Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών Κωνσταντίνος Γρίβας, σε παρέμβασή του στον Θήτα FM, περιέγραψε έναν κόσμο στον οποίο η διεθνής ισορροπία ισχύος μεταβάλλεται ταχύτατα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις στη διατήρηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας τους και νέες περιφερειακές δυνάμεις επιχειρούν να καλύψουν το κενό που δημιουργείται.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε η Τουρκία, την οποία χαρακτήρισε ως μία από τις πλέον φιλόδοξες δυνάμεις του σημερινού διεθνούς συστήματος, εκτιμώντας ότι η Άγκυρα δεν επιδιώκει απλώς τον ρόλο μιας «μεσαίας δύναμης», αλλά φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε μεγάλη ευρασιατική δύναμη.
«Η ισχύς διαμορφώνει το δίκαιο»
Ξεκινώντας από τη σχέση διεθνούς δικαίου και στρατιωτικής ισχύος, ο Κωνσταντίνος Γρίβας υποστήριξε ότι δεν πρόκειται για δύο ανεξάρτητα μεγέθη.
Όπως εξήγησε, το διεθνές σύστημα στηρίζεται ιστορικά στις ισορροπίες μεταξύ των κρατών και η πραγματική δυνατότητα ενός κράτους να προασπίσει τα δικαιώματα και τα συμφέροντά του αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη διαμόρφωση αυτών των ισορροπιών.
Κατά τον καθηγητή, η πραγματική ερώτηση σήμερα δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις «στα χαρτιά», αλλά ποιος μπορεί πράγματι να μετατρέψει αυτή την ισχύ σε πολιτικό και στρατηγικό αποτέλεσμα επί του πεδίου.
Ως παράδειγμα χρησιμοποίησε τις δυσκολίες που, κατά την ανάλυσή του, αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι σε πολύ μικρότερους αντιπάλους, αλλά και το κρίσιμο ζήτημα της παραγωγής και κατανάλωσης προηγμένων πυρομαχικών σε έναν σύγχρονο πόλεμο μεγάλης διάρκειας.
Ο Γρίβας στάθηκε ιδιαίτερα στη βιομηχανική διάσταση του πολέμου, υποστηρίζοντας ότι η δυνατότητα συνεχούς παραγωγής πυρομαχικών, πυραύλων, πλοίων και φθηνών οπλικών συστημάτων αποκτά ξανά κεντρική σημασία.
Το κενό και η Τουρκία
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Γρίβα, η σχετική υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος δημιουργεί ένα διεθνές κενό το οποίο επιχειρούν να εκμεταλλευθούν περιφερειακές δυνάμεις.
«Η πιο φιλόδοξη δύναμη στον πλανήτη είναι η Τουρκία», ανέφερε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι η Άγκυρα θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει το σημερινό «παράθυρο ευκαιρίας».
Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία δεν περιορίζεται στην επιδίωξη αναγνώρισης ως περιφερειακού παίκτη. Φιλοδοξεί να μετατραπεί σε μεγάλη ευρασιατική δύναμη και, για την επίτευξη αυτού του στόχου, θα ασκήσει μεγαλύτερη πίεση στο γεωπολιτικό της περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τοποθέτησε και την Ελλάδα.
Ο Γρίβας θεωρεί ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως μία από τις «μεσαίες δυνάμεις» που περιορίζουν την επέκταση πιο φιλόδοξων περιφερειακών δυνάμεων, όπως –κατά το παράδειγμα που χρησιμοποίησε– η Ιαπωνία λειτουργεί έναντι της Κίνας.
«Η Ελλάδα δεν έχει πεθάνει»
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο καθηγητής απέναντι στην αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι εκ των προτέρων αδύναμη να αντιδράσει στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Αναγνώρισε σοβαρά προβλήματα στην ελληνική οικονομία, στην παραγωγική βάση, στο δημογραφικό και στην άμυνα, υπογράμμισε όμως ότι αυτά δεν καθιστούν τη χώρα ανίσχυρη.
