Γράφει ο Γιώργος Κρεμλής*
Η νέα υπό διαμόρφωση τάξη πραγμάτων και οι πρωτόγνωρες εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα, ειδικότερα όμως στην Ευρώπη με την περίπτωση της Γροιλανδίας που ανήκει στη Δανία, δεν είναι όμως έδαφος της ΕΕ και τη συνεχιζόμενη σύρραξη στην Ουκρανία, καθώς και οι πρόσφατες μνήμες από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα – που αξιολογούνται από τη διεθνή δικαιοταξία – όπως και ο κίνδυνος επαπειλούμενης σύρραξης με το Ιράν, αναδεικνύουν τη σημασία της Κύπρου από γεωπολιτική και γεωστρατηγική άποψη. Η σημασία αυτή τονίζεται ακόμη περισσότερο με τη συμμετοχή της Κύπρου στο πρόγραμμα SAFE – Security Action for Europe – το νέο μεγάλο πρόγραμμα για την άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης, που ενδυναμώνει τον αμυντικό της βραχίονα. Ενισχύεται επίσης από το ενδιαφέρον και την παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω Ιράν, το ρόλο των βάσεων του Ηνωμένου Βασίλειου στην Κύπρο, και τη στενότερη συνεργασία σε αμυντικά θέματα Ελλάδος, Ισραήλ και Κύπρου. Η Κύπρος καθίσταται έτσι από γεωστρατηγικής άποψης η σημαντικότερη έπαλξη και προπύργιο του δυτικού κόσμου, της ΕΕ και έμμεσα του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ αλλά και του Ισραήλ στην ανατολική Μεσόγειο. Διαμορφώνεται έτσι momentum υπέρ της Κύπρου που πρέπει να αξιοποιηθεί πολλαπλά προς όφελος της με κύριο στόχο την ευνοϊκή επίλυση του Κυπριακού και την εφαρμογή του ευρωενωσιακού κεκτημένου στο σύνολο του νησιού.
Ι. Η ευρωενωσιακή δικαιοταξία και η ενίσχυση του ρόλου της ΕΕ στην επίλυση του Κυπριακού
I.1 Το status quo και οι ευθύνες της Τουρκίας
Η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε στην ΕΕ το 2004 με την Πράξη Προσχωρήσεως (ΠΠ) του 2003, ως ενιαίο, κυρίαρχο κράτος.
Ωστόσο, το Πρωτόκολλο αριθ.10, που προσαρτάται στην ΠΠ, ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 1 ότι «Η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου αναστέλλεται στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας όπου η κυβέρνηση της Δημοκρατίας δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο». Συνακόλουθα, αναγνωρίζεται ότι ολόκληρη η Κύπρος είναι έδαφος της ΕΕ, αναστέλλεται όμως η εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου μόνο στις περιοχές που δεν τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της κυβέρνησης. Είναι προφανές ότι το γράμμα της διάταξης δεν αναφέρεται στις αγγλικές βάσεις που δεν αποτελούν έδαφος της Κύπρου και οι οποίες διέπονται από το Πρωτόκολλο αριθ. 3.
Από τη διατύπωση του Πρωτοκόλλου αριθ. 10 προκύπτει ότι η αναστολή είναι προσωρινή, έως τη «διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος» (βλ. άρθρο 4), μέχρι δηλαδή την επίλυση του Κυπριακού. Το άρθρο 4 αναφέρεται στην «τουρκοκυπριακή κοινότητα» και παραπέμπει έτσι σιωπηρά στα κατεχόμενα, στο βόρειο τμήμα του νησιού το οποίο δεν ελέγχει η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η διατύπωση του Πρωτοκόλλου είναι σιβυλλική. Διερωτάται κανείς πως οι Κύπριοι διαπραγματευτές – υπό την καθοδήγηση και της Ελλάδος (Κρανιδιώτης γαρ) – δεν επεδίωξαν μια πιο σαφή διατύπωση που να κατονομάζει την Τουρκία ως δύναμη κατοχής, να καταδικάζει τη στρατιωτική εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή και παρουσία τουρκικών στρατευμάτων ή τουλάχιστον να παραπέμπει στα ψηφίσματα του ΟΗΕ και στο διεθνές δίκαιο. Προφανώς η διατύπωση ήταν αποτέλεσμα πολιτικονομικού συμβιβασμού, αφού στόχος ήταν η ταχύτερη δυνατή, απρόσκοπτη ένταξη, στη λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Πράγματι, η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ήταν το σημαντικότερο γεγονός μετά την ανακήρυξή της στις 16 Αυγούστου 1960 σε ανεξάρτητο κράτος. Μια σωτηρία εξέλιξη!
