Νέο κύκλο συζήτησης για τη στρατηγική που ακολουθεί η Αθήνα έναντι της Τουρκίας ανοίγει το άρθρο της Μαρίας Γαβουνέλη στην εφημερίδα «Τα Νέα» με τίτλο «Σενάρια στο Αιγαίο», καθώς η καθηγήτρια Διεθνούς Δικαίου και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΙΑΜΕΠ επιχειρεί να υπερασπιστεί τη λογική της Διακήρυξης των Αθηνών και της πολιτικής των λεγόμενων «ήρεμων νερών».
Το κείμενο, ωστόσο, προκαλεί ερωτήματα όχι μόνο για τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει, αλλά και για τις αντιφάσεις που περιέχει.
Η ίδια η αρθρογράφος περιγράφει με ιδιαίτερα σκληρούς όρους τη συμπεριφορά της Τουρκίας. Αναγνωρίζει ότι η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάννης, να δημιουργεί γκρίζες ζώνες, να διατηρεί το casus belli, να αρνείται πλήρη επήρεια στα ελληνικά νησιά, να διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες που συγκρούονται με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και να προωθεί ένα νομοθετικό πλαίσιο που ουσιαστικά «ενθυλακώνει» τα ελληνικά νησιά μέσα σε μια τουρκική θαλάσσια επικράτεια.
Με άλλα λόγια, η ίδια περιγράφει μια Τουρκία που δεν εγκατέλειψε ποτέ τον αναθεωρητισμό της.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό: εφόσον όλα αυτά ίσχυαν και εξακολουθούν να ισχύουν, τότε ποια ακριβώς ήταν η στρατηγική αξία των «ήρεμων νερών»;
Στο άρθρο της, η κ. Γαβουνέλη απορρίπτει το πρώτο σενάριο, δηλαδή ότι η Ελλάδα εξαπατήθηκε από την τουρκική τακτική αποκλιμάκωσης, και υποστηρίζει ότι η περίοδος αυτή έδωσε χρόνο στην Αθήνα να προχωρήσει σε σημαντικές κινήσεις, όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, η δημιουργία θαλάσσιων πάρκων, οι ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης και η ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της χώρας.
Οι επικριτές της συγκεκριμένης προσέγγισης, όμως, αντιτείνουν ότι τα περισσότερα από αυτά τα βήματα δεν αποτελούν παραχωρήσεις της Τουρκίας ούτε προϊόν του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Αντιθέτως, συνιστούν κυριαρχικά δικαιώματα που η Ελλάδα όφειλε να ασκήσει εδώ και χρόνια ανεξάρτητα από το κλίμα στις διμερείς σχέσεις.
Ο ΘΧΣ αποτελεί βασική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, νασίζεται στην Οδηγία 2014/89/ΕΕ, η οποία υποχρεώνει όλα τα παράκτια κράτη-μέλη να καταρτίσουν χωροταξικά σχέδια με στόχο την ασφαλή, βιώσιμη συνύπαρξη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (π.χ. ναυτιλία, αλιεία, ενέργεια) και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Μάλιστα ο ΘΧΣ έπρεπε να είχε κατατεθεί πολλά χρόνια πριν και η Ελλάδα κινδύνευε με πρόστιμο. Επίσης και τα Θαλάσσια Πάρκα αποτελούν εφαρμογή οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να προστατευθεί το 30% των ευρωπαϊκών θαλασσών έως το 2030, μέσα από ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που ελέγχει ανθρώπινες δραστηριότητες όπως η αλιεία. Επομένως αυτές οι κινήσεις δεν ήταν αποτέλεσμα της Διακήρυξης…
Ακόμη πιο έντονη είναι η κριτική για το γεγονός ότι το άρθρο καταλήγει ουσιαστικά να θεωρεί αναμενόμενη την τουρκική αντίδραση, σημειώνοντας ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τις ελληνικές κινήσεις ως «απόπειρα περικύκλωσης».
Για πολλούς αναλυτές, αυτή η διατύπωση αγγίζει τα όρια της υιοθέτησης της τουρκικής οπτικής. Διότι η Ελλάδα δεν κινείται σε ξένο χώρο, αλλά εντός του πλαισίου που ορίζει το διεθνές δίκαιο και τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η άσκηση νόμιμων δικαιωμάτων δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως «περικύκλωση» μιας χώρας που διατηρεί απέναντι casus belli και στρατιά αποβατικών δυνάμεων.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και η τελευταία φράση του άρθρου, όπου η κα. Γαβουνέλη παραδέχεται ότι οι διαπραγματεύσεις προϋποθέτουν κοινό πλαίσιο αναφοράς και καλή πίστη, για να προσθέσει αμέσως μετά ότι «εμείς αυτά δεν τα είχαμε ποτέ».