Αντιθέτως, υποστήριξε ότι η σημερινή διεθνής αναδιάταξη δημιουργεί παράλληλα μια μεγάλη ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα, εφόσον η χώρα αναπτύξει δική της στρατηγική και πάψει να λειτουργεί αποκλειστικά βάσει όσων αποφασίζουν οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο ή η Ουάσιγκτον.
Αναφέρθηκε μάλιστα σε πρόσφατη τοποθέτηση του Ιάπωνα πολιτικού Τάρο Κόνο στη Σχολή Ευελπίδων, σημειώνοντας ότι Ελλάδα και Ιαπωνία μπορούν να θεωρηθούν «μεσαίες δυνάμεις» με κοινό συμφέρον την υπεράσπιση της διεθνούς νομιμότητας και κυρίως του Δικαίου της Θάλασσας.
Το Αιγαίο ως ενιαίο σύστημα προβολής ισχύος
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της παρέμβασής του αφορούσε την ελληνική στρατιωτική στρατηγική στο Αιγαίο.
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας επανέφερε την πρότασή του για μετατροπή του Αιγαίου σε ένα ενοποιημένο πλέγμα προβολής ισχύος, στο οποίο τα ελληνικά νησιά δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως σημεία που πρέπει να αμυνθούν, αλλά ως ενεργά στρατιωτικά σημεία στήριξης.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, συστήματα πυραύλων, μικρά ταχύπλοα σκάφη, υποβρύχια μέσα και άλλες δυνατότητες μπορούν να δημιουργήσουν ένα εξαιρετικά δύσκολο επιχειρησιακό περιβάλλον για οποιονδήποτε αντίπαλο.
Η στρατιωτική παρουσία, τόνισε, δεν έχει μόνο επιχειρησιακή αξία αλλά ενισχύει και την πρακτική κατοχύρωση της ελληνικής κυριαρχίας.
«Δεν θα μας συνθλίψει η Τουρκία επειδή έχει περισσότερο στρατό»
Ο καθηγητής απέρριψε επίσης την άποψη ότι η αριθμητική υπεροχή της Τουρκίας καθιστά εκ των προτέρων καταδικασμένη οποιαδήποτε ελληνική προσπάθεια αποτροπής.
Όπως ανέφερε, η Τουρκία διαθέτει πλεονεκτήματα, αλλά παράλληλα αντιμετωπίζει σημαντικές αδυναμίες στη στρατιωτική και γεωστρατηγική της δομή.
Κατά συνέπεια, θεωρεί λανθασμένη την προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα πρέπει να αποφεύγει οποιαδήποτε αποφασιστική κίνηση επειδή η άλλη πλευρά θα απαντήσει αυτομάτως με πόλεμο.
Ο ίδιος χαρακτήρισε την απειλή πολέμου μέρος του υβριδικού πολέμου που, σύμφωνα με την ανάλυσή του, ασκεί εδώ και χρόνια η Τουρκία εναντίον της Ελλάδας.
Αλλαγή φιλοσοφίας στους εξοπλισμούς
Στο στρατιωτικό σκέλος ο Κωνσταντίνος Γρίβας έστειλε ένα ακόμη σαφές μήνυμα: η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην αγορά μικρών αριθμών πανάκριβων οπλικών συστημάτων.
Τόνισε την ανάγκη μαζικής παραγωγής φθηνότερων ελληνικών συστημάτων, προσαρμοσμένων στις επιχειρησιακές απαιτήσεις του Αιγαίου.
Επικαλέστηκε τα διδάγματα από την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και άλλες σύγχρονες συγκρούσεις, όπου drones, περιφερόμενα πυρομαχικά, πύραυλοι και άλλα σχετικά φθηνά συστήματα μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλες ζημιές σε πολύ ακριβότερες πλατφόρμες.
