Η στρατηγική συνεργασία μεταξύ Κίνας και Πακιστάν περιγράφεται εδώ και δεκαετίες από τις κυβερνήσεις των δύο χωρών ως μια «φιλία παντός καιρού». Για πολλά χρόνια, η σχέση αυτή βασίστηκε στη στρατιωτική συνεργασία, στις οικονομικές επενδύσεις και στα κοινά γεωπολιτικά συμφέροντα. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι η συνεργασία αυτή έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας παραδοσιακής συμμαχίας. Σύμφωνα με ολοένα και περισσότερες διεθνείς έρευνες, εξελίσσεται σε μια αλληλοενισχυόμενη αρχιτεκτονική ασφάλειας, όπου το αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης του Πεκίνου συνδέεται στενά με τους μηχανισμούς καταστολής του πακιστανικού κράτους.
Στον πυρήνα αυτής της εξέλιξης βρίσκεται ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν (China-Pakistan Economic Corridor – CPEC), η εμβληματική επένδυση του Πεκίνου, ύψους περίπου 65 δισ. δολαρίων, στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (Belt and Road Initiative). Αν και παρουσιάστηκε ως ένα μεγάλο αναπτυξιακό πρόγραμμα υποδομών, ο CPEC ενίσχυσε ταυτόχρονα τη συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, συνδέοντας τις κινεζικές στρατηγικές επενδύσεις με τις εσωτερικές προτεραιότητες ασφαλείας του Πακιστάν.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με αναλυτές, είναι μια σύγκλιση που εκτείνεται από τις αντιτρομοκρατικές επιχειρήσεις έως τα συστήματα ψηφιακής παρακολούθησης, τη λογοκρισία, τη μεταχείριση εθνοτικών μειονοτήτων και ακόμη και την καταστολή επικριτών που βρίσκονται εκτός των συνόρων των δύο χωρών.
Η Κίνα πρωταγωνιστεί στη διακρατική καταστολή
Η ευρύτερη διεθνής εικόνα καταδεικνύει γιατί η συγκεκριμένη συνεργασία προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία.
Διεθνείς εκθέσεις καταγράφουν 854 επιβεβαιωμένα περιστατικά διακρατικής καταστολής (transnational repression) παγκοσμίως την περίοδο 2014-2022. Από αυτά, τα 253 αποδίδονται στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, γεγονός που καθιστά το Πεκίνο τον σημαντικότερο παγκόσμιο φορέα διασυνοριακής καταστολής.
Στα περιστατικά αυτά περιλαμβάνονται φυσικές επιθέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, απελάσεις, απόπειρες απαγωγής και άλλες μορφές εξαναγκασμού εναντίον αντιφρονούντων, ακτιβιστών και μελών μειονοτικών κοινοτήτων που ζουν στο εξωτερικό.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η πραγματική έκταση του φαινομένου είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη, καθώς οι διαθέσιμες καταγραφές δεν περιλαμβάνουν την ψηφιακή παρενόχληση, τις απειλές προς συγγενείς που βρίσκονται στην Κίνα ή αποτυχημένες προσπάθειες εξαναγκασμού.
Η διεθνής αυτή εκστρατεία συνδέεται πλέον όλο και περισσότερο με τις πολιτικές ασφαλείας του Πακιστάν.
Ο CPEC άλλαξε περισσότερα από την οικονομία
Όταν ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επισκέφθηκε το Ισλαμαμπάντ το 2015 για την επίσημη έναρξη του CPEC, η συμφωνία παρουσιάστηκε ως ένα έργο που θα μεταμόρφωνε τις υποδομές του Πακιστάν μέσω αυτοκινητοδρόμων, λιμανιών, σιδηροδρόμων και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Στην πραγματικότητα, όμως, αναδιαμόρφωσε και τη συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας.
Καθώς δισεκατομμύρια δολάρια κινεζικών επενδύσεων κατευθύνονταν κυρίως σε ευαίσθητες περιοχές όπως το Βαλουχιστάν, η προστασία αυτών των έργων μετατράπηκε σε κοινή στρατηγική προτεραιότητα.
