breaking newsΔιεθνή

Μουντζουρούλιας: Η Τουρκία επιστρέφει από την πίσω πόρτα στα δυτικά εξοπλιστικά

Σε μια περίοδο όπου η Τουρκία επιχειρεί να αναβαθμίσει συνολικά τον ρόλο της στο δυτικό στρατόπεδο, η εκπομπή Direct News με τον Ανδρέα Μουντζουρούλια ανέδειξε μια εξέλιξη που προκαλεί έντονο προβληματισμό στην Αθήνα: την πρόθεση της κυβέρνησης Τραμπ να προχωρήσει στην πώληση αμερικανικών κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN.

Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στην εκπομπή, η είδηση δεν περιορίζεται πλέον σε διαρροές ή παρασκηνιακές πληροφορίες, αλλά αναπαράγεται τόσο από τουρκικά όσο και από αμερικανικά μέσα, με το Reuters να έχει κεντρικό ρόλο στις σχετικές αποκαλύψεις. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το State Department δεν διέψευσε τις πληροφορίες, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η διαδικασία έχει μπει σε τροχιά υλοποίησης.

Η υπόθεση αφορά κινητήρες της General Electric, οι οποίοι προορίζονται για το εγχώριο τουρκικό μαχητικό KAAN, ένα πρόγραμμα που η Άγκυρα παρουσιάζει ως σύμβολο της αμυντικής της αυτονομίας. Μέχρι πρόσφατα, η εκτίμηση ήταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα έδιναν τέτοιου είδους τεχνολογική ώθηση στην Τουρκία, λόγω των εκκρεμοτήτων με τους S-400, του αποκλεισμού από το πρόγραμμα των F-35 και των αντιδράσεων στο Κογκρέσο.

Ωστόσο, η νέα κινητικότητα δείχνει ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει να κρατήσει ανοιχτό τον δίαυλο με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λίγες ημέρες πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Όπως τονίστηκε στην εκπομπή, η συνάντηση Τραμπ–Ερντογάν δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τυπική διπλωματική επαφή. Αντιθέτως, ενδέχεται να έχει άμεσες επιπτώσεις στα ελληνοτουρκικά, στην Κύπρο, στη Συρία, στη Λιβύη και συνολικά στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Άγκυρα εμφανίζεται αποφασισμένη να αξιοποιήσει τη συγκυρία. Από τη μία πλευρά προβάλλει τον ρόλο της στη Γάζα, στις διαπραγματεύσεις για ομήρους και στην επικοινωνία με τη Χαμάς. Από την άλλη επιχειρεί να εμφανιστεί ως αναντικατάστατος σύμμαχος του ΝΑΤΟ, διεκδικώντας ανταλλάγματα: αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ, επαναφορά σε δυτικά εξοπλιστικά προγράμματα και συμμετοχή στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική.

Το ζήτημα προκαλεί ανησυχία στην Αθήνα, καθώς μια πιθανή αμερικανική αναβάθμιση της Τουρκίας θα της έδινε μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όπως σημειώθηκε στην εκπομπή, η Τουρκία μπορεί να μεταθέτει χρονικά ορισμένες κινήσεις, όπως τη «Γαλάζια Πατρίδα», όμως δεν εγκαταλείπει τον στρατηγικό της σχεδιασμό. Αντίθετα, κινείται μεθοδικά, χτίζοντας σχέσεις, πιέζοντας σε πολλά μέτωπα και ζητώντας ανταλλάγματα από τη Δύση.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στις αντιδράσεις που έχουν ήδη εκδηλωθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, υψηλόβαθμο μέλος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να παρακάμψει το Κογκρέσο για πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού προς την Τουρκία αξίας άνω των 700 εκατ. δολαρίων. Σύμφωνα με όσα μεταφέρθηκαν στην εκπομπή, δεν δόθηκε επαρκής αιτιολόγηση, ούτε υπήρξε ουσιαστική ενημέρωση προς το Κογκρέσο.

Το σημείο αυτό θεωρείται κρίσιμο, καθώς για να παρακαμφθεί το Κογκρέσο σε τέτοιου είδους διαδικασία απαιτείται επίκληση έκτακτης ανάγκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως υποστηρίζουν Αμερικανοί βουλευτές, δεν υφίσταται τέτοια συνθήκη. Αυτό δημιουργεί ένα πιθανό νομικό και πολιτικό εμπόδιο, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε μπλοκάρισμα της πώλησης.

