος.
Με βάση αυτό το παράδειγμα, ο Μαλκίδης ζήτησε από την ελληνική πολιτεία να προχωρήσει επιτέλους στη δημιουργία εθνικού μνημείου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων, όπου οι ξένοι ηγέτες και οι επίσημες αντιπροσωπείες θα καταθέτουν στεφάνι, όπως συμβαίνει στην Αρμενία. Παράλληλα, πρότεινε και μια αντίστοιχη πράξη από την Εκκλησία της Ελλάδος: την αγιοκατάταξη των θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Θράκης, του Πόντου και της Ιωνίας.
Η παρέμβασή του έκλεισε με μήνυμα ελπίδας και αγώνα. «Η νίκη της ζωής επί του θανάτου, της Ανάστασης επί της Σταύρωσης, της μνήμης απέναντι στην προπαγάνδα θα είναι ορατή και θα τη ζήσουμε κι εμείς», είπε, δίνοντας στην 24η Απριλίου όχι μόνο τον χαρακτήρα ημέρας μνήμης, αλλά και ημέρας ευθύνης.
Το συμπέρασμα της παρέμβασης ήταν σαφές: η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Είναι ζήτημα αλήθειας, δικαιοσύνης και διεθνούς πολιτισμού. Και για τον ελληνισμό, αποτελεί υπενθύμιση ότι η μνήμη των δικών του θυμάτων δεν μπορεί να παραμένει διάσπαρτη, άτυπη ή περιφερειακή. Χρειάζεται θεσμική τιμή, εθνικό μνημείο και σταθερό αγώνα απέναντι στην άρνηση.