breaking newsΔιεθνή

Ο εγκέφαλος, η συνείδηση και το μεγάλο ερώτημα για την τεχνητή νοημοσύνη

Στην εκπομπή «Αντιθέσεις» της Κρήτη TV, ο Γιώργος Σαχίνης φιλοξένησε τον καθηγητή Κλινικών Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, Μανώλη Σταματάκη, σε μια συζήτηση που άγγιξε τα πιο βαθιά ερωτήματα της εποχής: τι είναι η συνείδηση, τι συμβαίνει στον εγκέφαλο ανθρώπων που βρίσκονται σε κόμμα, αν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί κάποτε να αποκτήσει επίγνωση και πού σταματά η επιστήμη και αρχίζει η φιλοσοφία.

Μια από τις πιο ουσιαστικές και ταυτόχρονα ανησυχητικές συζητήσεις γύρω από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη συνείδηση, την τεχνητή νοημοσύνη και τα όρια της επιστήμης φιλοξενήθηκε στην εκπομπή «Αντιθέσεις» της Κρήτη TV.

Ο Γιώργος Σαχίνης συνομίλησε με τον Μανώλη Σταματάκη, καθηγητή Κλινικών Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, έναν επιστήμονα με καταγωγή από το Ηράκλειο, ο οποίος μελετά εδώ και δεκαετίες τον εγκέφαλο, τη συνείδηση, τα μεγάλα εγκεφαλικά τραύματα, το κόμμα και τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η εκπομπή ξεκίνησε από ένα ευρύτερο ερώτημα για την εποχή μας: αν οι σημερινοί πολιτικοί ηγέτες, οι τεχνολογικές ελίτ και οι άνθρωποι που παίρνουν αποφάσεις για εκατομμύρια πολίτες διαθέτουν πράγματι καθαρή κρίση ή αν ο πλανήτης κινείται ξανά προς επικίνδυνες ιστορικές επαναλήψεις. Ο καθηγητής Σταματάκης παραδέχθηκε ότι ζούμε σε «δύσκολο καιρό», σημειώνοντας πως πολλά μέσα και μηχανισμοί επηρεάζουν πλέον τις ανθρώπινες αποφάσεις με τρόπους που δεν είναι πάντοτε προς όφελος των κοινωνιών.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η συνείδηση. Ο Μανώλης Σταματάκης εξήγησε ότι ακόμη και σήμερα η επιστήμη δεν διαθέτει έναν απόλυτο, τελικό ορισμό της. Η συνείδηση δεν είναι ένα απλό «κουμπί» που ανάβει ή σβήνει. Είναι μια σύνθετη διεργασία, που σχετίζεται με την αντίληψη, την προσοχή, τη μνήμη, τη γλώσσα, το σώμα, τα αισθητηριακά ερεθίσματα και τη δυνατότητα του ανθρώπου να βιώνει και να εκφράζει εμπειρίες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά στο λεγόμενο Default Mode Network, το εγκεφαλικό δίκτυο που συνδέεται με την εσωτερική σκέψη, τη μνήμη, την αυτοαναφορά, τη φαντασία και την κοινωνική αντίληψη. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση, όσο περισσότερο ο άνθρωπος μαθαίνει, διαβάζει, αλληλεπιδρά, σκέφτεται και επεξεργάζεται εμπειρίες, τόσο εμπλουτίζεται και η εσωτερική του εγκεφαλική «χαρτογράφηση».

Το πιο συγκλονιστικό σημείο της εκπομπής αφορούσε τους ασθενείς που βρίσκονται σε κόμμα ή σε βαριές διαταραχές συνείδησης. Ο καθηγητής Σταματάκης ανέφερε ότι σύγχρονες μελέτες δείχνουν πως ένα ποσοστό περίπου 25% με 30% αυτών των ασθενών μπορεί να αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του, παρά το γεγονός ότι εξωτερικά δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Με απλά λόγια, άνθρωποι που θεωρούμε ότι «δεν ακούνε» ή «δεν καταλαβαίνουν», ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να έχουν εσωτερική επίγνωση.

Αυτό αλλάζει ριζικά την ηθική και ιατρική προσέγγιση απέναντι σε τέτοιους ασθενείς. Δεν είναι λεπτομέρεια τι λέγεται πάνω από το κρεβάτι τους. Δεν είναι ουδέτερη πράξη ο τρόπος με τον οποίο οι γιατροί, οι συγγενείς και το περιβάλλον μιλούν για την κατάστασή τους. Η επιστήμη, όπως ειπώθηκε, οδηγείται σταδιακά στην ανάγκη να μπει ο ίδιος ο ασθενής —όσο αυτό είναι τεχνικά δυνατό— στο κέντρο των αποφάσεων που τον αφορούν.

Η εκπομπή άγγιξε και το κρίσιμο ζήτημα της δωρεάς οργάνων, χωρίς εύκολες απαντήσεις. Ο Σταματάκης ξεκαθάρισε ότι άλλο είναι η ύπαρξη κάποιας εγκεφαλικής δραστηριότητας και άλλο η συνολική ιατρική αξιολόγηση. Ωστόσο, η νέα γνώση επιβάλλει μεγαλύτερη προσοχή, περισσότερα δεδομένα, λειτουργικές μαγνητικές τομογραφίες, εγκεφαλογραφήματα και πιο εξατομικευμένη ιατρική προσέγγιση.