Πίσω από την υπόθεση των κινητήρων, όμως, βρίσκεται ένα ακόμη μεγαλύτερο ερώτημα: αν η συζήτηση αυτή αποτελεί πρόκριμα για επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Στην εκπομπή επισημάνθηκε ότι η Άγκυρα δεν ενδιαφέρεται απλώς για μερικούς κινητήρες, αλλά για συνολική αποκατάσταση της αμυντικής της σχέσης με τις ΗΠΑ. Και αυτό θα άλλαζε δραματικά τις ισορροπίες, ιδίως αν η Τουρκία αποκτούσε στο μέλλον μεγάλο αριθμό F-35.

Παράλληλα, αναφέρθηκε ότι υπάρχει έντονο παρασκήνιο γύρω από τους S-400. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρουσιάστηκαν, εξετάζονται σενάρια απομάκρυνσης των ρωσικών συστημάτων από την Τουρκία ή μεταφοράς τους σε αμερικανική βάση εντός τουρκικού εδάφους. Η πρόσφατη επίσκεψη Φιντάν στη Ρωσία παρουσιάστηκε ως στοιχείο που ίσως συνδέεται με αυτό το παρασκήνιο.

Η εκπομπή δεν έμεινε μόνο στα εξοπλιστικά. Αναφέρθηκε και στον ρόλο της Ελλάδας, του Μαρόκου και της Αλβανίας στη διεθνή δύναμη σταθεροποίησης στη Γάζα, καθώς και στο Συμβούλιο Ειρήνης του Τραμπ για τη Γάζα, το οποίο, σύμφωνα με ισραηλινές πληροφορίες, ενδέχεται να συνεδριάσει στην Κύπρο. Τονίστηκε ότι Ελλάδα και Κύπρος βρίσκονται σε θέση παρατηρητή, ενώ η Τουρκία εμφανίζεται ως μέλος, στοιχείο που δημιουργεί πρόσθετο διπλωματικό προβληματισμό.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις ισραηλινές ανησυχίες για την Τουρκία. Σύμφωνα με την εκπομπή, Ισραηλινοί αναλυτές βλέπουν την Άγκυρα ως απειλή, όχι μόνο λόγω της σχέσης της με τη Χαμάς, αλλά και λόγω της αμυντικής της βιομηχανίας, της δράσης της στη Συρία, στη Λιβύη και της προσπάθειάς της να αποκτήσει ρόλο ρυθμιστή στη μεταπολεμική Μέση Ανατολή.

Η Λιβύη αποτέλεσε ακόμη ένα κρίσιμο μέτωπο. Η ταυτόχρονη παρουσία επικεφαλής μυστικών υπηρεσιών Τουρκίας και Ιταλίας στην Τρίπολη παρουσιάστηκε ως ένδειξη ότι η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί παθητικά. Η Τουρκία, η Ιταλία, η Αίγυπτος και πλέον το Πακιστάν εμφανίζονται να κινούνται έντονα στο λιβυκό πεδίο, την ώρα που η Ελλάδα προσπαθεί να επαναπροσεγγίσει και τις δύο πλευές.

Αναφορά έγινε και στο ζήτημα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, με την επισήμανση ότι η Άγκυρα επιχειρεί να το συνδέσει με απαιτήσεις για τη Θράκη. Στην εκπομπή αυτό παρουσιάστηκε ως κλασική τουρκική παγίδα: η Τουρκία ανοίγει ένα θέμα που εμφανίζεται ως κίνηση καλής θέλησης, αλλά το μετατρέπει σε εργαλείο πίεσης για εσωτερικά ελληνικά ζητήματα.

Το κεντρικό συμπέρασμα της εκπομπής είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί άμεσα, συντονισμένα και αποφασιστικά. Η Αθήνα δεν μπορεί να αρκεστεί στην παρακολούθηση των εξελίξεων. Χρειάζεται διπλωματική κινητοποίηση στην Ουάσιγκτον, αξιοποίηση του ελληνικού και ελληνοαμερικανικού λόμπι, στενότερη συνεργασία με το Ισραήλ και ξεκάθαρη θέση απέναντι σε κάθε ενδεχόμενο αναβάθμισης της Τουρκίας με τρόπο που θα διατάρασσε την ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο.

Όπως τονίστηκε, το καλοκαίρι αναμένεται θερμό διπλωματικά. Η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, οι κινήσεις Τραμπ προς Ερντογάν, οι αντιδράσεις του Κογκρέσου, οι ισραηλινές επιφυλάξεις και η τουρκική επιθετική διπλωματία συνθέτουν ένα σκηνικό υψηλού κινδύνου. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα οφείλει να είναι έτοιμη σε όλα τα επίπεδα: διπλωματικά, αμυντικά, ενεργειακά και επικοινωνιακά.

Back to top button