Σφοδρή κριτική στην κινηματογραφική μεταφορά της «Οδύσσειας» από τον Κρίστοφερ Νόλαν άσκησε ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής, μιλώντας στη «Ναυτεμπορική». Χωρίς να αμφισβητεί τη σκηνοθετική αξία και τις τεχνικές ικανότητες του δημιουργού του «Oppenheimer», έθεσε το κρίσιμο ζήτημα: κατά πόσο η χολιγουντιανή υπερπαραγωγή αποδίδει την ελληνική ψυχή του ομηρικού έπους ή χρησιμοποιεί τον Οδυσσέα ως όχημα για τις σύγχρονες ιδεολογικές και εμπορικές επιταγές της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Η ταινία του Νόλαν, με προϋπολογισμό περίπου 250 εκατομμυρίων δολαρίων και γυρισμένη εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX, αποτελεί μία από τις ακριβότερες παραγωγές της εποχής. Στο καστ συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, ο Ματ Ντέιμον, η Αν Χάθαγουεϊ, ο Τομ Χόλαντ και η Λουπίτα Νιόνγκο, η επιλογή της οποίας για τον ρόλο της Ωραίας Ελένης προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Η ταινία πραγματοποίησε παγκόσμιο άνοιγμα 264 εκατομμυρίων δολαρίων, επιβεβαιώνοντας την τεράστια εμπορική της δυναμική.
«Η Ελλάδα και τα θέματά της ήταν πάντα παγκόσμια – Εμείς το ξεχάσαμε»
Ο Γιάννης Σμαραγδής ξεκίνησε την τοποθέτησή του υπογραμμίζοντας ότι η διαρκής επιστροφή του παγκόσμιου κινηματογράφου στην ελληνική ιστορία και μυθολογία δεν αποτελεί σύμπτωση.
«Η Ελλάδα και τα θέματά της ήταν πάντα παγκόσμια και ελκυστικά. Εμείς οι Έλληνες το ξεχάσαμε», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι τα ελληνικά πρόσωπα και οι ελληνικές ιδέες εξακολουθούν να κινούν το ενδιαφέρον των μεγαλύτερων κινηματογραφικών παραγωγών.
Αναφερόμενος στην τεράστια οικονομική απόσταση που χωρίζει το Χόλιγουντ από τον ελληνικό κινηματογράφο, έκανε μία χαρακτηριστική σύγκριση. Η «Οδύσσεια» κόστισε περίπου 250 εκατομμύρια δολάρια, ενώ ο δικός του «Καποδίστριας» δημιουργήθηκε με περίπου 5 εκατομμύρια ευρώ.
«Τα πέντε εκατομμύρια για την ταινία του Νόλαν είναι οι καφέδες του συνεργείου. Με τους καφέδες του συνεργείου κάναμε τον “Καποδίστρια”», είπε χαρακτηριστικά.
Παρά το περιορισμένο κόστος και την απουσία του διαφημιστικού μηχανισμού του Χόλιγουντ, όπως υποστήριξε, ο «Καποδίστριας» κατάφερε να βρεθεί στη δέκατη θέση των εισπράξεων στις Ηνωμένες Πολιτείες, όταν προβλήθηκε σε περίπου 600 κινηματογράφους.
Για τον Σμαραγδή, αυτή η ανταπόκριση αποδεικνύει ότι το κοινό δεν αναζητά αποκλειστικά το εντυπωσιακό θέαμα, αλλά έργα που προκαλούν «βαθύτερους κραδασμούς».
«Το βασικό εργαλείο του κινηματογράφου είναι η συγκίνηση. Είναι μάθηση ψυχής. Ανοίγει η ψυχή και αναγνωρίζει τον εαυτό της», επισήμανε.
«Ο Νόλαν παίζει όλα τα παιχνίδια»
Το πλέον αιχμηρό τμήμα της παρέμβασής του αφορούσε τις επιλογές προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός του Χόλιγουντ.