Με το Πρωτόκολλο αριθ.10, η ΕΕ προτίμησε μια «λύση Πόντιου Πιλάτου» η οποία δεν έλυσε το πολιτικό πρόβλημα, κατέληξε όμως σε μια νομική διατύπωση που δεν συνεπάγεται από πλευράς της ανάληψη ρόλου επιβολής λύσης. Οι υπέρμαχοι της συμβιβαστικής διατύπωσης ισχυρίζονται ότι το Πρωτόκολλο είναι «όσο σαφές χρειαζόταν νομικά» και «όσο ασαφές χρειαζόταν πολιτικά», ώστε η Κύπρος να ενταχθεί στο σύνολό της στην ΕΕ χωρίς να κλείσει ή να προκαθορίσει – βεβιασμένα – τη λύση του Κυπριακού. Το Πρωτόκολλο έπρεπε να διευκολύνει την ένταξη χωρίς λύση αλλά να μπορεί να προσαρμοστεί αν προκύψει λύση. Άλλωστε το 2003 υπήρχε προσδοκία για λύση λόγω του σχεδίου Ανάν. Τα πλεονεκτήματα της – κατά την κοντόφθαλμη αντίληψη των συντακτών της – ήταν ότι η Κύπρος προσχώρησε στο σύνολο της στην ΕΕ που αναγνώρισε την Κυπριακή Δημοκρατία ως το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, με προσωρινή αναστολή του κεκτημένου στα κατεχόμενα που όμως θεωρούνται έδαφος της ΕΕ. Δεν αναγνωρίζει καμμία άλλη οντότητα,
Η Πράσινη Γραμμή θεωρείται ως εσωτερική διαχωριστική γραμμή, όχι ως εξωτερικό σύνορο της ΕΕ – έστω και προσωρινό. Οι Τουρκοκύπριοι παραμένουν πολίτες της ΕΕ και ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν πλήρη δικαιώματα, ακόμη και αν ζουν στο βόρειο τμήμα. Η ΕΕ άφησε ανοικτή την προοπτική λύσης με τη διατύπωση ότι αν επιτευχθεί πολιτική λύση, το Συμβούλιο της ΕΕ «αποφασίζοντας ομόφωνα κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, αποφασίζει για τις αναγκαίες προσαρμογές των όρων προσχώρησης της Κύπρου στην Ένωση όσον αφορά την τουρκοκυπριακή κοινότητα». Μια διαφορετική ανάγνωση θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι με πρωτοβουλία της ΕΕ θα μπορούσαν να γίνουν εκ των προτέρων οι απαραίτητες προσαρμογές υπέρ της τουρκοκυπριακής κοινότητας που θα οδηγούσαν ή θα διευκόλυναν την επίλυση του Κυπριακού. Τα προαναφερόμενα πιστώνονται στα θετικά του Πρωτοκόλλου, ενώ στα αρνητικά θα μπορούσε κανείς να σημειώσει τα εξής: παρότι το Κυπριακό είναι αποτέλεσμα παράνομης στρατιωτικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής, το Πρωτόκολλο δεν κατονομάζει την Τουρκία ούτε καν αναφέρεται στην παράνομη κατάσταση πραγμάτων που δημιουργήθηκε και που αναγνωρίζεται από τη διεθνή κοινότητα ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Μετατρέπει ένα διεθνές ζήτημα παραβίασης κυριαρχίας σε τεχνικό πρόβλημα εφαρμογής του κεκτημένου, με συνέπεια την αποπολιτικοποίηση σε μεγάλο βαθμό του ζητήματος εντός ΕΕ, αφού δεν προβλέπεται χρονοδιάγραμμα επίλυσης και μηχανισμό συμμόρφωσης ή κυρώσεων για την άρση της παρανομίας, ενώ δεν συνδέεται η άρση της αναστολής με αποχώρηση στρατευμάτων ή τερματισμό της κατοχής