Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Στην εποχή της γενικευμένης πολιτικής απαξιώσεως, της ιδεολογικής συγχύσεως και της μετατροπής της πολιτικής σε μηχανισμό επικοινωνιακής διαχειρίσεως, ο λόγος του λόγιου Παπαδιαμάντη επανέρχεται όχι μόνο ως λογοτεχνική ανάμνηση, αλλά ως εθνική αυστηρή προφητική καταγγελία. Εάν την λάβουμε υπόψη θα ωφεληθούμε.
Ο Σκιαθίτης λογοτέχνης δεν υπήρξε μόνον ο υμνητής της ελληνικής φύσεως, της λαϊκής ψυχής και της Ορθοδοξίας· υπήρξε ταυτοχρόνως και ο βαθύς πολιτικός στοχαστής, ο οποίος διείδε εγκαίρως την ηθική πτώχευση, την χρεοκοπία της νεωτερικής πολιτικής. Πολιτικός – με την έννοια που ο Έλλην φιλόσοφος διδάσκαλος του Μ.Αλεξανδρου, ο Αριστοτέλης, ήδη μας έχει τοποθετήσει.
Στο έργο του «Έμποροι των Εθνών», ο Παπαδιαμάντης διατυπώνει μία από τις σκληρότερες και πλέον αποκαλυπτικές κρίσεις περί της αλαζονικής πολιτικής εξουσίας, που εγράφησαν στην ελληνική γραμματεία. Σαφώς η εποχή του θα του έδινε τέτοιες εικόνες που τραυμάτιζαν την ευαίσθητη και λογοτεχνική ελληνική του ψυχή. Άραγε εάν θα ζούσε σήμερα τι θα μας έλεγε, ότι όλα λειτουργούν τέλεια;
Η περίφημη φράση του ότι «η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν» δεν αποτελεί απλώς λογοτεχνική υπερβολή· συνιστά ιστορική, ηθική και βιοηθική διάγνωση για τη βιοπολιτική. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η πολιτική, όταν αποκόπτεται από την ηθική, την βιοηθική και βιοπολιτική, όπως θα λέγαμε με σύγχρονους όρους, καθώς κι απ’ την πνευματική παράδοση και την θυσιαστική έννοια της διακονίας, μετατρέπεται σε οργανωμένο σύστημα επιβολής, εξουσίας, ύβρης, αλαζονείας, εξαπατήσεως και εκμεταλλεύσεως των λαών. Κι ο Ρήγας Φεραίος γίνεται επίκαιρος.
Ο Παπαδιαμάντης δεν επιτίθεται στην ίδια την πολιτική ως έννοια. Επιτίθεται στην πολιτική, ως τέχνη της εξαπατήσεως, την οποία κακόβουλα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι. Γι’ αυτό και αποκαλεί τους πολιτικούς «σχοινοβάτας», «γελωτοποιούς» και «μαύρους χαλκείς κατασκευάζοντες δεσμά διά τους λαούς». Η πολιτική, κατά την παπαδιαμαντική θεώρηση, παύει να είναι ιερό λειτούργημα κατά τους αρχαίους Έλληνες και μεταβάλλεται σε όργανο εξουσίας, εμπόριο εθνών, σε διαχείριση ανθρώπων, συνειδήσεων και πατρίδων, προς όφελος των ολιγαρχικών συμφερόντων.
Το συγκλονιστικό είναι ότι ο λόγος αυτός δεν αφορά μόνον τον 19ο αιώνα. Αντιθέτως, φαίνεται να αποκτά δραματική επικαιρότητα στον 21ο αιώνα. Οι σύγχρονες κοινωνίες βιώνουν την κυριαρχία ενός υπερεθνικού οικονομισμού, όπου τα κράτη λειτουργούν συχνά ως διοικητικοί μηχανισμοί αγορών και όχι ως εκφραστές εθνικών και ιστορικών λαών. Η πολιτική γλώσσα έχει αντικατασταθεί από την υποκρισία, από τεχνοκρατικούς όρους, ενώ η εθνική κυριαρχία υποχωρεί εμπρός σε οικονομικές εξαρτήσεις, γεωπολιτικές πιέσεις και επικοινωνιακή χειραγώγηση.
Ο Παπαδιαμάντης διείδε επίσης ότι η μεγαλύτερη κρίση δεν είναι η οικονομική, αλλά κυρίως η πνευματική. Θεωρούσε ότι ένα έθνος το οποίο αποκόπτεται από την ιστορική του παράδοση, από την Ορθοδοξία, από τα ήθη, έθιμα και την συλλογική του μνήμη, καθίσταται ευάλωτο, αποκομμένο από τις ρίζες του, υποταγμένο σε κάθε μορφή πολιτικού μιμητισμού, πιθηκισμού και εξαρτήσεως.