Οι ανησυχίες για την ασφάλεια των Κινέζων εργαζομένων και των επενδύσεων οδήγησαν σε ακόμη στενότερη συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών ασφαλείας των δύο χωρών.
Στις κοινές ανακοινώσεις τους επαναλαμβάνεται διαρκώς η «μηδενική ανοχή στην τρομοκρατία», ο σεβασμός της κρατικής κυριαρχίας και η αντίθεση στην «πολιτικοποίηση» της αντιτρομοκρατικής δράσης.
Επικριτές υποστηρίζουν ότι οι συγκεκριμένες διατυπώσεις χρησιμοποιούνται πλέον ως πολιτικό άλλοθι για την καταστολή κάθε μορφής διαφωνίας.
Οι Ουιγούροι στο επίκεντρο
Το χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα αυτής της σύγκλισης αφορά τη μεταχείριση των Ουιγούρων μουσουλμάνων.
Η συνεργασία του Ισλαμαμπάντ με το Πεκίνο στο συγκεκριμένο ζήτημα ξεκίνησε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Το 1997 το Πακιστάν απέλασε δεκατέσσερις Ουιγούρους φοιτητές μετά από κινεζικές κατηγορίες περί αυτονομιστικής δράσης.
Σταδιακά, οι μεμονωμένες απελάσεις εξελίχθηκαν σε οργανωμένη συνεργασία ασφαλείας.
Έρευνα του Uyghur Human Rights Project και της Oxus Society κατέγραψε τουλάχιστον 21 επιβεβαιωμένες περιπτώσεις σύλληψης ή απέλασης Ουιγούρων μέσω Πακιστάν και Αφγανιστάν, ενώ εκτιμάται ότι τα πραγματικά περιστατικά ενδέχεται να φθάνουν ακόμη και τα 90.
Όσοι επέστρεφαν στην Κίνα συχνά εξαφανίζονταν σε κέντρα κράτησης που έχουν συνδεθεί με βασανιστήρια, πολύχρονες φυλακίσεις και αναγκαστικό διαχωρισμό οικογενειών.
Μετά την εντολή του Σι Τζινπίνγκ το 2014 να «απλωθούν δίχτυα από τη γη μέχρι τον ουρανό», η κινεζική επιτήρηση των Ουιγούρων στο εξωτερικό εντάθηκε σημαντικά, με το Πακιστάν να ενσωματώνεται σε αυτό το δίκτυο.
Το Βαλουχιστάν και η λογική της ασφάλειας
Η ίδια λογική εφαρμόζεται πλέον και στο εσωτερικό του Πακιστάν.
Οι κινεζικές επενδύσεις στο Βαλουχιστάν έχουν μετατρέψει τις τοπικές κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας τόσο για το Πεκίνο όσο και για το Ισλαμαμπάντ.
Η αντίθεση στα έργα του CPEC, στις απαλλοτριώσεις γης και στην εκμετάλλευση των φυσικών πόρων αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και όχι ως πολιτική διαμαρτυρία.
Διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατέγραψαν δεκάδες συλλήψεις, αυθαίρετες κρατήσεις και εξαναγκαστικές εξαφανίσεις ακτιβιστών του Βαλουχιστάν μεταξύ Ιανουαρίου 2024 και Μαρτίου 2025.
Τον Ιούλιο του 2024, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, δυνάμεις της Frontier Corps άνοιξαν πυρ εναντίον λεωφορείων που μετέφεραν συμμετέχοντες στην Εθνική Συγκέντρωση των Βαλούχων στην Γκουαντάρ, τραυματίζοντας τουλάχιστον 14 πολίτες.
Πίεση και στο Κίνημα Προστασίας των Παστούν
Παρόμοια μεταχείριση έχει δεχθεί και το Κίνημα Προστασίας των Παστούν (PTM), το οποίο διεκδικεί λογοδοσία για στρατιωτικές επιχειρήσεις και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Freedom House κατέγραψε συλλήψεις συμμετεχόντων σε συγκεντρώσεις του κινήματος, ενώ ο ηγέτης του PTM, Αλί Ουαζίρ, κατηγορήθηκε για στάση, παρότι ήταν εκλεγμένος βουλευτής.
