Για όλα τα ενδεχόμενα στην Ανατολική Μεσόγειο, ακόμη και για σενάρια κρίσης, κλιμάκωσης και ένοπλης σύγκρουσης, δηλώνει ότι προετοιμάζεται η Τουρκία, σύμφωνα με επίσημη απάντηση του τουρκικού υπουργείου Εθνικής Άμυνας προς τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Το έγγραφο, το οποίο αποκάλυψε το Nordic Monitor, φέρει ημερομηνία 10 Αυγούστου 2026 και την υπογραφή του Τούρκου υπουργού Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ. Αποτελεί απάντηση σε γραπτή κοινοβουλευτική ερώτηση του βουλευτή Γκαζιαντέπ Χασάν Οζτούρκμεν, ο οποίος είχε ζητήσει ενημέρωση για τις στρατιωτικές εξελίξεις στην περιοχή.
Η σημασία του εγγράφου δεν βρίσκεται μόνο στην ανοικτή αναφορά στο ενδεχόμενο πολέμου. Η Άγκυρα συνδέει ευθέως τον στρατιωτικό σχεδιασμό της με τις εξελίξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ και την προστασία του κατοχικού καθεστώτος στην Κύπρο.
Το υπουργείο δεν υποστηρίζει ότι ένας πόλεμος είναι επικείμενος ούτε κατονομάζει συγκεκριμένο αντίπαλο. Επιβεβαιώνει, ωστόσο, ότι το σενάριο ένοπλης σύγκρουσης περιλαμβάνεται στα ενδεχόμενα για τα οποία πραγματοποιείται επιχειρησιακή προετοιμασία.
«Μέτρα» για κρίσεις, εντάσεις και πόλεμο
Το πλέον χαρακτηριστικό σημείο βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο της απάντησης, όπου το τουρκικό υπουργείο αναφέρεται στα διαφορετικά επίπεδα στρατιωτικής κλιμάκωσης που εξετάζει.
Σύμφωνα με το έγγραφο, διεξάγονται οι αναγκαίες εργασίες και λαμβάνονται μέτρα απέναντι σε κάθε εξέλιξη που θα μπορούσε να προκύψει στο πεδίο, συμπεριλαμβανομένων «κρίσεων, εντάσεων και πολέμου».
Παράλληλα, το υπουργείο δηλώνει ότι παρακολουθεί σε διαρκή βάση την ασφάλεια της Τουρκίας και της ευρύτερης περιοχής.
Η διατύπωση αυτή δείχνει ότι ο τουρκικός αμυντικός μηχανισμός δεν περιορίζεται σε σχέδια διαχείρισης μιας διπλωματικής κρίσης ή μιας περιόδου αυξημένης έντασης. Επεξεργάζεται και σενάρια στα οποία η κατάσταση μπορεί να περάσει στο επίπεδο της στρατιωτικής αναμέτρησης.
Η εκπόνηση σχεδίων για πολλαπλά ενδεχόμενα αποτελεί συνήθη πρακτική των υπουργείων Άμυνας. Η δημόσια καταγραφή, όμως, του πολεμικού σεναρίου σε κοινοβουλευτικό έγγραφο αποκτά ειδικό βάρος λόγω της ταυτόχρονης αναφοράς στην Ελλάδα, στο Ισραήλ και στην Κύπρο.
Στο μικροσκόπιο οι ελληνικοί εξοπλισμοί
Στην απάντησή του το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας καθιστά σαφές ότι παρακολουθεί συστηματικά τις ελληνικές στρατιωτικές κινήσεις και τα εξοπλιστικά προγράμματα.
Οι δραστηριότητες στρατιωτικής συνεργασίας και ενίσχυσης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως και οι σχετικές δηλώσεις της Αθήνας, παρακολουθούνται, σύμφωνα με το έγγραφο, «με ευαισθησία».
Η Άγκυρα προσθέτει ότι, όταν κρίνεται απαραίτητο, επιδεικνύει εγκαίρως τις απαιτούμενες αντιδράσεις.
Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν εξηγεί τη μορφή που θα μπορούσαν να λάβουν αυτές οι αντιδράσεις. Μπορεί να αφορά διπλωματικές παρεμβάσεις, στρατιωτικές ανακοινώσεις, ασκήσεις, ανάπτυξη δυνάμεων ή επιτάχυνση τουρκικών εξοπλιστικών προγραμμάτων.
Αποκαλύπτει, όμως, ότι η ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος αντιμετωπίζεται από την τουρκική πλευρά ως παράγοντας που επηρεάζει άμεσα τον δικό της επιχειρησιακό σχεδιασμό.
