breaking newsΔιεθνή

Ρωμαίικα, Γενοκτονία, λύρα και γεωπολιτική: Ο Νίκος Μιχαηλίδης για τον Πόντο ως υπόθεση μνήμης και στρατηγικής

Ο Πόντος δεν είναι μόνο μια υπόθεση μνήμης, ούτε ένα κεφάλαιο που ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Είναι ζήτημα ταυτότητας, ιστορικής συνέχειας, πολιτικής συνείδησης και γεωπολιτικής ανάγνωσης της περιοχής. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της συνέντευξης του Δρ. Ανθρωπολογίας Νίκου Μιχαηλίδη στον Χρήστο Κωνσταντινίδη, για το International Institute of Strategy.

Ο Νίκος Μιχαηλίδης, με ρίζες από την Παύρα και τη Σεβάστεια του Πόντου, με βιωματική σχέση με την ποντιακή μουσική παράδοση και ακαδημαϊκή πορεία που τον οδήγησε μέχρι το Πρίνστον, μίλησε για τον Πόντο όχι ως φολκλόρ, αλλά ως πεδίο όπου τέμνονται η Ιστορία, η ταυτότητα, η Τουρκία, οι μειονότητες και η ευρύτερη στρατηγική εικόνα της περιοχής.

Όπως σημείωσε, ο Πόντος σήμερα σημαίνει «μνήμη μιας ιστορικής πατρίδας», αλλά και κάτι πολύ πιο ζωντανό: την ύπαρξη ανθρώπων, κυρίως στην περιοχή της Τραπεζούντας, που εξακολουθούν να μιλούν τα Ρωμαίικα, την ελληνική διάλεκτο του Πόντου. Πρόκειται, όπως είπε, για ανθρώπους που θέλουν να βρίσκονται σε επικοινωνία με τον Ελληνισμό, να συνεργάζονται και να διατηρούν μια σχέση συνύπαρξης και σύμπραξης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η αναφορά του στα ίχνη ελληνικής, ρωμαίικης και ποντιακής συνείδησης στον σημερινό ιστορικό Πόντο. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, ακόμη και τουρκόφωνοι πληθυσμοί, που διατηρούν μνήμη ελληνικής καταγωγής. Προειδοποίησε, όμως, ότι η ελληνική πλευρά δεν μπορεί να απαιτεί από αυτούς δημόσιες εκδηλώσεις εθνικής ταυτότητας, καθώς ζουν σε ένα περιβάλλον φόβου, καταστολής και διαρκούς κρατικής επιτήρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο τοποθέτησε και την υπόθεση των δύο Ελλήνων που άνοιξαν σημαία μέσα στην Αγία Σοφία. Ο Νίκος Μιχαηλίδης χαρακτήρισε υπερβολική την απόφαση των τουρκικών αρχών να τους φυλακίσουν, επισημαίνοντας ότι θα αρκούσαν πρόστιμο, απέλαση και απαγόρευση εισόδου. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι και η ίδια η πράξη ήταν λανθασμένη, καθώς έδωσε στην τουρκική προπαγάνδα ένα ακόμη εργαλείο για να παρουσιάσει τους Έλληνες ως δήθεν επεκτατικούς.

«Η Τουρκία έχει υψηλή εξειδίκευση στην προπαγάνδα», ανέφερε, εξηγώντας ότι η Άγκυρα παίρνει τέτοια περιστατικά και τα εντάσσει στο δικό της αφήγημα περί ελληνικής απειλής. Την ίδια ώρα, θύμισε ότι κάθε 19 Μαΐου Τούρκοι επισκέπτες εμφανίζονται στη Θεσσαλονίκη με σημαίες του Κεμάλ, φωνάζοντας συνθήματα όπως «είμαστε στρατιώτες του Κεμάλ», χωρίς αντίστοιχη αντίδραση από την ελληνική πλευρά.

Κρίσιμο σημείο της συνέντευξης ήταν η σύνδεση του ποντιακού ζητήματος με τη δημοκρατική αλλαγή στην Τουρκία. Ο Νίκος Μιχαηλίδης τόνισε ότι αν θέλουμε μια Τουρκία που δεν θα είναι επεκτατική και φασιστική, πρέπει να γίνει μια φιλελεύθερη, δημοκρατική χώρα που θα αναγνωρίζει τις ιστορικές κοινότητες, τις μειονότητες, τις γλώσσες και τις ταυτότητες στο εσωτερικό της. Υπό αυτή την έννοια, το ποντιακό ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτιστικό. Είναι και γεωπολιτικό.

