Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν έφτασε σε εμάς μόνο ως θρύλος, θρήνος και ιστορικό ορόσημο. Έφτασε και μέσα από μάτια ανθρώπων που τη βίωσαν. Ανάμεσα στις σημαντικότερες μαρτυρίες βρίσκεται εκείνη του Νικολό Μπαρμπάρο, ενός Βενετού γιατρού που έζησε μέσα στην Πόλη τις τελευταίες εβδομάδες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Ο Μπαρμπάρο δεν γράφει σαν ποιητής. Δεν παραδίδει θρήνο. Παραδίδει ημερολόγιο. Καταγράφει μέρα με τη μέρα την πολιορκία, τις κινήσεις των Οθωμανών, τις άμυνες των χριστιανών, τον φόβο, την εξάντληση, την ελπίδα που λιγοστεύει και τελικά τη στιγμή που η Πόλη χάνεται.
Στις 5 Απριλίου 1453 βλέπει τον Μωάμεθ Β΄ να φτάνει μπροστά στα τείχη με τεράστιο στρατό. Τις επόμενες ημέρες οι Οθωμανοί πλησιάζουν σταδιακά, απλώνονται κατά μήκος των χερσαίων τειχών και αρχίζουν να σφίγγουν τον κλοιό. Η Κωνσταντινούπολη μπαίνει σε κατάσταση ύστατης άμυνας.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος εγκαταλείπει το παλάτι και στέκεται στα τείχη, στο πιο ευάλωτο σημείο. Ο βενετός βάιλος Τζιρόλαμο Μινόττο βρίσκεται κοντά του. Οι Βενετοί, οι Γενουάτες, οι Έλληνες, οι μοναχοί, οι ναύτες, οι ξένοι μισθοφόροι, όλοι παίρνουν θέση. Η Πόλη γνωρίζει ότι δεν υπερασπίζεται απλώς τα τείχη της. Υπερασπίζεται την ύπαρξή της.
Ο Μπαρμπάρο δίνει ιδιαίτερο βάρος στη θάλασσα. Περιγράφει τον Κεράτιο, την αλυσίδα, τα πλοία, τις γαλέρες, τη διαρκή αγωνία μήπως ο οθωμανικός στόλος κινηθεί αιφνιδιαστικά. Η άμυνα της Πόλης δεν ήταν μόνο ζήτημα τειχών. Ήταν και ζήτημα ελέγχου του λιμανιού.
Στις 11 Απριλίου καταγράφει την εγκατάσταση των μεγάλων οθωμανικών κανονιών απέναντι από τα τείχη. Το πιο φοβερό από αυτά έριχνε, κατά τη μαρτυρία του, τεράστιες πέτρινες μπάλες που συγκλόνιζαν την πόλη, τα τείχη και ακόμη και τα πλοία στο λιμάνι. Από εκείνη τη στιγμή, η πολιορκία παίρνει άλλον χαρακτήρα. Η παλαιά πέτρινη άμυνα της Βασιλεύουσας δοκιμάζεται από τη νέα τεχνολογία του πυροβολικού.
Η καθημερινότητα που περιγράφει είναι αδιάκοπη φθορά. Οι Οθωμανοί βομβαρδίζουν. Οι υπερασπιστές επισκευάζουν. Τα τείχη πέφτουν. Οι χριστιανοί τα ξαναχτίζουν με βαρέλια, χώμα, κλαδιά, πέτρες, ό,τι υπάρχει. Άνδρες, γυναίκες, γέροντες, νέοι και ιερείς εργάζονται μαζί. Η Πόλη δεν πέφτει αμέσως γιατί κάθε ρήγμα γίνεται πρόχειρο νέο τείχος.
Στις 20 Απριλίου ο Μπαρμπάρο ζει μια από τις λίγες μεγάλες στιγμές ελπίδας. Τέσσερα χριστιανικά πλοία εμφανίζονται και καταφέρνουν, έπειτα από σκληρή ναυμαχία με τον οθωμανικό στόλο, να μπουν στον Κεράτιο. Για τους πολιορκημένους είναι ανάσα. Για τον Μωάμεθ είναι ταπείνωση.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, έρχεται το σοκ. Στις 22 Απριλίου οι Οθωμανοί μεταφέρουν πλοία από την ξηρά, πάνω από τον Γαλατά, και τα ρίχνουν στον Κεράτιο. Ο Μπαρμπάρο περιγράφει το γεγονός με δέος και τρόμο. Η Πόλη βλέπει τον εχθρό να μπαίνει εκεί όπου πίστευε ότι προστατεύεται.