Η διαπίστωση αυτή, σύμφωνα με επικριτές της, υπονομεύει το βασικό επιχείρημα υπέρ της διαδικασίας προσέγγισης. Εάν πράγματι δεν υπήρξε ποτέ κοινό πλαίσιο αναφοράς και καλή πίστη από την άλλη πλευρά, τότε πάνω σε ποια βάση οικοδομήθηκε η αισιοδοξία για μια νέα εποχή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις;
Η παρέμβαση της κ. Γαβουνέλη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της θέσης της στο ΕΛΙΑΜΕΠ, έναν οργανισμό που συχνά θεωρείται ότι ασκεί σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Για τον λόγο αυτό, οι τοποθετήσεις των στελεχών του παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή, ειδικά σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής.
Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που δηλώσεις της προκαλούν αντιδράσεις. Είχε προηγηθεί η γνωστή αναφορά της στις ελληνοτουρκικές διαπραγματεύσεις, τις οποίες είχε παρομοιάσει με παζάρι σε λαϊκή αγορά για ένα σακί πατάτες, προκαλώντας έντονη κριτική από όσους θεωρούν ότι τέτοιες προσεγγίσεις υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα των ζητημάτων εθνικής κυριαρχίας. Η συγκυρία φυσικά που γράφεται αυτό το άρθρο είναι ακόμα πιο σημαδιακή, από τη στιγμή που η Άγκυρα ετοιμάζεται να κάνει νόμο το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”, κάτι που αποτελεί ένα δεύτερο χειρότερο casus belli στο Αιγαίο, αφού καμία επόμενη τουρκική κυβέρνηση δεν θα μπορεί να κάνει πίσω στις αναθεωρητικές θέσεις που προβάλλει το τουρκικό κράτος.
Το βασικό ερώτημα που αφήνει πίσω του το άρθρο παραμένει αναπάντητο: αν η Τουρκία συνεχίζει να αμφισβητεί συνθήκες, να διατηρεί το casus belli, να προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα» και να διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες εις βάρος της Ελλάδας, τότε ποιο ακριβώς είναι το κέρδος μιας πολιτικής που παρουσιάστηκε ως εποχή αποκλιμάκωσης;
Για πολλούς, το πρόβλημα δεν είναι ότι η Τουρκία συμπεριφέρεται όπως πάντα. Το πρόβλημα είναι ότι στην Αθήνα εξακολουθούν να υπάρχουν κύκλοι που εκπλήσσονται κάθε φορά που η Άγκυρα εφαρμόζει ακριβώς όσα επί δεκαετίες διακηρύσσει.
Διαβάστε αναλυτικά το άρθρο και βγάλτε τα συμπεράσματά σας:
Σενάριο πρώτο: Μας κορόιδεψαν. Μας νανούρισαν με την ωραία ιδέα των «ήρεμων νερών» και ενώ εμείς οργανώναμε το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας, μελετούσαμε τις προοπτικές για κοινές διοικητικές δράσεις και επιχειρηματικές ευκαιρίες και φτιάχναμε προγράμματα για την περαιτέρω διεύρυνση του όγκου των μεταξύ μας εμπορικών συναλλαγών, αυτοί απεργάζονταν νέα σχέδια για την υλοποίηση της αναθεωρητικής τους πολιτικής, βάζοντας συνεχώς νέες απαιτήσεις πάνω στο τραπέζι, φαλκιδεύοντας τα δικαιώματα που γεννώνται από το δίκαιο της θάλασσας για τις ζώνες των νησιών του Αιγαίου, ακόμη και για την ίδια την ελληνική κυριαρχία σε αυτά.
Δίπλα στη συνειδητή προσπάθεια να ξαναγραφεί η ιστορία και οι συμβάσεις της Λωζάννης του 1923 για τα νησιά του Βορείου Αιγαίου και των Παρισίων του 1948 για τα Δωδεκάνησα, ανακαλύπτοντας νέες αναγνώσεις σε παλαιά κείμενα και δημιουργώντας γκρίζες ζώνες κυριαρχίας στο Αιγαίο, έρχεται και η ρητή παράβαση των θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου. Αντί να πάρουν πίσω την παράνομη όσο και ευθεία απειλή χρήσης βίας, που συνιστά το casus belli, αν η Ελλάδα ασκήσει το συμβατικό όσο και εθιμικό δικαίωμά της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδά της ζώνη στο Αιγαίο στα 12 μίλια, ακούμε ήδη δηλώσεις να μη διανοηθούμε τυχόν επέκταση έστω και ένα μέτρο πέραν των σημερινών έξι μιλίων ενώ η εξουσιοδότηση στον πρόεδρο να διακηρύσσει Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) και «ειδικές περιοχές» στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο επιδιώκει να αφήσει τα ελληνικά νησιά ως κερασάκια σε μια τουρκική τούρτα θαλάσσιας δικαιοδοσίας.
