Οι σκηνές από τις βίαιες διαδηλώσεις στη Γαλλία είναι βγαλμένες από τη δυστοπική ταινία «Athena» του Ρομέν Γαβρά (2022), στην οποία δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς αν οι ταραξίες είναι ακροδεξιοί, ακροαριστεροί ή μετανάστες. Ειρηνικές κινητοποιήσεις για το κόστος ζωής, την υποβάθμιση των σχολείων και την κατάρρευση των δημοσίων υπηρεσιών εξελίχθηκαν, ελέω μαυροφορεμένων μειοψηφιών, σε μία πρωτόγνωρη έκρηξη βίας, ακόμη και για την εθισμένη στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας Γαλλία: πυρπολήσεις δημοσίων κτιρίων και αστυνομικών οχημάτων, οδοφράγματα, λεηλασίες ακριβών μπουτίκ, συγκρούσεις με αστυνομικούς και συλλήψεις οδήγησαν σε κατά τόπους απαγόρευση της κυκλοφορίας. Η αδυναμία του υπουργού Εσωτερικών Λοράν Νουνιές να χειριστεί την κατάσταση έγινε αντικείμενο σκληρής κριτικής, με αποτέλεσμα να υποβάλει την παραίτησή του, η οποία δεν έγινε δεκτή. Χθες επρόκειτο να αναπτυχθεί στους δρόμους ο στρατός για να συνδράμει τις αστυνομικές δυνάμεις.
Αυτόπτης μάρτυς
«Στεκόμουν στον δρόμο κι έβλεπα εφήβους να εισβάλλουν και να λεηλατούν το σούπερ μάρκετ απέναντι από το σπίτι μας. Ενα παιδί με κατηγόρησε ότι είμαι αστυνομικός – ήμουν ο μόνος λευκός μεσήλικος εκεί. Εκανα μια βόλτα το επόμενο πρωί. Καταστήματα και αυτοκίνητα βανδαλισμένα. Το μαγαζί που πουλάει ιαπωνικά manga στη γειτονιά μας καταστράφηκε και λεηλατήθηκε. Ο ιδιοκτήτης λέει ότι κλείνει οριστικά μετά 30 χρόνια λειτουργίας, καθώς όλο το εμπόρευμά του –συμπεριλαμβανομένων σπάνιων βιβλίων– έχει κάνει φτερά». Ετσι περιγράφει στην «Κ» τα βίαια επεισόδια ο Γαλλοβρετανός δημοσιογράφος των Financial Times Σάιμον Κούπερ, που ζει μόνιμα στο Παρίσι κι έχει γράψει το βιβλίο «Ανυπόφορη πόλη: Το Παρίσι στον 21ο αιώνα» (Impossible City: Paris in the Twenty-First Century, εκδ. Profile, 2024).
Απότοκο, σε μεγάλο βαθμό, του σκανδάλου εις βάρος του Φρανσουά Φιγιόν, του συντηρητικού πολιτικού που εθεωρείτο έως τότε φαβορί για την προεδρία, για εικονική απασχόληση συγγενών του, ήταν η εγκατάσταση του άφθαρτου Εμανουέλ Μακρόν στο Ελιζέ πριν από σχεδόν μία δεκαετία. Οι υποσχέσεις του πως θα μεταρρυθμίσει την οικονομία και θα συσπειρώσει τον γαλλικό λαό διαψεύστηκαν. Το κόστος δανεισμού σημείωσε ρεκόρ 24ετίας και η απόδοση του 10ετούς ομολόγου άγγιξε το 5% αυτήν την εβδομάδα. Η κοινωνία είναι πιο πολωμένη από ποτέ, με την ακροδεξιά ηγέτιδα της Εθνικής Συσπείρωσης Μαρίν Λεπέν και τον επικεφαλής της Ανυπότακτης Γαλλίας Ζαν-Λικ Μελανσόν να συγκροτούν τους δύο αντιδιαμετρικούς πόλους που πιθανότατα θα μονομαχήσουν στον β΄ γύρο των προεδρικών εκλογών την άνοιξη του 2027.
