Μια σφοδρή λεκτική επίθεση εξαπέλυσε η Τουρκική Προεδρία εναντίον της ισραηλινής ηγεσίας, στον άμεσο απόηχο της Τριμερούς Συνόδου Κορυφής Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ που έλαβε χώρα στην Ιερουσαλήμ. Η Άγκυρα, κλιμακώνοντας επικίνδυνα τη ρητορική της ένταση, προχώρησε σε ευθείες κατηγορίες κατά του Τελ Αβίβ για «γενοκτονία» καθώς και για «αποσταθεροποίηση ».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Διευθυντής Επικοινωνίας της Τουρκικής Προεδρίας, Μπουρχανετίν Ντουράν, χαρακτήρισε ως «ειρωνικές» τις αναφορές Ισραηλινών ηγετών περί ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών τρίτων μερών, υποστηρίζοντας παράλληλα πως «διέπραξαν μία από τις χειρότερες γενοκτονίες στην Ιστορία». Ταυτόχρονα, ο Τούρκος αξιωματούχος επιχείρησε να παρουσιάσει την Τουρκία ως μια δύναμη που «πηγή σταθερότητας και ειρήνης», θέλοντας να δημιουργήσει μια πλήρη αντίθεση με την πολιτική της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ωστόσο, διπλωματικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι πίσω από την οξύτητα των δηλώσεων, το πραγματικό υπόβαθρο της τουρκικής ενόχλησης εντοπίζεται στην Τριμερή συνεργασία.
Το συριακό «αδιέξοδο»
Καθοριστικό ρόλο στον εκνευρισμό της Άγκυρας διαδραματίζει η εξέλιξη των πραγμάτων στο μέτωπο της Συρίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, πριν από περίπου ένα έτος, η τουρκική ηγεσία υπολόγιζε ότι η πτώση του καθεστώτος θα της επέτρεπε να εδραιώσει στρατιωτική παρουσία, να αναπτύξει οπλικά συστήματα και να αποκτήσει – έμμεσα – «σύνορα» με το κράτος του Ισραήλ.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, δεν φαίνεται να διαθέτει την παραμικρή πρόθεση να επιτρέψει την αντικατάσταση της ιρανικής επιρροής στη Συρία από την αντίστοιχη τουρκική. Αντιθέτως, οι ισραηλινές δυνάμεις έχουν προχωρήσει σε συστηματική καταστροφή οπλικών συστημάτων που τοποθετούνται στο έδαφος της περιοχής. Επιπλέον, πληροφορίες αναφέρουν ότι πριν από περίπου τρεις εβδομάδες, ισραηλινές μονάδες φέρονται να συνέλαβαν Τούρκους στρατιώτες κατά τη διάρκεια επιχείρησης στην πρωτεύουσα.
Σύμφωνα με γνώστες των γεωπολιτικών ισορροπιών, ο στρατηγικός στόχος του Τελ Αβίβ παραμένει μια Συρία ουσιαστικά αφοπλισμένη, κάτι που – μέχρι στιγμής – έχει επιτευχθεί. Αυτή η εξέλιξη είναι που προκαλεί τη βαθύτερη ανησυχία στην Άγκυρα: η διαπίστωση μιας σαφούς στρατηγικής αδυναμίας απέναντι στο Ισραήλ.
Παρά τους υψηλούς τόνους της ρητορικής, το ενδεχόμενο μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης Τουρκίας–Ισραήλ θεωρείται πρακτικά ανύπαρκτο. Διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι η Τουρκία είναι μέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και δεν δύναται να εμπλακεί σε πολεμική σύγκρουση με μια χώρα που αποτελεί στενό εταίρο του ΝΑΤΟ, καθώς μια τέτοια ενέργεια θα ενεργοποιούσε άμεσα τις προβλεπόμενες νατοϊκές διαδικασίες.
Πολύ περισσότερο, η ηγεσία στην Άγκυρα γνωρίζει ότι αυτή τη χρονική στιγμή δεν διαθέτει τα περιθώρια για επεισόδια υψηλής έντασης. Αντιθέτως, επιδιώκει να εμφανιστεί «συνεργάσιμη» απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, ελπίζοντας σε μια – έστω και δύσκολη – επαναπροσέγγιση στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35. Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για την προμήθεια αμερικανικών κινητήρων για το εγχώριο μαχητικό KAAN, καθώς και για τη συμμετοχή σε ευρωπαϊκά αμυντικά χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το πρόγραμμα SAFE, από τα οποία η Τουρκία έχει ήδη βρεθεί εκτός.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι σημερινές επιθέσεις ερμηνεύονται κυρίως σε επικοινωνιακό επίπεδο.
Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ λειτουργεί, πάντως, ως γεωπολιτικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εξαπέλυσε ευθείες αιχμές, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «τίποτα από αυτά δεν μας δεσμεύει», αμφισβητώντας με αυτόν τον τρόπο τις συμφωνίες και τα πολιτικά μηνύματα που εκπέμπει το συγκεκριμένο σχήμα συνεργασίας.
Υπενθυμίζεται ότι ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, έστειλε σαφές μήνυμα αποτροπής κατά την ομιλία του, χωρίς να κατονομάσει ευθέως την Τουρκία, αναφέροντας: «Σε όσους φαντασιώνονται ότι θα επανεγκαθιδρύσουν αυτοκρατορίες, λέω να το ξεχάσουν».
Το βλέμμα στην Ουάσιγκτον
Η Αθήνα και η Λευκωσία παρακολουθούν προσεκτικά τις εξελίξεις, έχοντας το βλέμμα στραμμένο και στην κρίσιμη συνάντηση μεταξύ του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Ντόναλντ Τραμπ στο Μαρ-α-Λάγκο. Ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC) προβάλλεται ως το «όχημα» προσέλκυσης επενδύσεων, όμως καθίσταται σαφές ότι και η στάση της Τουρκίας θα αποτελέσει βασικό αντικείμενο της συζήτησης.
Σε κάθε περίπτωση, η ένταση που πυροδότησε η Τριμερής Σύνοδος επιβεβαιώνει ότι δεν επρόκειτο για μια τυπική διπλωματική συνάντηση. Πρόκειται για ένα σχήμα που επηρεάζει ουσιαστικά τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο – και αυτό ακριβώς το γεγονός είναι που ενοχλεί περισσότερο την Άγκυρα.