Σενάριο δεύτερο: Το προτεινόμενο τουρκικό νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες δεν είναι τίποτα άλλο από μια κωδικοποίηση όλων όσα έχουν κατά καιρούς υποστηριχθεί από τη γειτόνισσα. Σε αυτό ακούγεται ότι καταγράφεται η αμφισβήτηση των εθιμικών κανόνων που περιέχονται στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και προβλέπουν πλήρεις θαλάσσιες ζώνες: 12 μίλια αιγιαλίτιδας, υφαλοκρηπίδα αυτοδικαίως και ΑΟΖ με ρητή προκήρυξη γύρω από κάθε κομμάτι ξηράς, είτε πρόκειται για νησιά είτε για την ηπειρωτική χώρα. Η δυνατότητα προκήρυξης ΑΟΖ φαίνεται να περιλαμβάνεται στον χάρτη του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, που κατέθεσαν οι τουρκικές αρχές στην UNESCO τον Ιούνιο 2025, αν και εκεί μπορεί κανείς να διακρίνει μια λογική προσωρινής γραμμής αφού για την οριστική οριοθέτηση απαιτείται συμφωνία των δύο πλευρών – θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρήσει και μια προσπάθεια αντιγραφής του νόμου Μανιάτη, με τη σημαντική διαφορά της «ενθυλάκωσης» (κατά τον όρο αγαπημένου φίλου) των νησιών σε αυτή.
Από τον Δεκέμβριο του 2023 και τη Διακήρυξη των Αθηνών, η Ελλάδα κατέθεσε χάρτη θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις της έναντι της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατ’ εφαρμογή της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ. Προχώρησε επίσης στην οριοθέτηση δύο θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και στο Αιγαίο, ανταποκρινόμενη στη δέσμευσή της να χαρακτηρίσει ως το 2030 το 30% των χωρικών υδάτων της ως προστατευόμενες περιοχές ενώ ήδη η Chevron, η Exxon και η Energean Oil εκκινούν επιχειρήσεις έρευνας και εκμετάλλευσης σε τεμάχια στο Βόρειο Ιόνιο, δυτικά της Πελοποννήσου και νότια από την Κρήτη – τα οποία παραδόξως φαίνεται να συνορεύουν αντίστοιχα τεμάχια στην υφαλοκρηπίδα της Λιβύης. Επρόκειτο για τη δεύτερη πράξη επεμβάσεων στον θαλάσσιο χώρο, μετά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Ιόνιο με την Ιταλία, την ανακήρυξη και μερική οριοθέτηση ΑΟΖ στη Μεσόγειο με την Αίγυπτο, σε μια προσπάθεια να υπερκερασθεί το τουλάχιστον πρωτότυπο τουρκολιβυκό μνημόνιο που μοιράζει θαλάσσιες περιοχές περιγράφοντας μείζονα ελληνικά νησιά, τη χάραξη ευθειών γραμμών βάσης και την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στη Δυτική Ελλάδα στα 12 ναυτικά μίλια.
Τίποτα από όλα αυτά δεν θα μπορούσε να γίνει αν η Διακήρυξη των Αθηνών διαβαζόταν απλώς ως μια απόπειρα να παγώσουν οι διαφορές στο Αιγαίο. Αντιθέτως, θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κανείς ότι μας έδωσε τον αναγκαίο χρόνο για να προετοιμασθεί μια πλήρης πολιτική για τον ελληνικό θαλάσσιο χώρο και φυσικά να ενισχυθεί η αμυντική του κάλυψη, ώστε να μη βρεθεί ξανά στις δυσχερείς καταστάσεις του καλοκαιριού του 2020.
Εύκολα θα μπορούσε να δει κανείς μια τουρκική αντίδραση σε αυτό που η γειτόνισσα αναγιγνώσκει ως απόπειρα περικύκλωσης, στην οποία αισθάνεται ότι πρέπει να αντιδράσει. Η αλήθεια είναι ότι συνήθως πράττει αυτά που λέει – αν και η υπερβολική κινητικότητα διαρροών συνοδευόμενων από επιθεωρήσεις και διαγγέλματα στα συνοριακά φυλάκια περί την Αδριανούπολη φαίνεται να επιδιώκει τη μέγιστη δυνατή δημοσιότητα χωρίς υποχρεωτικά την ίδια ουσία. Θα επιβαρύνει ένας ενδεχόμενος νέος νόμος τυχόν διαπραγματεύσεις στο Αιγαίο; Ναι, αναμφίβολα. Μόνο που οι διαπραγματεύσεις χρειάζονται ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς και καλή πίστη μεταξύ των μερών – και εμείς αυτά δεν τα είχαμε ποτέ.