breaking newsΕλλάδα

Η Τουρκία πέρα από περιφερειακή δύναμη – Η επιδίωξη ενός παγκόσμιου γεωπολιτικού ρόλου

Η τουρκική εξωτερική πολιτική της εποχής του Recep Tayyip Erdoğan ερμηνεύεται συχνά ως προσπάθεια ανάδειξης της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη. Ωστόσο, αυτή η ερμηνεία φαίνεται να είναι πλέον ανεπαρκής.

Γράφει ο Ευστάθιος Κοκκορόγιαννης, Συνταγματάρχης (ΠΒ) εα – Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Η Άγκυρα δεν επιδιώκει απλώς να καταστεί η κυρίαρχη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή ή στον Καύκασο. Ούτε φαίνεται να θεωρεί ως τελικό στόχο την αναβάθμισή της σε ένα ισχυρό, αλλά τελικά εξαρτώμενο, μέλος του ΝΑΤΟ ή σε ένα μελλοντικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αντίθετα, η σταδιακή διαμόρφωση της τουρκικής στρατηγικής δείχνει μια πολύ πιο φιλόδοξη επιδίωξη: την ανάδειξη της Τουρκίας σε αυτόνομο παγκόσμιο γεωπολιτικό παράγοντα, ικανό να συνομιλεί ισότιμα με τις μεγάλες δυνάμεις, διαμορφώνοντας και όχι απλώς ακολουθώντας τη διεθνή τάξη.

Η βασική έννοια που επιτρέπει να κατανοηθεί αυτή η μεταβολή είναι η στρατηγική αυτονομία. Η τουρκική εξωτερική πολιτική μετακινήθηκε από την αρχική λογική της διασύνδεσης και του διαμεσολαβητικού ρόλου προς μια πολιτική αυτονομίας, παρεμβατισμού και μεγαλύτερης αποστασιοποίησης από την αμερικανοκεντρική τάξη.

Χαρακτηριστικά, η Τουρκία άρχισε να επιδιώκει ταυτόχρονα σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες μη δυτικές δυνάμεις, χωρίς όμως να εγκαταλείπει το ΝΑΤΟ. Η αγορά, δε, των ρωσικών S-400 από την Τουρκία προκάλεσε σοβαρή κρίση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την οδήγησε στον αποκλεισμό της από το πρόγραμμα των F-35.

Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο που διαφοροποιεί την τουρκική φιλοδοξία από μια κλασική περιφερειακή στρατηγική. Μια περιφερειακή δύναμη επιδιώκει πρωτίστως να κυριαρχήσει στον γεωγραφικό της περίγυρο. Η Τουρκία, αντίθετα, αναπτύσσει ταυτόχρονα σχέσεις και παρουσία στα Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα, στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία, στη Μέση Ανατολή, στην Ανατολική Μεσόγειο, στην Αφρική και στην Ασία. Η λογική είναι, συνεπώς, όχι «περιφερειακή ηγεμονία», αλλά παγκόσμια προβολή ισχύος μέσω πολλαπλών περιφερειακών οδών.

Η ιδεολογική βάση αυτής της αντίληψης είχε ήδη διατυπωθεί από τον Ahmet Davutoğlu με την έννοια του strategic depth. Η Τουρκία, σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, δεν είναι απλώς χώρα της Μέσης Ανατολής ή της Ευρώπης, αλλά ταυτόχρονα ευρασιατική, μεσογειακή, βαλκανική, καυκάσια και κεντροασιατική δύναμη. Η γεωγραφία και η ιστορία της, επομένως, της προσδίδουν τη δυνατότητα να αποκτήσει παγκόσμια στρατηγική σημασία.

Η δεύτερη ένδειξη είναι η ίδια η τουρκική αμφισβήτηση της υφιστάμενης διεθνούς ιεραρχίας. Η διαρκής θέση του Recep Tayyip Erdoğan ότι «ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ» δεν αποτελεί απλώς κριτική στη σύνθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Εκφράζει μια ευρύτερη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το διεθνές σύστημα δεν πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά από τις παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις. Η Άγκυρα επιδιώκει να βρίσκεται η ίδια στο τραπέζι όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Αντιλαμβανόμενη τις δυνατότητές της όσον αφορά την οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική ισχύ της, η Τουρκία θεωρεί, τηρουμένων των αναλογιών, ρεαλιστική τη σύγκρισή της με τη Ρωσία και την Κίνα: μεγάλες μη δυτικές δυνάμεις που διαθέτουν δικές τους στρατηγικές, επιδιώκουν αυτονομία από τη Δύση και επιθυμούν να διαμορφώνουν την παγκόσμια τάξη. Η τουρκική φιλοδοξία είναι να αποκτήσει το δικαίωμα και την ικανότητα να λειτουργεί ως αυτόνομος πόλος σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα.

