Σε μια νέα, καθοριστική φάση έχει εισέλθει η διαδικασία επίλυσης του Κουρδικού στην Τουρκία, περισσότερο από έναν χρόνο μετά την απόφαση του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν να τερματίσει τον ένοπλο αγώνα και να διαλύσει την οργανωτική δομή του.
Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σύμφωνα με εκτενή ανάλυση της Σεράπ Γκιουνές στο The Amargi, με τίτλο «H εξήγηση του νόμου ειρήνης της Τουρκίας», το στρατιωτικό σκέλος της σύγκρουσης έχει σε σημαντικό βαθμό υποχωρήσει. Αυτό που παραμένει ανοιχτό είναι το πολιτικό και νομικό πεδίο, καθώς η προσοχή έχει μεταφερθεί στον λεγόμενο «νόμο-πλαίσιο» που θα πρέπει να ρυθμίσει τον αφοπλισμό, την επαλήθευσή του, την επανένταξη πρώην μελών του PKK και τη μετάβαση από την ένοπλη σύγκρουση στην πολιτική διαδικασία.
Η ανάγκη ψήφισης νομοθεσίας αναγνωρίζεται πλέον από την τουρκική κυβέρνηση, το φιλοκουρδικό κόμμα DEM, τον έγκλειστο ιδρυτή του PKK Αμπντουλάχ Οτσαλάν και την πρώην ηγεσία της οργάνωσης. Η πραγματική σύγκρουση, επομένως, δεν αφορά το αν χρειάζεται νόμος, αλλά το περιεχόμενο, το εύρος και τους δικαιούχους του.
Γιατί χρειάζεται ειδικός νόμος
Το προτεινόμενο νομοθετικό πλαίσιο θα αντικαταστήσει την προσωρινή και κατεξοχήν αστυνομική διαχείριση του ζητήματος με συγκεκριμένους κανόνες για όσους εγκαταλείψουν οριστικά την ένοπλη δράση.
Η κουρδική πλευρά υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της ισχύουσας αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, και ιδιαίτερα των διατάξεων περί «έμπρακτης μεταμέλειας», δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας συμφωνημένης πολιτικής διευθέτησης. Οι σχετικές διατάξεις προβλέπουν μειωμένη ποινική μεταχείριση για μέλη οργανώσεων τα οποία συνεργάζονται με τις Αρχές και παρέχουν πληροφορίες.
Για το PKK, όμως, μια τέτοια διαδικασία παραπέμπει σε ατομική αποστασία και παράδοση, όχι σε συλλογικό τερματισμό μιας σύγκρουσης έπειτα από πολιτική συμφωνία. Η οργάνωση θεωρεί ότι η απαίτηση δήλωσης μεταμέλειας θα ήταν ταπεινωτική για τα μέλη της και θα παρουσίαζε τη διαδικασία ως συνθηκολόγηση των Κούρδων απέναντι στο τουρκικό κράτος.
Η Άγκυρα, αντίθετα, εξετάζει τη διατήρηση μιας τροποποιημένης μορφής αυτών των διατάξεων, ώστε να αξιολογείται ξεχωριστά κάθε πρώην μέλος και να αποκλειστούν όσοι θεωρείται ότι συμμετείχαν σε σοβαρές εγκληματικές ή τρομοκρατικές ενέργειες.
Γιατί καθυστερεί η νομοθεσία
Μετά την ανακοίνωση διάλυσης του PKK, η τουρκική Εθνοσυνέλευση συγκρότησε ειδική επιτροπή για την προετοιμασία του νομοθετικού εδάφους. Στις εργασίες της συμφώνησαν να συμμετάσχουν όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, με εξαίρεση το εθνικιστικό İYİ Parti.
Παρά την ασυνήθιστα ευρεία κοινοβουλευτική συναίνεση, ο νόμος δεν κατατέθηκε στο χρονοδιάγραμμα που είχε αρχικά διαμορφωθεί.