Αναλυτές της Le Monde θεωρούν ότι η 17η Οκτωβρίου σήμανε το τέλος του μακρονισμού, καθώς ο Γάλλος πρόεδρος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τα όρια της πολιτικής του και την απονομιμοποίησή του. «Από το 2017, η γαλλική κυβέρνηση δεν έχει ανταποκριθεί σε κανένα αίτημα της κοινωνίας, έχει παρακάμψει τα πολιτικά κόμματα και τα συνδικάτα, έχει αδιαφορήσει για τις διαδηλώσεις (οι οποίες κατεστάλησαν βίαια), έχει αγνοήσει τα ψηφίσματα που απευθύνονται στην Εθνοσυνέλευση και υπογράφονται από εκατομμύρια ανθρώπους και δεν έχει σεβαστεί καν τα αποτελέσματα των εκλογών (Ιούνιος – Ιούλιος 2024), όλα στο όνομα της υποτιθέμενης “δημοκρατίας”», αναφέρει στην «Κ» ο Γιοάν Σαπουτό, καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. «Δεν έχω ξαναδεί αυτή τη χώρα τόσο έντονα ριζοσπαστικοποιημένη και τόσο απρόθυμη για συμβιβασμούς», αναφέρει ο δημοσιογράφος Σάιμον Κούπερ, ο οποίος πήρε τη γαλλική υπηκοότητα ύστερα από δύο και πλέον δεκαετίες διαμονής στη χώρα.
Ποιος κερδίζει από αυτήν την πόλωση; Ο Μελανσόν ή η Λεπέν; Η τελευταία δημοσκόπηση της Ifop-Fiducial δίνει στη Λεπέν 36%-38% στον πρώτο γύρο, μία αύξηση δύο ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα. Στον β΄ γύρο εμφανίζεται να επικρατεί σε όλα τα πιθανά σενάρια. «Ο Μελανσόν θα συσπειρώσει λίγο περισσότερο τους δικούς του. Η Λεπέν όμως θα κερδίσει πολύ περισσότερο γιατί, από κόμμα της άκρας Δεξιάς, θα γίνει το κόμμα της τάξης. Ο στρατηγός Ντε Γκωλ το 1968 επανασυστήθηκε όχι ως πολιτικός ή ιδεολογικός φορέας. Ηταν μια προσωπικότητα που δεν είχε καθολική αποδοχή. Μετά το μπάχαλο του Μάη, όμως, παρουσιάστηκε ως το κόμμα της τάξης», τονίζει στην «Κ» ο Παναγής Παναγιωτόπουλος.
«Το παράδειγμα των εκλογών του Ιουνίου 1968 δείχνει, δυστυχώς, ότι η δεξιά παράταξη μπορεί να επωφεληθεί από εικόνες βίας και χάους. Από αυτήν την άποψη, η ανάπτυξη των δυνάμεων επιβολής του νόμου (εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών, οι οποίοι ξυλοκοπήθηκαν βίαια, και όχι εναντίον των ταραξιών και αυτών που λεηλατούσαν, οι οποίοι ήταν ελεύθεροι να κινούνται) εγείρει σοβαρά ερωτήματα: αυτή η δεξιά κυβέρνηση γνωρίζει ότι μια νίκη της Ακροδεξιάς θα διατηρήσει τις οικονομικές, κοινωνικές και δημοσιονομικές πολιτικές της. Το γεγονός παραμένει ότι όλα τα θέματα που έθεσαν οι διαδηλωτές έχουν από καιρό υιοθετηθεί από την “Ανυπότακτη Γαλλία”, η οποία γίνεται δεκτή με ανοιχτές αγκάλες από τα εκατομμύρια ανθρώπων που διαδηλώνουν», εκτιμά ο Σαπουτό. «Η άκρα Αριστερά εδώ είναι ακραία και αφελής, ενώ ο ηγέτης της –που μοιάζει με αρχηγό αίρεσης– Ζαν-Λικ Μελανσόν τάσσεται, όπως και η άκρα Δεξιά, σε γενικές γραμμές υπέρ του Πούτιν», λέει από την πλευρά του ο Σάιμον Κούπερ.
Η άκρα Αριστερά εδώ είναι ακραία και αφελής, ενώ ο ηγέτης της –που μοιάζει με αρχηγό αίρεσης– Ζαν-Λικ Μελανσόν είναι, όπως και η άκρα Δεξιά, σε γενικές γραμμές υπέρ του Πούτιν. -Σάιμον Κούπερ, δημοσιογράφος των Financial Times
Οι Αρχές επιχείρησαν να διεισδύσουν στις διαδικτυακές συνομιλίες των νέων διαδηλωτών, χαρίζοντας στο κίνημα το κυρίαρχο σύνθημά του: «Bismillah, c’est les ténèbres» («Στο όνομα του Θεού, είναι το σκοτάδι»). Είναι μια αυθαίρετη, ακατανόητη φράση που απηχεί την προσπάθεια των αστυνομικών να χρησιμοποιήσουν τη νεανική αργκό για να μάθουν τους μυστικούς κώδικες όσων κατεβαίνουν στις κινητοποιήσεις. Οι νέοι επανοικειοποιήθηκαν το σλόγκαν, το οποίο δεσπόζει τις τελευταίες ημέρες στα πανό. Δεν δείχνει, δηλαδή, μόνο το χάσμα μεταξύ του κράτους και των νέων, αλλά και την αδυναμία επικοινωνίας των δύο πλευρών.
