Σε μια αιχμηρή πολιτική ανάλυση, ο Σταύρος Καλεντερίδης αποδομεί τη γνωστή φράση «έχουμε τους πολιτικούς που μας αξίζουν», υποστηρίζοντας ότι η ευθύνη για τη σημερινή κρίση δεν βαραίνει πρωτίστως τους πολίτες, αλλά το ίδιο το πολιτικό σύστημα, το Σύνταγμα, τον εκλογικό νόμο και τους μηχανισμούς εξουσίας που κρατούν τον πολίτη μακριά από την πραγματική λήψη αποφάσεων.
Ο αναλυτής ξεκινά από μια βασική θέση: ευθύνη χωρίς εξουσία δεν υπάρχει. Όπως σημειώνει, όσο η ουσιαστική πολιτική δύναμη παραμένει στα χέρια κομματικών μηχανισμών, κυβερνητικών κέντρων, οικονομικών συμφερόντων και κλειστών κύκλων εξουσίας, δεν μπορεί να φορτώνεται συλλήβδην στον λαό η αποτυχία του πολιτικού προσωπικού.
Κατά τον Σταύρο Καλεντερίδη, οι πολίτες δεν επιλέγουν πραγματικά τους ανθρώπους που κυβερνούν. Τα ψηφοδέλτια, όπως τονίζει, καταρτίζονται από τα κόμματα, ενώ οι βουλευτές επικρατείας και οι έδρες που προκύπτουν από τον εκλογικό νόμο απομακρύνουν ακόμη περισσότερο την αντιπροσώπευση από την άμεση λαϊκή βούληση. Ιδιαίτερη κριτική ασκεί και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η λευκή ψήφος, αλλά και στις ψήφους κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής, υποστηρίζοντας ότι το σύστημα λειτουργεί υπέρ των ισχυρών κομματικών σχηματισμών.
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται η θέση ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς πολιτική ή ηθική κρίση, αλλά πολιτειακή κρίση. Ο Καλεντερίδης υποστηρίζει πως οι πολίτες δεν έχουν ουσιαστικά εργαλεία συμμετοχής: δεν υπάρχουν δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών, δεν υπάρχει δυνατότητα ανάκλησης αξιωματούχων, δεν υπάρχει νομοθετική πρωτοβουλία από τη βάση, ούτε θεσμοί ουσιαστικής λογοδοσίας.
Σκληρή είναι και η κριτική του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, την οποία συνδέει με τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι ανώτατες δικαστικές ηγεσίες επηρεάζονται από την εκάστοτε κυβέρνηση, γεγονός που, κατά την άποψή του, υπονομεύει την ανεξαρτησία των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Αντίστοιχα, αναφέρεται στην Παιδεία, την οποία θεωρεί ελεγχόμενη από το πολιτικό σύστημα. Σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, τα κόμματα και οι κυβερνήσεις καθορίζουν το περιεχόμενο, την κατεύθυνση και τη νοοτροπία της εκπαίδευσης, ενώ τα πανεπιστήμια, αντί να λειτουργούν ως χώροι ελεύθερης παραγωγής εναλλακτικών προτάσεων, συχνά εντάσσονται στο ίδιο καθεστωτικό πλαίσιο.
Ένα ακόμη σημείο της ανάλυσης αφορά το υδροκέφαλο κράτος των Αθηνών και την περιφέρεια. Ο Καλεντερίδης υποστηρίζει ότι η ελληνική περιφέρεια παραμένει πολιτικά και οικονομικά εξαρτημένη, χωρίς ουσιαστική αυτονομία, ενώ οι τοπικοί εκπρόσωποι λειτουργούν κυρίως με βάση την κομματική γραμμή και όχι τις ανάγκες των κοινωνιών που εκπροσωπούν.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στην κοινωνία των πολιτών, λέγοντας ότι αντί να αποτελεί αντίβαρο στην κομματική εξουσία, συχνά έχει πληγεί από πελατειακές πρακτικές, χρηματοδοτήσεις, ΜΚΟ και μηχανισμούς που αλλοιώνουν τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της κοινωνικής συμμετοχής.
Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι σαφές: ο Σταύρος Καλεντερίδης ζητά νέο, πραγματικά δημοκρατικό Σύνταγμα και πολίτευμα, με ενεργό ρόλο των Ελλήνων πολιτών. Όπως τονίζει, το ζητούμενο δεν είναι να αποδεχθεί ο λαός την ενοχή που του φορτώνει το σύστημα, αλλά να διεκδικήσει πραγματική δύναμη, συμμετοχή και πολιτειακή αλλαγή.
Με άλλα λόγια, η ανάλυσή του μεταφέρει τη συζήτηση από το «φταίνε οι πολίτες» στο «ποιος έχει πραγματικά την εξουσία». Και εκεί, κατά τον ίδιο, βρίσκεται η καρδιά του ελληνικού προβλήματος.