Στον δημόσιο διάλογο εν Ελλάδι η “Γαλάζια Πατρίδα” συνήθως αντιμετωπίζεται ως μία ακόμη τουρκική διεκδίκηση στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών διαφορών, ή έστω ως μια εκδήλωση της τουρκικής επιθετικότητας έναντι της Ελλάδας και μόνο. Αυτή όμως είναι μια εξαιρετικά περιορισμένη ανάγνωση ενός φαινομένου που έχει πολύ μεγαλύτερες και βαθύτερες γεωπολιτικές και διεθνοπολιτικές προεκτάσεις.
Στην πραγματικότητα, η “Γαλάζια Πατρίδα” δεν αμφισβητεί απλώς ορισμένα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αλλά θεμελιώδεις αρχές της μεταπολεμικής διεθνούς έννομης τάξης και επιχειρεί να εισαγάγει ένα νέο πρότυπο οργάνωσης της θαλάσσιας κυριαρχίας, οι συνέπειες του οποίου εκτείνονται πολύ πέρα από το Αιγαίο και διαχέονται σε ολόκληρο το διεθνές σύστημα και σε μεγάλο ιστορικό βάθος.
Συγκεκριμένα, η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγάλο μέρος του Αιγαίου ως φυσική προέκταση της μικρασιατικής χερσαίας μάζας. Με αυτόν τον τρόπο, εκατοντάδες ελληνικά νησιά παύουν να λειτουργούν ως αυτόνομα υποκείμενα παραγωγής θαλάσσιων δικαιωμάτων και μετατρέπονται σε απομονωμένους θύλακες μέσα σε έναν ενιαίο τουρκικό θαλάσσιο χώρο. Πρόκειται ουσιαστικά για μια “έρπουσα” άτυπη επέκταση της τουρκικής επικράτειας πάνω στη θάλασσα, η οποία οδηγεί στην υποβάθμιση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας χωρίς να προηγηθεί στρατιωτική κατάκτηση.
Η ιδιαιτερότητα αυτής της στρατηγικής είναι ότι δεν αμφισβητεί απλώς την έκταση ορισμένων θαλάσσιων ζωνών, αλλά την ίδια τη νομική λειτουργία των ίδιων των ελληνικών νησιών ως θεμελίων της ελληνικής κυριαρχίας. Εάν τα νησιά δεν παράγουν θαλάσσιες ζώνες, επειδή θεωρούνται προέκταση της απέναντι ηπειρωτικής ακτής, τότε ουσιαστικά ακυρώνεται η νομική και ευρύτερη γεωπολιτική τους υπόσταση. Πρόκειται επομένως για μια έμμεση, αλλά ουσιαστική αμφισβήτηση της ελληνικής εδαφικής ακεραιότητας, η οποία συγκρούεται όχι μόνο με το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά και με θεμελιώδεις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ περί εδαφικής ακεραιότητας, πολιτικής ανεξαρτησίας και κυριαρχικής ισότητας των κρατών.
Το διεθνές προηγούμενο της Τουρκίας
Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Η σημασία της τουρκικής στρατηγικής έγκειται κυρίως στο ότι επιχειρεί να δημιουργήσει ένα νέο διεθνές προηγούμενο. Το Διεθνές Δίκαιο δεν αποτελεί ένα στατικό σύστημα κανόνων που εφαρμόζεται μηχανικά ανεξαρτήτως των εξελίξεων. Αντιθέτως, διαμορφώνεται διαχρονικά μέσα από τις αξιώσεις, τις πρακτικές και τις αντιδράσεις των κρατών. Η ιστορία του Δικαίου της Θάλασσας είναι χαρακτηριστική. Η Διακήρυξη Τρούμαν για την υφαλοκρηπίδα, η Διακήρυξη του Σαντιάγο, η Διακήρυξη Τζουάντα, ακόμη και οι συγκρούσεις που έμειναν γνωστές ως “Πόλεμοι του Μπακαλιάρου”, προηγήθηκαν της τελικής διεθνούς κωδικοποίησης. Πρώτα δημιουργήθηκαν κρατικές πρακτικές και στη συνέχεια διαμορφώθηκε ο κανόνας.