Γι’ αυτό και εμάχετο τον «ξενισμό», τον «πιθηκισμό» και την άκριτη μεταφορά των ξένων Δυτικών και Φράγκικων προτύπων στον ελληνικό χώρο. Δεν επρόκειτο περί στείρου συντηρητισμού· επρόκειτο περί αγωνίας και εθνικής συνείδησης για την αλλοίωση της ταυτότητας του Γένους. Η πολιτική σκέψη του Παπαδιαμάντη συνδέεται άρρηκτα με την κοινωνική και ηθική ευθύνη. Ο αληθινός πολιτικός, κατά την βαθύτερη λογική του έργου του, δεν είναι ο επαγγελματίας και διαχειριστής της εξουσίας, αλλά εκείνος που υπηρετεί θυσιαστικά τον λαό του, την ιστορία του Γένους του και την αλήθεια. Ξέρει δηλαδή να υπηρετεί το λαό του και να θυσιάζεται ως ο Άμισθος Κυβερνήτης Ιω Καποδίστριας.
Αντιθέτως, οι «έμποροι των εθνών» αντιμετωπίζουν την πατρίδα ως αντικείμενο συναλλαγής και τον άνθρωπο ως εκλογική ή οικονομική μονάδα.
Ιδιαιτέρως σημαντική είναι και η διάκριση που κάνει ο Παπαδιαμάντης μεταξύ εθνικής πολιτικής και κομματικής πολιτικής και της μικροπολιτικής. Ο ίδιος απεχθανόταν τον χρεωκοπημένο δημαγωγικό λόγο, τον κομματικό φανατισμό και την πολιτική θεατρικότητα του θεάτρου μέσα στη κοινωνία. Περιγράφει με μοναδική οξύτητα την συμμαχία της πλουτοκρατίας και της οχλοκρατίας, δηλαδή την ένωση των οικονομικών συμφερόντων και της μαζικής χειραγωγήσεως, προσώπων και οικογενειών της εποχής του.
Η παρατήρησή του αυτή μοιάζει σχεδόν προφητική και διορατική για τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα, τούς σύγχρονους συνταγματικούς και πολιτικούς θεσμούς, όπου η υποκρισία της εικόνας, υπερισχύει της ουσίας και η επικοινωνία αντικαθιστά την πολιτική αλήθεια.
Ταυτοχρόνως όμως, ο Παπαδιαμάντης δεν υπήρξε ένας δυτικός μηδενιστής. Δεν απέρριψε την ίδια την πολιτική· απέρριψε την διαφθορά της πολιτικής, απέρριψε πολιτικούς και άρχοντες της εποχής του που ήταν υποκριτές. Οραματιζόταν μία Πολιτεία θεμελιωμένη στην δικαιοσύνη, στην παράδοση, στην πνευματικότητα και στην κοινωνική συνοχή. Μια Πολιτεία μέσω της Χάρτας του Ρήγα Φεραίου. Η δική του πολιτική πρόταση δεν ήταν μια στείρα κομματική, αλλά μία πολιτισμική και ηθική. Πίστευε ότι χωρίς πνευματικό υπόβαθρο, χωρίς εθνική αυτογνωσία και χωρίς ηθική συγκρότηση, καμία κρατική ισχύς δεν μπορεί να διασώσει ένα έθνος.
Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών ανακατατάξεων, γεωοικονομικών εξαρτήσεων και πολιτισμικής αποδομήσεως, ο λόγος του Παπαδιαμάντη αποκτά χαρακτήρα ιστορικής προειδοποιήσεως για το αύριο. Το ερώτημα που θέτει παραμένει δραματικά επίκαιρο, θα συνεχίσουν οι λαοί να κυβερνώνται από «εμπόρους των εθνών» ή θα αναζητήσουν ξανά την γνήσια πολιτική με ηθικό και βιοπολιτικό περιεχόμενο, με ιστορική συνείδηση και αληθινή ελευθερία;
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης δεν μας καλεί απλώς να επιστρέψουμε στο παρελθόν. Μας καλεί να επαναθεμελιώσουμε το μέλλον μας, επάνω σε ουράνιες αξίες που δεν εξαγοράζονται. Όπως είναι η αλήθεια, η πίστη, η αξιοπρέπεια και η εθνική αυτοσυνειδησία. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η διαχρονική πολιτική του δύναμη που απηχεί με αφύπνιση στο αύριο, μακριά από σύγχρονες δουλείες της όποιας ηλεκτρονικής διακυβέρνησης τύπου Ωκεανίας Όργουελ.