breaking newsΔιεθνή

Ουκρανία-Ιράν: Δύο πόλεμοι, ίδιο αδιέξοδο, Πούτιν και Τραμπ απέναντι στα όρια της ισχύος

Γράφει ο Στάθης Κοκορόγιαννης

Η σύγχρονη διεθνής πολιτική συχνά αναλύεται μέσα από δίπολα: δύση – ανατολή, δημοκρατία – αυταρχισμός, δίκαιο – παραβίαση. Ωστόσο, όταν εξετάσει κανείς πιο προσεκτικά τις δύο μεγαλύτερες συγκρούσεις της εποχής μας – τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία και την κλιμακούμενη σύγκρουση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν – προκύπτει ένα πιο σύνθετο και συμπέρασμα. Παρά τις εμφανείς διαφορές, οι δύο αυτές περιπτώσεις παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες που αποκαλύπτουν τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και τη φύση των σύγχρονων πολέμων.

Η πρώτη και πιο εντυπωσιακή ομοιότητα αφορά την ασάφεια των στρατηγικών στόχων. Στην περίπτωση του Vladimir Putin, ο αρχικός στόχος όπως γινόταν αντιληπτός από τη δύση της ταχείας κατάληψης της Ουκρανίας εξελίχθηκε σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς χωρίς σαφή ορίζοντα λήξης. Οι στόχοι μεταβάλλονται, η ρητορική προσαρμόζεται, αλλά η τελική επιδίωξη παραμένει ασαφής. Αντίστοιχα, η πολιτική του Donald Trump έναντι του Ιράν κινείται μεταξύ αποτροπής, επίδειξης ισχύος και περιορισμένων στρατιωτικών ενεργειών, χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική εξόδου. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής ένταση χωρίς καθορισμένο τέλος.

Η δεύτερη κοινή διάσταση αφορά ένα παράδοξο της σύγχρονης ισχύος: την αδυναμία ακόμη και ισχυρών κρατών να επιβάλουν γρήγορη και καθοριστική νίκη. Η Ρωσία, παρά τη σαφή στρατιωτική και πυρηνική της υπεροχή, δεν κατάφερε να επιτύχει τους αρχικούς της στόχους. Ο πόλεμος μετατράπηκε σε σύγκρουση φθοράς. Αντίστοιχα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την ασύγκριτη στρατιωτική τους ισχύ, δεν έχουν προχωρήσει – ούτε φαίνεται να επιδιώκουν – μια τελική σύγκρουση με το Ιράν. Η πυρηνική αποτροπή λειτουργεί ως όριο, αλλά και ως παγίδα στασιμότητας.

Το τρίτο και πιο κρίσιμο κοινό στοιχείο αφορά τις οικονομικές συνέπειες – και κυρίως τη στρεβλή κατανομή τους. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η αρχική υπόθεση ήταν ότι οι κυρώσεις θα οδηγούσαν σε κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας. Ωστόσο, η πραγματικότητα εξελίχθηκε διαφορετικά. Το 2021 η Ρωσία εξήγαγε περίπου 150 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, καλύπτοντας έως και το 40-45% των αναγκών της. Μετά τον πόλεμο, οι ροές αυτές μειώθηκαν δραματικά σε περίπου 40 δισ. – όμως η Μόσχα κατάφερε να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών μέσω ανακατεύθυνσης προς την Ασία.

Στο πετρέλαιο η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Οι εξαγωγές προς την Ευρώπη κατέρρευσαν, από περίπου 175 εκατ. τόνους πριν τον πόλεμο σε μόλις 25 εκατ. μετά. Ωστόσο, το συνολικό επίπεδο εξαγωγών της Ρωσίας παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο, καθώς περίπου το 80% των ποσοτήτων κατευθύνθηκε προς την Κίνα και την Ινδία. Με άλλα λόγια, η Ρωσία δεν σταμάτησε να πουλά ενέργεια – απλώς άλλαξε πελάτες. Η αύξηση των τιμών ενέργειας, ιδιαίτερα το 2022, λειτούργησε επιπλέον ως μηχανισμός απορρόφησης των απωλειών.