Η απόπειρα των Βενετών να κάψουν τα οθωμανικά πλοία αποτυγχάνει τραγικά. Ο Μπαρμπάρο κατηγορεί τους Γενουάτες του Πέρα ότι πρόδωσαν το σχέδιο στον σουλτάνο. Η προκατάληψή του κατά των Γενουατών είναι φανερή. Ως Βενετός, βλέπει την πολιορκία μέσα και από το πρίσμα της παλιάς ιταλικής αντιπαλότητας. Αυτό δεν ακυρώνει τη μαρτυρία του, αλλά χρειάζεται να το θυμόμαστε.
Όσο πλησιάζει το τέλος, η αφήγησή του γίνεται πιο βαριά. Οι υπερασπιστές ανακαλύπτουν οθωμανικές υπόγειες στοές. Τις καίνε, τις ανατινάζουν, τις γκρεμίζουν. Οι Οθωμανοί χτίζουν πύργους, φέρνουν σκάλες, σκάβουν, βομβαρδίζουν, φωνάζουν, ανάβουν φωτιές. Η νύχτα της 26ης προς 27η Μαΐου μοιάζει με προαναγγελία της καταστροφής: το οθωμανικό στρατόπεδο λάμπει από φωτιές και οι κραυγές ακούγονται ως την ασιατική ακτή.
Στις 28 Μαΐου όλα δείχνουν πως έρχεται η τελική επίθεση. Ο Μπαρμπάρο περιγράφει τους Οθωμανούς να μεταφέρουν σκάλες, να οργανώνονται, να παίρνουν θέσεις. Μέσα στην Πόλη χτυπούν οι καμπάνες, οι υπερασπιστές σπεύδουν στα τείχη και όλοι γνωρίζουν ότι η επόμενη ημέρα θα κρίνει τα πάντα.
Η 29η Μαΐου είναι η ημέρα της πτώσης.
Ο Μπαρμπάρο βλέπει τους Οθωμανούς να μπαίνουν πρώτα στα εξωτερικά οχυρώματα. Περιγράφει απίστευτη σφαγή στις πρώτες γραμμές, με τους χριστιανούς να ρίχνουν πέτρες από τα τείχη και τους Οθωμανούς να γεμίζουν τα προτειχίσματα. Γράφει ότι ο τρόμος κυριεύει τους υπερασπιστές και ότι ο αυτοκράτορας διατάζει να χτυπήσει ο συναγερμός σε όλη την πόλη.
Στο πιο αμφιλεγόμενο σημείο της αφήγησής του, κατηγορεί τον Γενοβέζο Τζοβάνι Τζουστινιάνι ότι εγκατέλειψε τη θέση του και έτρεξε προς το πλοίο του, φωνάζοντας πως οι Τούρκοι είχαν μπει στην πόλη, ενώ, κατά τον Μπαρμπάρο, αυτό ακόμη δεν ήταν αλήθεια. Η φήμη αυτή, όπως την καταγράφει, προκαλεί πανικό. Οι υπερασπιστές εγκαταλείπουν θέσεις και κατευθύνονται προς το λιμάνι.
Άλλες πηγές, όμως, δίνουν διαφορετική εικόνα. Ο Λεονάρδος ο Χίος, ο Δούκας και ο Λάονικος Χαλκοκονδύλης αναφέρουν ότι ο Τζουστινιάνι είχε τραυματιστεί. Εδώ φαίνεται καθαρά το βενετικό βλέμμα του Μπαρμπάρο, αλλά και η οξύτητα της στιγμής: μέσα στον πανικό της Άλωσης, η αλήθεια, η φήμη και η προκατάληψη μπλέκονται.
Τελικά, κατά την ανατολή του ήλιου, οι Οθωμανοί μπαίνουν από την περιοχή του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου τα τείχη είχαν σχεδόν ισοπεδωθεί από τα κανόνια. Ο Μπαρμπάρο περιγράφει τη σφαγή που ακολούθησε. Από την ανατολή μέχρι το μεσημέρι, όποιος βρισκόταν μπροστά στους εισβολείς κινδύνευε να σκοτωθεί. Άνδρες, γυναίκες, γέροντες, παιδιά. Άλλοι κρύφτηκαν σε υπόγεια. Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν ως δούλοι.