Ο σκηνοθέτης υποστήριξε ότι σήμερα κυριαρχούν συγκεκριμένες «μόδες» γύρω από τη λεγόμενη συμπερίληψη και τη ΛΟΑΤΚΙ ατζέντα. Κατά την εκτίμησή του, οι μεγάλες παραγωγές ενσωματώνουν τέτοια στοιχεία όχι πάντοτε για καθαρά καλλιτεχνικούς λόγους, αλλά για να μην αποκλείονται από τα μεγάλα βραβεία και από τη συνολική υποστήριξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας.
Συνέδεσε σε αυτό το πλαίσιο την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο ως Ωραίας Ελένης, θεωρώντας ότι ο Νόλαν γνώριζε πως η απόφασή του θα προκαλούσε σάλο και την αξιοποίησε επικοινωνιακά.
«Το έβγαλε προς τα έξω για να σκανδαλίσει. Ήταν σίγουρος ότι θα σκανδαλίσει», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, ο Νόλαν δεν είναι μόνο σκηνοθέτης αλλά και παραγωγός. Επομένως, εκτός από την καλλιτεχνική διάσταση, είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται και για την οικονομική απόδοση ενός έργου τεράστιου κόστους. Σύμφωνα με τον Σμαραγδή, για να θεωρηθεί πραγματικά επιτυχημένη μία τέτοια παραγωγή πρέπει να επιστρέψει πολλαπλάσια του αρχικού προϋπολογισμού της.
«Εάν αυτή η ταινία δεν γινόταν εμπορική επιτυχία, θα μπορούσε να εξαφανιστεί ο Νόλαν. Άρα παίζει όλα τα παιχνίδια», υπογράμμισε.
«Αυτό που βλέπω δεν είναι Ελλάδα»
Ο Γιάννης Σμαραγδής διευκρίνισε ότι δεν είχε παρακολουθήσει ολόκληρη την ταινία, καθώς, όταν προετοιμάζει τη δική του επόμενη παραγωγή, αποφεύγει να βλέπει άλλα κινηματογραφικά έργα. Η κρίση του, επομένως, περιορίστηκε στις εικόνες, στα αποσπάσματα και στο υλικό που είχε δημοσιοποιήσει η ίδια η παραγωγή.
Αυτό που είδε, όμως, όπως είπε, δεν του θύμισε Ελλάδα.
«Αυτό που βλέπω εγώ, που βγάζουν οι ίδιοι, δεν είναι Ελλάδα. Είναι βόρειο πράγμα», ανέφερε, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην επιλογή της Ισλανδίας για σκηνές που παραπέμπουν στην Ιθάκη.
«Δεν μυρίζει Ελλάδα. Άρα και ο ήρωας δεν θυμίζει, δεν μυρίζει Ελλάδα».
Δεν παρέλειψε να χαρακτηρίσει τον Κρίστοφερ Νόλαν «πάρα πολύ καλό» και «σπουδαίο σκηνοθέτη της εποχής μας». Αναγνώρισε ότι η ταινία μπορεί να παρουσιάζει σημαντικό εικαστικό και δραματουργικό ενδιαφέρον, αλλά διαχώρισε απολύτως την τεχνική κατασκευή από την ουσία του ομηρικού έργου.
«Άλλο το ότι η ταινία ως κατασκευή μπορεί να έχει μία αξία και άλλο αν ανταποκρίνεται στην ουσία του θέματος που πήρε να βάλει σε κίνηση», τόνισε.
«Ο Οδυσσέας δεν είναι απλώς μυθολογικό πρόσωπο – Είναι η ψυχή των Ελλήνων»
Στην καρδιά της τοποθέτησης του Γιάννη Σμαραγδή βρέθηκε ο ίδιος ο Οδυσσέας. Για τον Έλληνα σκηνοθέτη, δεν πρόκειται για έναν ήρωα που μπορεί να αποκοπεί από τον πολιτισμό, τη γη και την κοσμοαντίληψη που τον γέννησαν.
«Τα αρχετυπικά πρόσωπα και οι πολιτισμοί που καθόρισαν ολόκληρους πολιτισμούς δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται συμπληρωματικά. Ο Οδυσσέας δεν είναι ένα μυθολογικό πρόσωπο. Είναι η ψυχή των Ελλήνων. Εμείς είμαστε απόγονοι αυτής της ψυχής», τόνισε.