Η Mavi Vatan αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λογικής. Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι απλώς μια διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εξέλιξή της σηματοδοτεί μια ευρύτερη μετατόπιση της Τουρκίας προς τη θαλάσσια ισχύ, την ανάπτυξη ναυτικών δυνατοτήτων, την προστασία εμπορικών και ενεργειακών συμφερόντων και την προβολή ισχύος πέρα από τα χερσαία σύνορά της.

Η τρίτη και ίσως πλέον αποκαλυπτική ένδειξη είναι η προσπάθεια δημιουργίας δικτύων συνεργασίας που δεν περιορίζονται στους δυτικούς θεσμούς. Η Τουρκία παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα οικοδομεί παράλληλες στρατηγικές σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα, τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, τον αραβικό κόσμο και το Πακιστάν.

Δεν πρόκειται αναγκαστικά για επιλογή εξόδου από τη Δύση. Πρόκειται για προσπάθεια να αποκτήσει η Τουρκία τέτοιο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας, ώστε να μη χρειάζεται να επιλέγει αποκλειστικά μεταξύ «Δύσης» και «Ανατολής».

Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό. Στις 7 Αυγούστου 2026, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν υπέγραψαν το «Mecca Joint Defence Agreement», προβλέποντας ότι επίθεση εναντίον ενός μέλους θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων και δημιουργώντας μηχανισμούς πολιτικοστρατιωτικού συντονισμού, κοινών ασκήσεων, αμυντικής βιομηχανίας και τεχνολογικής συνεργασίας.

Η συμφωνία μπορεί να μην παρουσιάζεται ως υποκατάστατο του ΝΑΤΟ ή ως ένα «μουσουλμανικό ΝΑΤΟ», όπως χαρακτηρίζεται από ορισμένους, και να δηλώνεται ότι είναι αμυντική. Ωστόσο, η γεωπολιτική σημασία της είναι μεγαλύτερη: τρεις σημαντικές δυνάμεις του ισλαμικού κόσμου δημιουργούν έναν νέο μηχανισμό ασφαλείας, με την Τουρκία στο κέντρο του. Το Πακιστάν ως πυρηνική δύναμη, η Σαουδική Αραβία ως «επενδυτής» και η Τουρκία ως η χώρα με τον δεύτερο ισχυρότερο στρατό του ΝΑΤΟ, μετά τις ΗΠΑ.

Έτσι, η τουρκική στρατηγική μπορεί να περιγραφεί ως προσπάθεια «πολυεπίπεδης παγκόσμιας εξισορρόπησης». Η Άγκυρα δεν επιθυμεί απλώς να είναι ο ισχυρότερος παίκτης στη γειτονιά της. Επιχειρεί να καταστεί απαραίτητος συνομιλητής για διαφορετικά κέντρα ισχύος: για το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη στη Δύση, τη Ρωσία στον Βορρά, την Κίνα στην Ευρασία, τον αραβικό κόσμο στη Μέση Ανατολή και το Πακιστάν στη Νότια Ασία.

Το τελικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι κατ’ ανάγκην η εγκατάλειψη του ΝΑΤΟ ή η απομάκρυνση από την Ευρώπη. Είναι κάτι πιο φιλόδοξο: να μην εξαρτάται η διεθνής θέση της Τουρκίας από τη συμμετοχή της σε κανέναν από αυτούς τους θεσμούς. Η Άγκυρα επιδιώκει να μπορεί να συμμετέχει στο ΝΑΤΟ χωρίς να περιορίζεται από αυτό, να συνεργάζεται με την Ευρώπη χωρίς να χρειάζεται να γίνει μέλος της ΕΕ και να συνδιαλέγεται με τη Ρωσία και την Κίνα χωρίς να εντάσσεται στους δικούς τους συνασπισμούς.

Υπό αυτή την οπτική, η Τουρκία δεν πρέπει πλέον να αναλύεται μόνο ως αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη, αλλά ως φιλόδοξη μεσαία δύναμη με παγκόσμιες αξιώσεις. Το ερώτημα δεν είναι εάν διαθέτει σήμερα την υλική ισχύ της Ρωσίας ή της Κίνας — προφανώς δεν τη διαθέτει. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οικοδομεί θεσμούς, στρατιωτικές δυνατότητες, αμυντική βιομηχανία, δίκτυα συμμαχιών και διπλωματικές σχέσεις με τρόπο που να υπηρετεί έναν τέτοιο στόχο.

Τα διαθέσιμα στοιχεία συνηγορούν ότι αυτή ακριβώς είναι η κατεύθυνση. Η τουρκική φιλοδοξία, συνεπώς, δεν είναι απλώς να γίνει ηγέτιδα δύναμη μιας περιοχής. Είναι να καταστεί ένας από τους αυτόνομους πόλους της αναδυόμενης πολυπολικής διεθνούς τάξης, όπου η ίδια θα βρίσκεται στο κέντρο λήψης των παγκόσμιων αποφάσεων.

Back to top button