Σήμερα, η Ελλάδα επιδιώκει την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων της με το Αζερμπαϊτζάν. Η νέα πρέσβης της Ελλάδας στο Μπακού, Μαρία Παπακωνσταντίνου, προωθεί πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της διμερούς συνεργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι απευθείας αεροπορικές συνδέσεις, οι επενδύσεις, οι επιχειρηματικές σχέσεις, η πανεπιστημιακή συνεργασία, ο πολιτισμός και η ελληνική γλώσσα.
Η ανάπτυξη των διμερών σχέσεων αποτελεί θεμιτό στόχο κάθε διπλωματικής αποστολής. Η Ελλάδα έχει εθνικά συμφέροντα, τα οποία η εξωτερική της πολιτική οφείλει να υπηρετεί.
Υπάρχει, όμως, ένα εύλογο ερώτημα.
Πώς μπορεί η Ελλάδα να εμβαθύνει τις σχέσεις της με το Αζερμπαϊτζάν, όταν μόλις λίγα χρόνια πριν η ίδια η ελληνική διπλωματία είχε βρεθεί στο στόχαστρο της ηγεσίας του Μπακού, με τον τότε πρέσβη Νικόλαο Πιπερίγκο να δέχεται δημόσια επίθεση από τον Ιλχάμ Αλίγιεφ και την Αθήνα να ανακαλεί τον πρέσβη της για διαβουλεύσεις;
Πώς μπορεί η Ελλάδα να εμβαθύνει τις σχέσεις της με το Αζερμπαϊτζάν, όταν ο πρόεδρος Ιλχάμ Αλίγιεφ όχι μόνο δηλώνει επανειλημμένα ότι το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία είναι «ένα έθνος, δύο κράτη», αλλά έχει επίσης αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο ενίσχυσης των σχέσεων του Μπακού με το κατοχικό καθεστώς στα κατεχόμενα της Κύπρου;
Πώς μπορεί η Αθήνα να προωθεί μια ολοένα στενότερη συνεργασία με ένα κράτος, του οποίου η πολιτική ηγεσία υιοθετεί δημόσια θέσεις που αγγίζουν άμεσα τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας;
Πώς μπορεί να προωθείται μια τόσο φιλόδοξη ατζέντα συνεργασίας, όταν εξακολουθούν να παραμένουν ανοικτά ζητήματα που αγγίζουν τις αρχές του διεθνούς δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις παραδοσιακές σχέσεις της Ελλάδας με την Αρμενία;
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά την εκάστοτε πρέσβη ούτε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο.
Αφορά τη συνολική κατεύθυνση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Γιατί η Ελλάδα δεν έχει μόνο ενεργειακά ή οικονομικά συμφέροντα στον Νότιο Καύκασο.
Έχει και ιστορική μνήμη.
Έχει μια πολυάριθμη αρμενική κοινότητα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και αντίστοιχα στην Αρμενία υπάρχει και εκεί μια πολυάριθμη Ελληνική κοινότητα από απογόνους Ποντίων που είναι αναπόσπαστο μέρος της Αρμενικής κοινωνίας.
Έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων.
Και έχει μια κοινή ιστορία που ξεκινά πολύ πριν από τη σύγχρονη διπλωματία.
Ξεκινά στον ναό του Γκαρνί, όπου Έλληνες και Αρμένιοι δημιούργησαν μαζί ένα μοναδικό μνημείο που στέκει εδώ και σχεδόν δύο χιλιετίες.
Συνεχίζεται στον Ισθμό της Κορίνθου, όπου Αρμένιοι εργάτες συμμετείχαν σε ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά έργα της νεότερης Ελλάδας.
Η ιστορία αυτή δεν ζητά από την Ελλάδα να επιλέξει ανάμεσα στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν.
Ζητά μόνο να μην ξεχάσει ποια είναι.
Γιατί οι σχέσεις των κρατών μπορεί να αλλάζουν.
Οι κυβερνήσεις μπορεί να αλλάζουν.
Οι πρέσβεις μπορεί να αλλάζουν.
Η ιστορία, όμως, παραμένει.
Και η ιστορία των σχέσεων Ελλήνων και Αρμενίων γράφτηκε με πέτρα, με ιδρώτα, με κοινή δημιουργία και με αμοιβαίο σεβασμό.
Αυτή είναι η παρακαταθήκη που οφείλει να εμπνέει και τη σημερινή ελληνική εξωτερική πολιτική.