Ο Οδυσσέας, όπως εξήγησε, είναι ο πολυμήχανος Έλληνας που δοκιμάζεται, αγωνίζεται, αναζητά λύσεις και επιμένει μέχρι να επιστρέψει στην Ιθάκη του. Εάν αυτή η βαθύτερη ουσία απουσιάζει, τότε το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική «Οδύσσεια».
«Εάν δεν μπορείς να το αναδείξεις αυτό, κάνεις άλλα πράγματα έξω από την “Οδύσσεια”», είπε.
Και πρόσθεσε πως, εάν η παραγωγή δεν αποτυπώνει την ψυχή του Οδυσσέα, τότε πρόκειται απλώς για «μία ταινία του Νόλαν με αφορμή ένα πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας».
Ο κίνδυνος για τις επόμενες γενιές
Ο Σμαραγδής προειδοποίησε και για την τεράστια δύναμη της κινούμενης εικόνας. Μία παγκόσμια χολιγουντιανή επιτυχία δεν προσφέρει απλώς μία διαφορετική καλλιτεχνική ερμηνεία. Έχει τη δύναμη να αντικαταστήσει μέσα στη συλλογική συνείδηση την αυθεντική εικόνα ενός ιστορικού ή μυθολογικού προσώπου.
«Οι γενιές των ανθρώπων που θα δουν την ταινία θα θεωρούν ότι έτσι είναι ο Οδυσσέας», επισήμανε.
Εκεί ακριβώς εντοπίζεται, σύμφωνα με τον ίδιο, η διπλή όψη της τεράστιας επιτυχίας της ταινίας: από τη μία επαναφέρει την «Οδύσσεια» στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, από την άλλη όμως κινδυνεύει να επιβάλει μία εικόνα ξένη προς την ελληνική ουσία του έπους.
«Αν εγκαταλείψουμε τις ελληνικές αξίες, κινδυνεύουμε να γίνουμε μηχανές»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην αντίδραση του Έλον Μασκ, ο οποίος είχε κατηγορήσει τον Νόλαν ότι προσβάλλει τους Έλληνες. Ο Σμαραγδής υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη στην Ελλάδα, παρότι προήλθε από έναν άνθρωπο ο οποίος, όπως είπε, «δεν βλέπει απλώς το μέλλον, αλλά το καθορίζει».
Κατά την ερμηνεία του, ο Μασκ αντιλαμβάνεται ότι, εάν η ανθρωπότητα εγκαταλείψει τις ελληνικές αξίες που έχουν στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν απρόσωπο μηχανισμό.
«Για να μη χαθεί η ανθρωπότητα, για να μη χαθεί το ανθρώπινο είδος, πρέπει να κρατήσουμε σε ιερή περιοχή τον ελληνικό πολιτισμό», είπε.
Παρέπεμψε, μάλιστα, στην «Οδύσσεια του Διαστήματος» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, την οποία παρουσίασε ως ένα έργο για τη σύγκρουση του ανθρώπου με τη μηχανή. Ο άνθρωπος, εξήγησε, κατορθώνει τελικά να μη διαλυθεί μέσα στον μηχανικό κόσμο επειδή διατηρεί μέσα του ισχυρές αξίες και οδηγείται στην αναγέννηση.
Μετά τον Καποδίστρια, ο Κολοκοτρώνης
Κλείνοντας, ο Γιάννης Σμαραγδής αναφέρθηκε στην επόμενη μεγάλη κινηματογραφική του επιδίωξη: μία ταινία για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Παρουσίασε τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Γέρο του Μοριά ως τις δύο μεγάλες και συμπληρωματικές μορφές που στερέωσαν τη νεότερη Ελλάδα. Ο Καποδίστριας ήταν ο στοχαστής που σχεδίασε το μέλλον της χώρας, ενώ ο Κολοκοτρώνης ήταν ο μεγάλος αγωνιστής που πέρασε μέσα από το σκοτάδι, αναγνώρισε την αγαθή πλευρά της ψυχής του και έφτασε να υπηρετήσει ιδανικά ανώτερα από τον ίδιο.
Για την έναρξη των γυρισμάτων περιορίστηκε να απαντήσει «όταν θέλει ο Θεός», ενώ αρνήθηκε να αποκαλύψει το όνομα του ηθοποιού που θα ενσαρκώσει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.