Αναλύθηκε επίσης ο ρόλος περιοχών του εγκεφάλου όπως ο θάλαμος, αλλά και χημικών ουσιών όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη. Η εμπειρία, όπως είπε ο καθηγητής, είναι χημικά ρυθμιζόμενη. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι μια απλή «μηχανή χημείας», αλλά ότι οι ουσίες αυτές λειτουργούν ως κρίσιμοι ρυθμιστές της αντίληψης, της μάθησης, της ανταμοιβής, της συναισθηματικής κατάστασης και τελικά του τρόπου με τον οποίο βιώνουμε τον κόσμο.

Μεγάλο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε και στα ψυχεδελικά και στις νέες μελέτες για το πώς ουσίες όπως το LSD, η ψιλοκυβίνη και άλλες επηρεάζουν την εγκεφαλική συνδεσιμότητα. Η επιστήμη, όπως ειπώθηκε, ερευνά πλέον με μεγαλύτερη σοβαρότητα ζητήματα που άλλοτε βρίσκονταν στο περιθώριο: μεταβαλλόμενες καταστάσεις συνείδησης, αναπνοές, διαλογισμός, ψυχεδελική εμπειρία και πιθανές θεραπευτικές εφαρμογές. Το κρίσιμο όμως παραμένει πάντα το ίδιο: πού τελειώνει η θεραπεία και πού αρχίζει ο κίνδυνος χειραγώγησης.

Από εκεί η συζήτηση πέρασε φυσικά στην τεχνητή νοημοσύνη. Το μεγάλο ερώτημα τέθηκε ευθέως: μπορεί μια μηχανή να αποκτήσει συνείδηση; Ο καθηγητής Σταματάκης ήταν προσεκτικός. Σήμερα, όπως εξήγησε, η τεχνητή νοημοσύνη προσομοιώνει. Μπορεί να μιμείται γλώσσα, ύφος, επιχειρηματολογία, ακόμη και τη φωνή ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι έχει συνείδηση.

Η προσομοίωση δεν είναι εμπειρία. Το γεγονός ότι ένας αλγόριθμος μπορεί να απαντά πειστικά δεν σημαίνει ότι «νιώθει», «καταλαβαίνει» ή «έχει εσωτερικό κόσμο». Πρόκειται για κρίσιμη διάκριση, διότι όσο πιο ισχυρά γίνονται τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, τόσο πιο εύκολα ο άνθρωπος μπορεί να πέσει στην παγίδα να τους αποδώσει ιδιότητες που δεν έχουν.

Ωστόσο, η εκπομπή δεν έκλεισε την πόρτα στο μέλλον. Αν κάποτε οι μηχανές αποκτήσουν τεράστια υπολογιστική ισχύ, δυνατότητα αυτονομίας, σκοπό, επιλογές και ίσως μια μορφή εσωτερικής οργάνωσης ανάλογη με τον εγκέφαλο, τότε η συζήτηση θα ανοίξει ξανά. Προς το παρόν όμως, η τεχνητή νοημοσύνη παραμένει εργαλείο. Ισχυρό, χρήσιμο, αλλά και επικίνδυνο αν μετατραπεί σε αντικείμενο νέας «λατρείας».

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις τεχνολογίες που μετατρέπουν εγκεφαλικά κύματα σε ομιλία, στα εμφυτεύματα, στα τσιπ και στις μελλοντικές εφαρμογές για ασθενείς που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη υπόσχεση της νευροεπιστήμης: όχι στον εντυπωσιασμό, αλλά στη βελτίωση της ζωής ασθενών με άνοια, εγκεφαλικά τραύματα, διαταραχές συνείδησης ή άλλες νευρολογικές παθήσεις.

Στο τέλος, η εκπομπή πήρε και φιλοσοφική διάσταση. Ο Σταματάκης τόνισε ότι η επιστήμη δεν είναι βεβαιότητα τύπου «ναι ή όχι». Είναι αμφιβολία, αναζήτηση, αναθεώρηση, ανταλλαγή ιδεών. Δεν είναι δόγμα. Και αυτό ήταν ίσως το πιο ουσιαστικό μήνυμα της βραδιάς: ο πραγματικός επιστήμονας δεν παριστάνει τον Θεό. Μεταφέρει γνώση, αφήνει χώρο στο ερώτημα και περιμένει από την επόμενη γενιά να πάει ένα βήμα παραπέρα.

Η συζήτηση έκλεισε με την παραδοχή ότι το ερώτημα της συνείδησης παραμένει ανοιχτό. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος παραμένει το μεγαλύτερο μυστήριο που έχουμε μπροστά μας. Και όσο η τεχνολογία προχωρά, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται να διατηρήσουμε αυτό που καμία μηχανή δεν έχει αποδείξει ακόμη ότι διαθέτει: κρίση, ευθύνη, εμπειρία, κοινωνικότητα και συνείδηση.

Back to top button