Η συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ ανησυχεί την Άγκυρα
Ξεχωριστό τμήμα της τουρκικής απάντησης είναι αφιερωμένο στη στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ, την οποία το υπουργείο αναγνωρίζει ότι έχει αποκτήσει αυξανόμενη δυναμική.
Η συνεργασία αναπτύσσεται στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, της στρατιωτικής εκπαίδευσης, των κοινών ασκήσεων και της τεχνολογίας.
Επισήμως, η Τουρκία δηλώνει ότι θεωρεί φυσιολογική τη συνεργασία δύο κρατών, εφόσον αυτή κινείται εντός του διεθνούς δικαίου, είναι συμβατή με τις σχέσεις καλής γειτονίας και τις αρχές των συμμαχιών και δεν στρέφεται εναντίον τρίτων χωρών.
Η προσθήκη αυτών των προϋποθέσεων, ωστόσο, λειτουργεί και ως έμμεση προειδοποίηση. Αμέσως μετά, το υπουργείο ξεκαθαρίζει ότι οι ελληνοϊσραηλινές στρατιωτικές δραστηριότητες παρακολουθούνται στενά.
Η Άγκυρα φαίνεται να αντιμετωπίζει πλέον τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ όχι ως μια απλή συνεργασία εκπαίδευσης ή προμήθειας οπλικών συστημάτων, αλλά ως τμήμα μιας ευρύτερης περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Οι κοινές ασκήσεις, η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, η συνεργασία στην αεράμυνα, στα μη επανδρωμένα συστήματα και στη στρατιωτική εκπαίδευση δημιουργούν ένα πλέγμα δυνατοτήτων το οποίο επηρεάζει τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Κύπρος στον ευρύτερο τουρκικό σχεδιασμό
Το έγγραφο έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο, καθώς η τουρκική κυβέρνηση συνδέει την ελληνοϊσραηλινή στρατιωτική προσέγγιση με την πολιτική της στα κατεχόμενα.
Το τουρκικό υπουργείο υποστηρίζει ότι η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας και Ισραήλ δεν έχει προκαλέσει καμία αλλαγή ούτε στις σχέσεις της Άγκυρας με το ψευδοκράτος ούτε στην τουρκική προσέγγιση για την «ασφάλεια του νησιού».
Δηλώνει, μάλιστα, αποφασισμένο να προστατεύσει «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες» τα δικαιώματα, την ασφάλεια και τα συμφέροντα της Τουρκίας και της αποκαλούμενης «ΤΔΒΚ».
Η συγκεκριμένη αναφορά επιβεβαιώνει ότι η Άγκυρα θεωρεί τη στρατιωτική παρουσία της στα κατεχόμενα αναπόσπαστο μέρος της συνολικής αποτρεπτικής και επιχειρησιακής της διάταξης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Κύπρος δεν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένο πολιτικό ζήτημα, αλλά ως γεωγραφικό και στρατιωτικό σημείο που συνδέεται με τις ισορροπίες μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Ισραήλ.
Το μήνυμα του εγγράφου
Η απάντηση του Γιασάρ Γκιουλέρ δεν αποτελεί απόδειξη ότι η Τουρκία έχει αποφασίσει να οδηγηθεί σε στρατιωτική σύγκρουση. Αποτελεί, όμως, επίσημη επιβεβαίωση ότι η πιθανότητα πολέμου περιλαμβάνεται στον αμυντικό σχεδιασμό της.
Παράλληλα, το έγγραφο αποκαλύπτει ποιους παράγοντες παρακολουθεί η Άγκυρα κατά τη διαμόρφωση αυτού του σχεδιασμού: τους ελληνικούς εξοπλισμούς, τη στρατιωτική δραστηριότητα στο Αιγαίο, τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, την εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας–Ισραήλ και την ασφάλεια των κατεχομένων.
Η τουρκική πλευρά επιχειρεί να εμφανίσει τη στάση της ως αμυντική και προληπτική. Ταυτόχρονα, όμως, χρησιμοποιεί διατυπώσεις που υπενθυμίζουν ότι αντιμετωπίζει ολόκληρη την περιοχή ως ενιαίο επιχειρησιακό πεδίο.
Για την Αθήνα, τη Λευκωσία και την Ιερουσαλήμ, το μήνυμα είναι σαφές: η Τουρκία καταγράφει, αξιολογεί και εντάσσει στον σχεδιασμό της κάθε νέο βήμα της τριμερούς και διμερούς στρατιωτικής συνεργασίας.
Και στον σχεδιασμό αυτό, όπως παραδέχεται πλέον επισήμως η ίδια η Άγκυρα, δεν περιλαμβάνονται μόνο οι περίοδοι ειρήνης και έντασης, αλλά και το ενδεχόμενο πολέμου.
