Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τον Εμανουέλ Μακρόν για συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα FCAS συνιστά μια από τις σημαντικότερες αμυντικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών. Δεν αφορά απλώς την προοπτική μελλοντικής απόκτησης ενός μαχητικού 6ης γενιάς, αλλά την είσοδο της χώρας στον πυρήνα των ευρωπαϊκών αμυντικών τεχνολογιών της επόμενης ημέρας.
Κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου στην Αρχαία Ρωμαϊκή Αγορά, ο Έλληνας πρωθυπουργός έθεσε στον Γάλλο πρόεδρο το ζήτημα της ελληνικής συμμετοχής στο Future Combat Air System, το μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα που υλοποιείται από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ισπανία. Η ελληνική πρόταση, δεν περιορίζεται σε μελλοντική αγορά, αλλά αποσκοπεί στην ένταξη της Ελλάδας ως ενεργού βιομηχανικού και τεχνολογικού εταίρου.
Το FCAS αποτελεί το κεντρικό ευρωπαϊκό εγχείρημα για την αεροπορική ισχύ μετά το 2040. Δεν είναι μόνο ένα νέο μαχητικό αεροσκάφος. Είναι ένα ολοκληρωμένο «σύστημα συστημάτων», με πυρήνα το Next Generation Fighter, το οποίο θα επιχειρεί μαζί με μη επανδρωμένα αεροσκάφη Remote Carriers, συνδεδεμένα όλα μέσω του Combat Cloud. Το ψηφιακό αυτό δίκτυο θα επιτρέπει τη διαχείριση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και τον επιχειρησιακό συντονισμό σε περιβάλλον πολλαπλών απειλών.
Η ελληνική επιδίωξη έχει διπλή στόχευση. Πρώτον, να διασφαλίσει για την Πολεμική Αεροπορία πρόσβαση στις τεχνολογίες που θα καθορίσουν την αεροπορική υπεροχή των επόμενων δεκαετιών. Δεύτερον, να δώσει ρόλο στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, ειδικά σε τομείς όπως το λογισμικό, τα drones, τα υποσυστήματα διασύνδεσης και το ψηφιακό επιχειρησιακό περιβάλλον.
Η πρόταση Μητσοτάκη συνδέεται με μια ευρύτερη αντίληψη για τον εκσυγχρονισμό της Πολεμικής Αεροπορίας. Η Ελλάδα έχει ήδη επενδύσει στα Rafale, αναβαθμίζει τα F-16 σε διαμόρφωση Viper και βρίσκεται σε τροχιά ένταξης στο πρόγραμμα F-35. Η πιθανή συμμετοχή στο FCAS θα μετέφερε την Αθήνα από τη θέση του χρήστη προηγμένων συστημάτων στη θέση του συμπαραγωγού ή έστω συνδιαμορφωτή συγκεκριμένων τεχνολογικών πυλώνων.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται και σύνθετα σενάρια ανταλλαγών και αναδιάταξης στόλου. Η πιθανή παραχώρηση παλαιότερων Mirage 2000-5 στην Ουκρανία θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας, με αντάλλαγμα ευνοϊκούς όρους για επιπλέον Rafale και κυρίως πολιτική στήριξη στην ελληνική είσοδο στο FCAS. Πρόκειται, ωστόσο, για σενάριο που απαιτεί προσεκτική αποτίμηση, καθώς αγγίζει ζητήματα επιχειρησιακής επάρκειας, διαθεσιμότητας και ισορροπίας ισχύος στο Αιγαίο.
Ο Εμανουέλ Μακρόν χαιρέτισε την ελληνική επιθυμία, εντάσσοντάς την στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Για τη Γαλλία, η Ελλάδα αποτελεί προνομιακό εταίρο στην Ανατολική Μεσόγειο, όχι μόνο λόγω των Rafale και των Belharra, αλλά και λόγω της γεωπολιτικής της θέσης στα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης.