Αντίθετα, το οικονομικό βάρος μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη. Η ενεργειακή κρίση οδήγησε σε εκρηκτική αύξηση τιμών – από περίπου 20-30 €/MWh πριν τον πόλεμο σε πάνω από 300 €/MWh στην κορύφωση της κρίσης. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπάνησαν πάνω από 700 δισ. ευρώ για επιδοτήσεις και μέτρα στήριξης, ενώ η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα δέχθηκε σοβαρό πλήγμα. Η απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο επιτεύχθηκε με υψηλό κόστος, μέσω ακριβότερων εισαγωγών LNG, κυρίως από τις ΗΠΑ. Έτσι, ενώ ο πόλεμος διεξάγεται στην Ουκρανία, οι μεγαλύτερες οικονομικές συνέπειες έγιναν αισθητές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ίδια λογική εμφανίζεται και στην περίπτωση του Ιράν. Οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα την παγκόσμια οικονομία, καθώς περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου διέρχεται από το Στενό του Hormuz. Κάθε διαταραχή οδηγεί σε αύξηση τιμών, επηρεάζοντας κυρίως εισαγωγικές οικονομίες – την Ευρώπη, την Ασία και τον αναπτυσσόμενο κόσμο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, βρίσκονται σε διαφορετική θέση σε σχέση με το παρελθόν. Από καθαρός εισαγωγέας, έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς και εξαγωγείς πετρελαίου παγκοσμίως, με παραγωγή που ξεπερνά τα 13 εκατ. βαρέλια ημερησίως και εξαγωγές που αγγίζουν τα 4-5 εκατ. βαρέλια. Αυτό σημαίνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας δεν λειτουργούν αποκλειστικά ως επιβάρυνση, αλλά σε σημαντικό βαθμό ως πηγή εσόδων.

Παράλληλα, η εκτίναξη της ζήτησης για υγροποιημένο φυσικό αέριο, η ενίσχυση της παραγωγής της πολεμικής βιομηχανίας και η αύξηση των εξαγωγών οπλικών συστημάτων ενδυναμώνουν περαιτέρω τη θέση των ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την Ευρώπη και άλλες περιοχές, που υφίστανται το κόστος των ενεργειακών κρίσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται πιο ανθεκτικές – και σε ορισμένες περιπτώσεις ωφελημένες – από τις ίδιες τις εξελίξεις.

Έτσι, και στις δύο συγκρούσεις παρατηρείται ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι οικονομικές επιπτώσεις δεν κατανέμονται ισότιμα. Στην Ουκρανία, η Ευρώπη επωμίστηκε μεγαλύτερο οικονομικό βάρος από τη Ρωσία. Στην περίπτωση του Ιράν, οι επιπτώσεις διαχέονται παγκοσμίως, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να βρίσκονται σε συγκριτικά ευνοϊκότερη θέση.

Οι δύο αυτές περιπτώσεις αναδεικνύουν ένα βαθύτερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης διεθνούς τάξης: η ισχύς δεν καθορίζεται μόνο από τη στρατιωτική δυνατότητα, αλλά και από την ικανότητα μετακύλισης του κόστους. Οι ισχυροί δεν είναι απαραίτητα αυτοί που κερδίζουν γρήγορα, αλλά αυτοί που αντέχουν περισσότερο και επιβαρύνουν λιγότερο τον εαυτό τους.

Ίσως, τελικά, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο ότι αυτοί οι πόλεμοι δεν μπορούν να τελειώσουν εύκολα, αλλά ότι δημιουργούν ένα σύστημα όπου η σύγκρουση γίνεται διαχειρίσιμη για τους ισχυρούς και δυσβάσταχτη για τους υπόλοιπους. Και αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο της σύγχρονης ισχύος.

Back to top button