Με φόντο την κρίση στις σχέσεις Κίνας–Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις εμπορικές αντιπαραθέσεις και τη ρευστότητα των διεθνών συμμαχιών, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ πραγματοποίησε επίσκεψη στο Πεκίνο, επιχειρώντας να ενισχύσει τη θέση της Μαδρίτης ως προνομιακού συνομιλητή της Κίνας μέσα στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με ανάλυση της ιστοσελίδας The Diplomat, η Ισπανία μπορεί να εμφανίστηκε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως «Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ», ωστόσο τα αποτελέσματα της επίσκεψης δείχνουν ότι κατάφερε να κινηθεί πάνω από το διπλωματικό και οικονομικό της βάρος.
Η ισπανική αποστολή εξασφάλισε 19 διμερείς συμφωνίες, οι οποίες καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα συνεργασίας: επενδύσεις, εκπαίδευση, αγροδιατροφικό τομέα και τεχνολογία. Οι συμφωνίες περιλαμβάνουν από την αύξηση των ισπανικών εξαγωγών σε φιστίκια και αποξηραμένα σύκα μέχρι την ανάδειξη της Ισπανίας σε στρατηγική ευρωπαϊκή πύλη για κινεζικά κεφάλαια στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι οι δύο χώρες θεσμοθέτησαν τη σχέση τους μέσω ενός Μόνιμου Στρατηγικού Διαλόγου, ανεβάζοντας την Ισπανία σε επίπεδο διπλωματικής επικοινωνίας που μέχρι πρόσφατα επιφυλασσόταν για μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς παίκτες.
Η επίσκεψη Σάντσεθ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα ευρωπαϊκών επαφών με το Πεκίνο. Σε μια περίοδο κατακερματισμένων συμμαχιών, πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επιχειρούν να εξασφαλίσουν δικούς τους διαύλους με την Κίνα, ιδίως μετά το ναυάγιο της Συνόδου Κίνας–ΕΕ το 2025, η οποία διεκόπη πρόωρα κατόπιν αιτήματος του Πεκίνου λόγω της έντασης γύρω από την εμπορική εξισορρόπηση.
Σε αντίθεση με τη σκληρότερη γραμμή της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ο Σάντσεθ πήγε στο Πεκίνο με πιο σύνθετη και πραγματιστική διπλωματική προσέγγιση. Στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Τσινγκχουά, στις 13 Απριλίου, υποστήριξε ότι οι διεθνείς σχέσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, διότι αυτή η λογική καθιστά τους ηγέτες «αιχμαλώτους του παρελθόντος» και περιορίζει τις δυνατότητες του μέλλοντος.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός εμφανίστηκε στο Πεκίνο έχοντας στα χέρια του ένα ισχυρό οικονομικό χαρτί. Η Ισπανία, υπό την κυβέρνησή του, έχει καταγράψει καλύτερες επιδόσεις από μεγάλο μέρος της Ευρωζώνης, με σταθερή ανάπτυξη και ελεγχόμενο πληθωρισμό. Παρά τα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, όπως η στεγαστική κρίση και το μεγάλο δημόσιο χρέος, η εικόνα σταθερότητας μέσα σε μια ασταθή Ευρώπη λειτουργεί ελκυστικά για τους στρατηγικούς επενδυτές.
Στο επίκεντρο της ισπανικής πρότασης βρίσκεται το λεγόμενο «Green Dream», μια βιομηχανική στρατηγική που επιδιώκει να προσελκύσει κινεζικά κεφάλαια στα αναπτυσσόμενα οικοσυστήματα ηλεκτρικών οχημάτων και μπαταριών της Ισπανίας. Η γεωγραφική θέση της χώρας μπορεί να τη μετατρέψει σε κόμβο logistics που θα συνδέει την Ασία με την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική και τη Βόρεια Αφρική.
Για τις κινεζικές εταιρείες, η Ισπανία προσφέρει και κάτι ακόμη, τη δυνατότητα παραγωγής εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Με μια ετικέτα «made in Spain», κινεζικά προϊόντα θα μπορούσαν να αποφύγουν μελλοντικούς δασμολογικούς φραγμούς της ΕΕ, καθώς θα παράγονται εντός των ευρωπαϊκών συνόρων.