Παράλληλα, ο Γάλλος πρόεδρος έδωσε και μια ρεαλιστική διάσταση. Η ένταξη νέου εταίρου στο FCAS δεν μπορεί να γίνει μονομερώς από το Παρίσι. Απαιτεί τη συναίνεση της Γερμανίας και της Ισπανίας, καθώς το πρόγραμμα στηρίζεται σε δύσκολες βιομηχανικές ισορροπίες. Οι αντιθέσεις μεταξύ Dassault και Airbus για τον έλεγχο της τεχνογνωσίας και των πνευματικών δικαιωμάτων έχουν ήδη προκαλέσει καθυστερήσεις και εντάσεις.
Για τον λόγο αυτό, ο Μακρόν πρότεινε ένα ενδιάμεσο βήμα: τη διασύνδεση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας με τη γαλλική Υπηρεσία Αμυντικής Καινοτομίας. Έτσι, η συνεργασία μπορεί να ξεκινήσει άμεσα σε πεδία όπως τα drones, οι τεχνολογίες δικτύωσης και το Combat Cloud, πριν ληφθούν οι τελικές πολιτικές και βιομηχανικές αποφάσεις για πλήρη συμμετοχή της Ελλάδας.
Η γεωπολιτική διάσταση είναι κρίσιμη. Η Ελλάδα προσφέρει στο FCAS κάτι που δεν μπορούν να προσφέρουν στον ίδιο βαθμό οι σημερινοί εταίροι: ένα απαιτητικό επιχειρησιακό περιβάλλον στα σύνορα της Ευρώπης. Το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν περιοχές υψηλής πυκνότητας απειλών, σύνθετης γεωγραφίας, έντονης αεροναυτικής δραστηριότητας και συνεχούς ανάγκης αποτροπής. Για ένα πρόγραμμα που φιλοδοξεί να παράγει το ευρωπαϊκό σύστημα αεροπορικής μάχης του μέλλοντος, η ελληνική εμπειρία δεν είναι αμελητέα.
Η χρονική συγκυρία ενισχύει το πολιτικό βάρος της πρότασης. Η ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία ανανεώθηκε για ακόμη πέντε χρόνια, ενώ ο Μακρόν επανέλαβε ότι εάν απειληθεί η ελληνική κυριαρχία, η Γαλλία θα σταθεί στο πλευρό της Ελλάδας. Το μήνυμα αυτό έχει σαφή αποδέκτη την Άγκυρα, η οποία ήδη αντιδρά στη γαλλική παρουσία σε Ελλάδα και Κύπρο.
Το FCAS βρίσκεται σήμερα σε κρίσιμη καμπή. Το πρόγραμμα διανύει τη Φάση 1B, που αφορά τον λεπτομερή σχεδιασμό και την επίδειξη τεχνολογιών, με επόμενο βήμα τη Φάση 2 και την κατασκευή πρωτοτύπου επίδειξης. Η πρώτη πτήση του demonstrator, που αρχικά είχε τοποθετηθεί στο 2027, φαίνεται να μετατίθεται για το 2028 ή το 2029. Οι καθυστερήσεις, οι βιομηχανικές αντιθέσεις και το ενδιαφέρον τρίτων χωρών, όπως η Ινδία, δείχνουν ότι το πρόγραμμα αναζητά νέες ισορροπίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική πρόταση μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική ευκαιρία. Για την Αθήνα, είναι ευκαιρία αναβάθμισης της αμυντικής βιομηχανίας και της αποτρεπτικής ισχύος. Για το Παρίσι, είναι ευκαιρία διεύρυνσης του ευρωπαϊκού Νότου στο μεγαλύτερο αμυντικό πρόγραμμα της ηπείρου. Για την Ευρώπη, είναι δοκιμή σοβαρότητας: αν θέλει στρατηγική αυτονομία, πρέπει να ενσωματώσει κράτη πρώτης γραμμής και όχι μόνο βιομηχανικά κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης.
Η πρόταση Μητσοτάκη προς τον Μακρόν δεν είναι μια επικοινωνιακή χειρονομία. Είναι προσπάθεια τοποθέτησης της Ελλάδας στον χάρτη της αεροπορικής ισχύος του 2040. Και αν η Αθήνα καταφέρει να περάσει από τη συζήτηση στην πραγματική συμμετοχή, τότε η Πολεμική Αεροπορία και η ελληνική αμυντική βιομηχανία θα έχουν μπει σε μια εντελώς νέα εποχή.