Το χαμένο Κέντρο
Σίγουρα οι εξελίξεις δεν ευνοούν ούτε τον κεντροδεξιό υποψήφιο Εντουάρ Φιλίπ ούτε τον κεντροαριστερό Ραφαέλ Γκλουκσμάν. «Είναι πολύ προεδρικός, είναι μια στάση που του ταιριάζει. Αλλά δεν λέει κάτι. Τι μέτρα προτείνει; Γιατί δεν λέει ότι πρέπει να κηρυχθεί κατάσταση εκτάκτου ανάγκης;» αναρωτιόταν για τον Φιλίπ σε πρόσφατο ρεπορτάζ του Politico υπουργός του Μακρόν, που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Απών από τις κινητοποιήσεις αλλά και τη δημόσια συζήτηση, ο σοσιαλδημοκράτης υποψήφιος Ραφαέλ Γκλουκσμάν υπεραμύνθηκε της σκληρής γραμμής στην αντιμετώπιση των επεισοδίων, υποδεικνύοντας όμως την κυβέρνηση ως βασική υπεύθυνη. Του πήρε σχεδόν 48 ώρες για να τοποθετηθεί και η παρέμβασή του ήταν μια άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην αποδοκιμασία των λεηλασιών και στην ανάγκη να υπάρξει ανταπόκριση στα αιτήματα των διαδηλωτών.
Η επιρροή του κινήματος Ανυπότακτη Γαλλία –το οποίο δικαιολογεί τη σωματική βία ως απάντηση στην «κοινωνική βία»– αποτελεί πιθανότατα την κινητήριο δύναμη πίσω από τις ταραχές. -Ναταλί Σεγκόν, αρθρογράφος στη Le Monde
Στην ερώτηση κατά πόσον τα επεισόδια στη Γαλλία και οι διαδηλώσεις στην Αλβανία, στην Ιταλία και αλλού έχουν κοινά στοιχεία και δικαιολογούν δημοσιογραφικούς τίτλους όπως «Η Ευρώπη στους δρόμους», ο Παναγής Παναγιωτόπουλος γελάει καταλήγοντας: «Χαίρομαι πάρα πολύ που η ελληνική δημοσιογραφία επιτέλους βάζει την Αλβανία εντός της Ευρώπης», σχολιάζει. «Υπάρχει πράγματι αγωνία για το μέλλον τώρα: η τεχνητή νοημοσύνη απειλεί τα επαγγέλματα. Τρελές αντιφάσεις στον κόσμο προκαλούν τον φόβο. Καμένα μυαλά από το Ιντερνετ, υπάρχουν παντού καινούργια πράγματα, από τη μία φτώχεια, από την άλλη χλιδή, στην ίδια ζωή, στο ίδιο δεκαπενθήμερο. Τις υπηρεσίες πολυτελείας τις απολαμβάνουν και φτωχοί, όχι συνέχεια, μόνο κάποιες στιγμές. Για παράδειγμα, ένα παιδί φτωχό έχει βρει κάποιον τρόπο να πάει ένα ταξίδι, μένει σε Airbnb, μπαίνει σε αεροπλάνο και κάνει ένα βήμα. Οι εικόνες στο Instagram είναι σαν να ζει σε πεντάστερο. Το ζει αυτό, θα βγάλει και βίντεο και μετά θα γυρίσει στη φτώχεια, στη μιζέρια».
«Πρόκειται για μια κρίση που αφορά τη νεότερη γενιά· εκείνους που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 2010, οι οποίοι βίωσαν τα περιοριστικά μέτρα κατά τη διάρκεια της πανδημίας και τώρα ανησυχούν για την κλιματική αλλαγή (μετά ένα καλοκαίρι ακραίας ζέστης και ξηρασίας), την εμφάνιση της τεχνητής νοημοσύνης (που τους δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με το ποια ακαδημαϊκή πορεία να ακολουθήσουν) και την άνοδο της άκρας Δεξιάς, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε νίκη της Μαρίν Λεπέν αυτή την άνοιξη. Η επιρροή του κινήματος Ανυπότακτη Γαλλία –το οποίο δικαιολογεί τη σωματική βία ως απάντηση στην “κοινωνική βία”– αποτελεί πιθανότατα την κινητήριο δύναμη πίσω από τις ταραχές», αναφέρει στην «Κ» η Ναταλί Σεγκόν, αρθρογράφος στη Le Monde.
kathimerini.gr