Στο πλαίσιο αυτό υπογράμμισε ότι η αγορά προηγμένων μαχητικών, όπως τα F-35, δεν μπορεί από μόνη της να αποτελεί ολοκληρωμένη στρατηγική πολέμου.
Το καλώδιο και ο κίνδυνος «ιδιωτικοποίησης» της εξωτερικής πολιτικής
Στην παρέμβαση τέθηκε και το ζήτημα του υποθαλάσσιου καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου.
Ερωτηθείς για τον ρόλο ιδιωτικής εταιρείας στις εργασίες, ο Γρίβας υπογράμμισε ότι άλλο είναι η τεχνική ενημέρωση που δικαιούται ή οφείλει να εκδίδει μία εταιρεία για τις εργασίες της και άλλο να λειτουργήσει ουσιαστικά ως άτυπος μεσολαβητής μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
«Εάν προσπαθήσει να λειτουργήσει ως άτυπος διαπραγματευτής μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, τότε ναι, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα», σημείωσε, υποστηρίζοντας ότι σε μια τέτοια περίπτωση κρατικές αρμοδιότητες θα μεταφέρονταν ουσιαστικά σε μια ιδιωτική εταιρεία.
Ο καθηγητής απέρριψε επίσης ως απαράδεκτη την επίκληση του τουρκολιβυκού μνημονίου από την Άγκυρα προκειμένου να αξιώνει λόγο ή ενημέρωση για δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές που σχετίζονται με ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Σκληρή κριτική στα «ήρεμα νερά»
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε απέναντι στο αφήγημα των «ήρεμων νερών» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Κατά τον Κωνσταντίνο Γρίβα, η μείωση της έντασης σε ορισμένα πεδία δεν σημαίνει ότι σταμάτησε η πίεση της Τουρκίας.
Υποστήριξε ότι η Άγκυρα εφαρμόζει μεθοδικά μορφές υβριδικού πολέμου, με εργαλεία τη νομική αμφισβήτηση, την πληροφοριακή πίεση, την απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος και τη χρησιμοποίηση πολιτικών ή οικονομικών μέσων ως προεκτάσεων της κρατικής στρατηγικής.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε και στα τουρκικά αλιευτικά, υποστηρίζοντας ότι η παρουσία τους στο Αιγαίο δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντα ως μεμονωμένη δραστηριότητα ιδιωτών, αλλά –σύμφωνα με τη δική του εκτίμηση– μπορεί να εντάσσεται σε ευρύτερη στρατηγική άσκησης πίεσης.
«Δεν υπάρχει θερμό επεισόδιο – υπάρχει έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων»
Ο καθηγητής αμφισβήτησε ακόμη και τον όρο «θερμό επεισόδιο», επισημαίνοντας ότι από τη στιγμή που αρχίζει ανταλλαγή πυρών, αυτό που υπάρχει στην πραγματικότητα είναι έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων.
Το εάν αυτές θα περιοριστούν γρήγορα ή θα εξελιχθούν σε μεγαλύτερη σύγκρουση είναι, όπως σημείωσε, διαφορετικό ζήτημα.
Για τον Γρίβα, επομένως, το μεγάλο ελληνικό στοίχημα δεν είναι να επιλέξει μεταξύ «υποχώρησης» και «πολέμου», αλλά να δημιουργήσει τέτοια αποτρεπτική ισχύ ώστε το κόστος μιας τουρκικής κλιμάκωσης να είναι εξαρχής απαγορευτικό.
Η συνολική θέση του ήταν σαφής: η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε σοβαρούς κινδύνους, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει γεωγραφικά, στρατηγικά και τεχνολογικά πλεονεκτήματα. Το κρίσιμο, κατά τον ίδιο, είναι να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, εγχώρια παραγωγική δυνατότητα και μία ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική προσαρμοσμένη στον νέο, πολύ πιο ανταγωνιστικό κόσμο.