Η τουρκική κυβέρνηση επιμένει ότι πριν ενεργοποιηθούν οι βασικές διατάξεις πρέπει να επαληθευτεί από τις αρμόδιες κρατικές και υπηρεσιακές δομές ο πλήρης αφοπλισμός του PKK. Με άλλα λόγια, η Άγκυρα θέλει πρώτα αποδείξεις στο πεδίο και κατόπιν νομοθετικές κινήσεις.
Το DEM υποστηρίζει το αντίθετο: ότι χωρίς νόμο και συγκεκριμένες εγγυήσεις δεν είναι δυνατόν να ολοκληρωθεί η διαδικασία, καθώς τα πρώην μέλη της οργάνωσης δεν γνωρίζουν ποια νομική μεταχείριση θα αντιμετωπίσουν. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι οι συνεχείς καθυστερήσεις εξαντλούν τη δυναμική που δημιούργησε η διάλυση του PKK και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών.
Ποιοι θα καλύπτονται
Το σημαντικότερο σημείο διαφωνίας αφορά τους δικαιούχους του νόμου.
Η τουρκική κυβέρνηση προσανατολίζεται σε ένα περιορισμένο πλαίσιο επανένταξης για τα απλά μέλη και τους μαχητές που δεν έχουν εμπλακεί σε άλλες αξιόποινες πράξεις. Η ανώτερη ηγεσία του PKK αναμένεται να εξαιρεθεί, ενώ η Άγκυρα αποκλείει το ενδεχόμενο γενικής αμνηστίας.
Το PKK απορρίπτει τον διαχωρισμό μεταξύ ηγετικών στελεχών και απλών μελών. Υποστηρίζει ότι, εάν η διαδικασία αφορά τη συλλογική διάλυση της οργάνωσης, το νομικό πλαίσιο πρέπει να καλύπτει ολόκληρη τη δομή της.
Το ζήτημα αυτό δεν είναι τεχνικό. Αγγίζει την καρδιά της διαπραγμάτευσης. Η Άγκυρα επιδιώκει την ατομική επανένταξη επιλεγμένων μελών, χωρίς να δώσει την εντύπωση ότι διαπραγματεύεται πολιτικά με το PKK. Η κουρδική πλευρά, αντίθετα, ζητεί να αναγνωριστεί ότι η εγκατάλειψη των όπλων αποτελεί συλλογική πολιτική απόφαση και όχι άθροισμα μεμονωμένων παραδόσεων.
Το μεγάλο «αγκάθι» του Οτσαλάν
Ακόμη δυσκολότερο είναι το ζήτημα του Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος κρατείται από το 1999 και εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης στο Ιμραλί.
Η τουρκική κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει πρόταση που να μεταβάλλει το νομικό ή σωφρονιστικό καθεστώς του. Το PKK, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζει ότι μια μόνιμη διευθέτηση θα πρέπει τελικά να οδηγήσει στην αποφυλάκισή του.
Το Amargi επιχειρεί να παρουσιάσει μια εμφανή μετατόπιση στον πολιτικό ρόλο του Οτσαλάν: από ηγέτη μιας ένοπλης οργάνωσης σε βασικό σχεδιαστή και εγγυητή της πολιτικής διαδικασίας. Το δημοσίευμα σημειώνει ότι ο ίδιος αποφεύγει να εμπλακεί στη λεπτομερή διαπραγμάτευση για το ποιοι θα αμνηστευθούν ή ποιοι θα εξαιρεθούν, προβάλλοντας ευρύτερες έννοιες, όπως η ισότητα ενώπιον του νόμου, η δημοκρατική συνύπαρξη και η ανάγκη μονιμότερων θεσμικών εγγυήσεων.
Πρόκειται, βέβαια, για την οπτική του κουρδικού κινήματος και του Amargi. Για το τουρκικό κράτος, το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το PKK ως τρομοκρατική οργάνωση, δεν υπάρχει έως τώρα καμία επίσημη ένδειξη ότι ο Οτσαλάν θα αναγνωριστεί ως ισότιμος πολιτικός συνομιλητής ή ότι θα τεθεί ζήτημα απελευθέρωσής του.