Πέρα από την οικονομία, ο Σάντσεθ εμφανίζεται να διαθέτει και γεωπολιτικό κεφάλαιο. Η ανοιχτή αντίθεσή του στον πόλεμο στο Ιράν του έχει χαρίσει θετικά σχόλια από πολιτικούς αντιπάλους, διεθνείς προσωπικότητες, think tanks και τον ΟΗΕ. Για το Πεκίνο, αυτή η στάση τον καθιστά έναν Ευρωπαίο ηγέτη που μπορεί να επικυρώσει την κινεζική αφήγηση περί πολυπολικού κόσμου, χωρίς όμως να προκαλεί πλήρη ρήξη με την ΕΕ.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Σι Τζινπίνγκ παρουσίασε την Ισπανία ως γέφυρα μεταξύ Κίνας και Ευρώπης, λέγοντας ότι οι δύο χώρες βρίσκονται στη «σωστή πλευρά της ιστορίας».
Ωστόσο, πίσω από την επιτυχία της επίσκεψης υπάρχουν σοβαρές επιφυλάξεις. Ο Σάντσεθ αντιμετωπίζει έντονη εσωτερική πολιτική πίεση, ενώ κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Κίνα έγινε γνωστό ότι η σύζυγός του κατηγορείται για διαφθορά. Παράλληλα, αν οι επόμενες εκλογές φέρουν στην εξουσία το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα, η ισπανική εξωτερική πολιτική μπορεί να μετακινηθεί από τον σημερινό πραγματισμό σε μια πιο αυστηρά ατλαντική κατεύθυνση.
Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα για το Πεκίνο. Η Κίνα θέλει μακροπρόθεσμες βιομηχανικές συνεργασίες, αλλά αυτές απαιτούν πολιτική συνέχεια. Αν αλλάξει η κυβέρνηση στη Μαδρίτη, πολλές από τις σημερινές συμφωνίες μπορεί να βρεθούν υπό επανεξέταση.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο την Ισπανία. Αφορά ολόκληρη την Ευρώπη! Oι κινεζικές επενδύσεις θα οδηγήσουν σε βιομηχανική αναγέννηση ή θα ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα μορφή εξάρτησης;
Η ανησυχία είναι ιδιαίτερα έντονη στους κρίσιμους τομείς της σύγχρονης οικονομίας. Δίκτυα 5G, ενεργειακά συστήματα, αλγόριθμοι διαχείρισης δικτύων, cloud και αποθήκευση δεδομένων. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να διασφαλίσουν ότι οι τεχνολογικές γέφυρες που χτίζονται σήμερα δεν θα μετατραπούν αύριο σε δρόμους μονής κατεύθυνσης προς στρατηγική εξάρτηση.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συμβάσεις της ισπανικής κυβέρνησης με τη Huawei για τη διαχείριση ευαίσθητων δικαστικών πληροφοριών έχουν προκαλέσει αντιδράσεις από Αμερικανούς νομοθέτες και Ευρωπαίους αξιωματούχους. Η κυβέρνηση Σάντσεθ υποστηρίζει ότι πρόκειται για καθαρά οικονομικές συμφωνίες, όμως οι επικριτές προειδοποιούν πως η εμπλοκή μιας εταιρείας που θεωρείται απειλή ασφαλείας στις ΗΠΑ μπορεί να μετατρέψει την Ισπανία σε «δούρειο ίππο» μέσα στο ευρωπαϊκό δίκτυο ασφαλείας.
Οι Βρυξέλλες ήδη αυστηροποιούν τους κανόνες ελέγχου ξένων επενδύσεων, ακριβώς για να περιορίσουν τέτοιους γεωπολιτικούς κινδύνους. Για την Ισπανία, μια εθνική οικονομική νίκη εις βάρος μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής θα μπορούσε τελικά να αποδειχθεί αυτοκαταστροφικό στοίχημα.
Η πιο ρεαλιστική στρατηγική για τη Μαδρίτη, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι να συνδέσει κάθε κινεζική επένδυση με αυστηρούς όρους: διαφάνεια στις προμήθειες, πλήρη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές αξιολογήσεις ασφαλείας και σαφείς περιορισμούς στη συγκέντρωση κρίσιμων υποδομών σε έναν μόνο πάροχο.
Η πραγματική αυτονομία, άλλωστε, δεν σημαίνει να αντικαταστήσει η Ευρώπη τη μία εξάρτηση με μια άλλη. Σημαίνει να ενισχύσει τη δική της τεχνογνωσία, τη δική της βιομηχανία και τη δική της ασφάλεια.
Το στοίχημα του Σάντσεθ είναι λεπτό. Θέλει να αξιοποιήσει την Κίνα χωρίς να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή συνοχή. να ενισχύσει την ισπανική οικονομία χωρίς να παραδώσει κρίσιμες υποδομές, να υπηρετήσει την πολυπολικότητα χωρίς να ανταλλάξει την ανεξαρτησία με την ευκαιρία.