Η στιγμή που για τον Μπαρμπάρο σφραγίζει το τέλος είναι η ύψωση της σημαίας του σουλτάνου. Οι Οθωμανοί κατεβάζουν τη σημαία του Αγίου Μάρκου και του αυτοκράτορα και ανεβάζουν το λάβαρο του Μωάμεθ. Τότε, γράφει ουσιαστικά, όλοι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι η πόλη είχε χαθεί και δεν υπήρχε πλέον ελπίδα.
Ο ίδιος σώθηκε. Κατέφυγε στην περιοχή του Πέραν και τελικά επιβιβάστηκε σε βενετικό πλοίο που διέφυγε. Η φυγή του έχει και αυτή δραματικό χαρακτήρα: οι Βενετοί προσπαθούν να περάσουν την αλυσίδα, κόβουν τμήμα της, φεύγουν με βόρειο άνεμο και γλιτώνουν επειδή ο οθωμανικός στόλος είχε μείνει χωρίς πληρώματα, καθώς οι περισσότεροι είχαν μπει στην πόλη για τη λεηλασία.
Η μαρτυρία του Μπαρμπάρο είναι ψυχρή, λεπτομερής και πολύτιμη. Δεν είναι αμερόληπτη. Δεν αγαπά τους Γενουάτες. Συχνά βλέπει τους Βενετούς ως πιο γενναίους από τους Έλληνες. Χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα για τους Οθωμανούς. Είναι άνθρωπος του καιρού του, της πόλης του, της τάξης του και της πίστης του.
Αλλά ακριβώς επειδή έγραφε καθημερινά, μέσα στα γεγονότα, η αφήγησή του έχει τεράστια αξία. Δεν είναι μεταγενέστερη ανασύνθεση. Είναι ημερολόγιο πολιορκίας. Μας δείχνει την Άλωση όχι ως μια στιγμιαία κατάρρευση, αλλά ως αργό στραγγαλισμό: κανόνια, πείνα, φόβος, προσευχές, προδοσίες, επισκευές, ναυμαχίες, υπόγειες στοές, κραυγές, φωτιές και στο τέλος σιωπή.
Για τον Ελληνισμό, η μαρτυρία του Μπαρμπάρο έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί φωτίζει την τελευταία πράξη της Πόλης από μέσα. Βλέπει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στα τείχη. Βλέπει τους ανθρώπους να δουλεύουν, να πολεμούν, να κλαίνε, να ελπίζουν και να φοβούνται. Βλέπει την Πόλη να πέφτει όχι επειδή δεν άντεξε στην ψυχή, αλλά επειδή έμεινε μόνη απέναντι σε μια τεράστια πολεμική μηχανή.
Ποιος ήταν ο Νικολό Μπαρμπάρο
Ο Νικολό Μπαρμπάρο ήταν Βενετός γιατρός και χειρουργός, μέλος ευγενούς οικογένειας της Βενετίας. Ζούσε στη βενετική αποικία της Κωνσταντινούπολης, η οποία διοικούνταν από τον βάιλο Τζιρόλαμο Μινόττο.
Από τις 5 Απριλίου 1453, όταν άρχισε η πολιορκία, άρχισε να κρατά ημερολόγιο με καθημερινές εγγραφές. Η μαρτυρία του θεωρείται μία από τις σημαντικότερες δυτικές πηγές για την Άλωση, επειδή παρακολουθεί τα γεγονότα μέρα με τη μέρα, με ακρίβεια και πολλές λεπτομέρειες.
Ο ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν χαρακτήρισε το ημερολόγιό του «την πιο χρήσιμη από τις δυτικές πηγές» για την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Παρά τις προκαταλήψεις του, ιδίως κατά των Γενουατών του Πέραν, η καταγραφή του παραμένει ανεκτίμητη.
Μετά την Άλωση, ο Μπαρμπάρο διασώθηκε, κατέφυγε στο Πέραν και τελικά επέστρεψε με πλοίο στη Βενετία τον Ιούλιο του 1453.