Παράλληλα, δικηγόροι, δημοσιογράφοι και ακτιβιστές που επέκριναν τις εξαναγκαστικές εξαφανίσεις βρέθηκαν αντιμέτωποι με ποινικές διώξεις.
Η κινεζική επιρροή στην ψηφιακή επιτήρηση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επέκταση της ψηφιακής επιτήρησης.
Ο νόμος PECA, που αρχικά είχε θεσπιστεί για την αντιμετώπιση του ηλεκτρονικού εγκλήματος, μετατράπηκε σταδιακά σε βασικό εργαλείο ελέγχου του δημόσιου λόγου.
Οι τροποποιήσεις του Ιανουαρίου 2025 επέκτειναν σημαντικά τις εξουσίες του κράτους, ποινικοποιώντας αόριστα ορισμένες μορφές διαδικτυακού περιεχομένου και προβλέποντας ποινές φυλάκισης έως και τριών ετών.
Παράλληλα, η κινεζική Huawei εγκατέστησε τα συστήματα «Safe City» στο Ισλαμαμπάντ, τη Λαχόρη και την Πεσαβάρ, δημιουργώντας εκτεταμένα δίκτυα καμερών και κεντρικών κέντρων ελέγχου, τα οποία θυμίζουν τις υποδομές επιτήρησης που εφαρμόζονται στο Σιντζιάνγκ.
Η καταστολή ξεπερνά τα σύνορα
Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν πλέον και διεθνή διάσταση.
Πακιστανικά δικαστήρια καταδίκασαν ερήμην δημοσιογράφους και σχολιαστές που βρίσκονται στο εξωτερικό, επιβάλλοντας ακόμη και ποινές ισόβιας κάθειρξης για την υποτιθέμενη εμπλοκή τους σε κινητοποιήσεις μετά τη σύλληψη του πρώην πρωθυπουργού Ιμράν Χαν.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι πρακτικές αυτές θυμίζουν έντονα τη μεθοδολογία της Κίνας απέναντι στους επικριτές της στο εξωτερικό, μέσω διώξεων, πιέσεων προς συγγενείς και περιορισμών μετακίνησης.
Μια νέα αρχιτεκτονική καταστολής
Η σχέση Κίνας και Πακιστάν δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως στρατηγική συμμαχία.
Το Πακιστάν διέθετε ήδη μηχανισμούς λογοκρισίας και αυταρχικής διακυβέρνησης.
Η Κίνα, όμως, προσέφερε επιπλέον δυνατότητες: τεχνολογίες επιτήρησης, οικονομική ισχύ, διπλωματική κάλυψη και μια αφήγηση που βασίζεται στην αντιτρομοκρατία και την κρατική κυριαρχία.
Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τους συντάκτες της μελέτης, είναι μια ολοένα στενότερη σύγκλιση που ενισχύει τους μηχανισμούς καταστολής και περιορίζει διαρκώς τα περιθώρια λογοδοσίας, διαφάνειας και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Παρά τις ανησυχίες που εκφράζονται από διεθνείς οργανισμούς και επιτροπές του αμερικανικού Κογκρέσου, η διεθνής αντίδραση παραμένει περιορισμένη, καθώς γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα εξακολουθούν να υπερισχύουν των ζητημάτων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Για ολοένα και περισσότερους δημοσιογράφους, ακτιβιστές, πολιτικούς αντιφρονούντες και μέλη μειονοτήτων, η περίφημη «φιλία παντός καιρού» μεταξύ Πεκίνου και Ισλαμαμπάντ δεν αποτελεί πλέον απλώς έναν διπλωματικό χαρακτηρισμό, αλλά ένα ολοκληρωμένο σύστημα συντονισμένης καταστολής, το οποίο εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα των δύο χωρών.