Στο κεφάλαιο της Γενοκτονίας, ο Μιχαηλίδης ήταν εξίσου αιχμηρός. Υπογράμμισε ότι η διεθνής αναγνώριση δεν προχωρά με ευχολόγια, αλλά απαιτεί σοβαρή έρευνα, πολιτική βούληση, τεκμηρίωση, διεθνείς συμμαχίες και συνέπεια. Επέκρινε τα κενά της ελληνικής πολιτείας και του ακαδημαϊκού χώρου, σημειώνοντας ότι η Γενοκτονία συχνά μετατρέπεται σε ρητορικό εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης, χωρίς να εντάσσεται ουσιαστικά στην ελληνική εξωτερική πολιτική.

Συνέδεσε, μάλιστα, την αναγνώριση των εγκλημάτων του παρελθόντος με την αλλαγή πολιτικής κουλτούρας στην Τουρκία. Όπως είπε, όσο η τουρκική κοινωνία μεγαλώνει με την ιδέα ότι είναι ο «αδικημένος» της περιοχής, τόσο θα δυσκολεύεται να συνυπάρξει ειρηνικά με την Ελλάδα, την Κύπρο και τους άλλους γείτονές της. Το παράδειγμα της Γερμανίας, που αναγνώρισε τα ναζιστικά εγκλήματα, δείχνει τον δρόμο που η Τουρκία αρνείται ακόμη να ακολουθήσει.

Η συνέντευξη πέρασε στη συνέχεια στην ποντιακή λύρα και τη μουσική ως φορέα μνήμης. Ο Νίκος Μιχαηλίδης μίλησε για τη λύρα ως κομμάτι της ταυτότητάς του, αλλά και ως σύμβολο ιστορικής συνέχειας. Εξήγησε ότι στην Τουρκία η αλλοίωση της ποντιακής μουσικής είχε πολιτική στόχευση: τραγούδια της Τραπεζούντας μεταφράστηκαν στα τουρκικά, παρουσιάστηκαν ως τουρκική μουσική της Μαύρης Θάλασσας και ο ήχος της λύρας επιχειρήθηκε να αντικατασταθεί από σάζι ή μπαγλαμά.

Η ίδια διαδικασία, όπως σημείωσε, εφαρμόστηκε και σε κουρδικά, αρμενικά και λαζικά τραγούδια. Πρόκειται, όπως είπε, για πολιτική ιδιοποίηση της μνήμης, της γλώσσας και του ήχου.

Ιδιαίτερη σημασία είχε και η αναφορά του στο Κουρδικό. Ο ίδιος περιέγραψε τις εμπειρίες του από την Κωνσταντινούπολη, τις απεργίες πείνας, την τουρκική κρατική καταστολή και τις κουρδικές γειτονιές, όπου είδε από κοντά τι σημαίνει βία του τουρκικού κράτους αλλά και αντίσταση λαών που διεκδικούν τα δικαιώματά τους.

Στο γεωπολιτικό σκέλος, ο Μιχαηλίδης εκτίμησε ότι η αποδυνάμωση του Ιράν και των δικτύων πληρεξουσίων του στη Μέση Ανατολή μπορεί, σε βάθος χρόνου, να μειώσει τη σημασία της Τουρκίας για τη Δύση. Αυτό, όπως υποστήριξε, μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της Ελλάδας και της Κύπρου, καθώς όσο περιορίζεται ο ρόλος της Τουρκίας τόσο ενισχύονται οι προϋποθέσεις σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην ελληνική εξωτερική πολιτική, όπου, παρά την έντονη κριτική που έχει ασκήσει στην κυβέρνηση, διέκρινε το τελευταίο διάστημα μια πιο ρεαλιστική στροφή απέναντι στην Τουρκία και στις συνεργασίες με κομβικές χώρες της περιοχής.

Το τελικό μήνυμα της συνέντευξης ήταν σαφές: ο Πόντος δεν είναι μόνο μνήμη. Είναι γλώσσα, εργασία, παραγωγή, παιδεία, έρευνα, οικολογία, πολιτισμός και γεωπολιτική εγρήγορση. Και, κυρίως, είναι υπόθεση συνέχειας.

Η Ελλάδα οφείλει να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη, να στηρίξει την έρευνα και να μιλήσει διεθνώς για τη Γενοκτονία. Όμως το μεγάλο ζητούμενο βρίσκεται και απέναντι: η Τουρκία πρέπει να αλλάξει. Να αναγνωρίσει τα εγκλήματα του παρελθόντος, να σεβαστεί λαούς και μειονότητες, να εγκαταλείψει τον επεκτατισμό και να πάψει να αντιμετωπίζει την ιστορική αλήθεια ως απειλή. Όσο η Τουρκία αρνείται την Ιστορία, θα αναπαράγει την ίδια πολιτική βία. Και όσο δεν αλλάζει, δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ειρήνη στην περιοχή.

Διαβάστε αναλυτικά τη συνέντευξη στο International Institute of Strategy

Back to top button