Η επιμονή του PKK στον ρόλο του δεν αφορά μόνο την προσωπική του τύχη. Αφορά και τη διατήρηση ενός αναγνωρίσιμου διαύλου επικοινωνίας, ο οποίος θα μπορούσε να εξασφαλίσει συνέχεια στη διαδικασία ακόμη και σε περίπτωση κυβερνητικής αλλαγής ή νέας πολιτικής κρίσης.
Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την «ειρήνη»
Πίσω από τις νομικές διαφωνίες κρύβονται δύο εντελώς διαφορετικές στρατηγικές.
Η κυβέρνηση Ερντογάν αντιμετωπίζει τον νόμο ως εργαλείο ολοκλήρωσης του αφοπλισμού. Το ενδιαφέρον της επικεντρώνεται στην επαλήθευση της διάλυσης, στην επιστροφή επιλεγμένων μελών στην κοινωνία και στην αποτροπή ανασυγκρότησης της οργάνωσης.
Η κουρδική πλευρά ζητεί πολύ περισσότερα: συνταγματικές και νομικές εγγυήσεις, ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης, ισότιμη ιδιότητα του πολίτη και διεύρυνση των πολιτικών και γλωσσικών δικαιωμάτων. Απορρίπτει, επομένως, μια διευθέτηση που θα περιοριστεί στην παράδοση των όπλων.
Το Amargi επισημαίνει ακόμη ότι η κουρδική πλευρά εμφανίζει μεγαλύτερη στρατηγική συνοχή. Ο Οτσαλάν, το DEM και η πρώην ηγεσία του PKK συμφωνούν ότι ο ένοπλος αγώνας έχει τελειώσει και ότι η επόμενη φάση πρέπει να περάσει στο Κοινοβούλιο, στους νόμους και στους πολιτικούς θεσμούς.
Στην Άγκυρα, αντίθετα, υπάρχουν διαφορετικές προτεραιότητες. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρουσιάζει τη διάλυση του PKK ως επιτυχία της στρατηγικής για μια «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία», αποφεύγοντας να επενδύσει όλο το πολιτικό του κεφάλαιο στη διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να κρατήσει αποστάσεις εάν το εγχείρημα αποτύχει, αλλά και να διεκδικήσει την επιτυχία εάν ολοκληρωθεί.
Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί, παρά το εθνικιστικό του παρελθόν, εμφανίζεται ως ο συνεπέστερος υποστηρικτής της νομοθετικής επιτάχυνσης, παρουσιάζοντας τη διευθέτηση του Κουρδικού ως ζήτημα επιβίωσης του τουρκικού κράτους σε ένα περιβάλλον μεγάλης περιφερειακής αστάθειας.
Η τελική μάχη θα δοθεί στην Εθνοσυνέλευση
Το βασικό συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ότι το μέλλον της διαδικασίας δεν κρίνεται πλέον στα βουνά του νοτιοανατολικού τμήματος της Τουρκίας ή του βορείου Ιράκ, αλλά μέσα στην τουρκική Εθνοσυνέλευση.
Το PKK θεωρεί ότι έχει προχωρήσει στη δική του μη αναστρέψιμη κίνηση, ανακοινώνοντας το τέλος της ένοπλης δράσης και τη διάλυση της οργανωτικής του δομής. Εκείνο που μένει να φανεί είναι εάν το τουρκικό κράτος θα προχωρήσει στη δική του μη αναστρέψιμη δέσμευση, αντικαθιστώντας το έκτακτο αντιτρομοκρατικό καθεστώς με ένα μόνιμο νομικό πλαίσιο.
Νεότερες πληροφορίες από την Τουρκία, μία ημέρα μετά τη δημοσίευση της ανάλυσης του Amargi, αναφέρουν ότι έχει διαμορφωθεί προκαταρκτική συμφωνία για την κατάθεση της πρότασης και ότι επιδιώκεται η ψήφισή της έως τα μέσα Αυγούστου. Ωστόσο, μέχρι να παρουσιαστεί το πραγματικό κείμενο, οι κρίσιμες διαφωνίες για την ηγεσία του PKK, τον Οτσαλάν και το πολιτικό αντάλλαγμα του αφοπλισμού παραμένουν ανοιχτές.