που θα επέτρεπε στην τουρκοκυπριακή κοινότητα να εκφραστεί ελεύθερα και να «καθίσει αυτοτελώς στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων». Έτσι, η Τουρκία από μέρος του προβλήματος εμφανίζεται ως εξωτερικός παρατηρητής και έμμεσα και ως μέρος της λύσης. Μετακυλίεται έτσι όλο το βάρος στην Κυπριακή Δημοκρατία ενώ είναι προφανές ότι χωρίς την ενεργό συμμετοχή της Τουρκίας που ελέγχει πλήρως την τουρκοκυπριακή κοινότητα, λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι παραπάνω διαπιστώσεις επιτρέπουν τη διαιώνιση της αναστολής και μια «κανονικοποίηση» της de facto διχοτόμησης που φεύ προσφέρει επιχειρήματα στην Τουρκία υπέρ της ύπαρξης δύο κρατικών οντοτήτων. Προφανώς, αν οι συντάκτες του Πρωτοκόλλου μπορούσαν να προβλέψουν την εξέλιξη των πραγμάτων θα είχαν προτιμήσει μια διαφορετική, πιο θαρραλέα διατύπωση, που θα συνέβαλε μέσω πρωτοβουλιών της ΕΕ στην επίλυση του Κυπριακού, σε συνδυασμό με αιρεσιμότητες συνδεδεμένες με τη συμφωνία σύνδεσης, την τελωνειακή ένωση και την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας αλλά και τις εν γένει σχέσεις της με την ΕΕ.
Η παράνομη αυτή κατάσταση πραγμάτων επιτείνεται και από μια άλλη σειρά σημαντικών παραβιάσεων από πλευράς Τουρκίας, που αμφισβητούν τόσο το θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ, όσο και τη ΣΕΕ και τη ΣΛΕΕ αλλά και γενικότερα την ευρωενωσιακή δικαιοταξία καθώς και τις υποχρεώσεις που υπέχει από το διεθνές δίκαιο:
-
Μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει κράτος μέλος της ΕΕ αμφισβητώντας έτσι κατάφωρα την ίδια την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική, την Πράξη Προσχωρήσεως της Κύπρου και το Πρωτόκολλο αριθ. 10 που αποτελούν πρωτογενές δίκαιο. Η άρνηση αυτή παραβιάζει και θεμελιώδεις αρχές του ευρωενωσιακού οικοδομήματος και της δικαιοταξίας του, μέρος της οποίας είναι και η Συμφωνία σύνδεσης της Τουρκίας καθώς και το πλέγμα κανόνων δικαίου σχετικά με την τελωνειακή ένωση και τις προενταξιακές της υποχρεώσεις. Παραβιάζει επίσης και τη διεθνή δικαιοταξία αγνοώντας τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, τον σεβασμό της κυριαρχίας κρατών μελών και την αρχή της καλής γειτονίας.
-
Μη εφαρμογή του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας του 2005.
Η Τουρκία παρά το ότι είχε την υποχρέωση να επεκτείνει την τελωνειακή ένωση προς όλα τα νέα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, εξέδωσε μονομερή δήλωση μη αναγνώρισης, δεν άνοιξε τα λιμάνια και αεροδρόμια της σε κυπριακά πλοία και αεροσκάφη και αγνόησε επανειλημμένα αποφάσεις του Συμβουλίου. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν και είναι η κατ´εξακολούθηση παραβίαση των υποχρεώσεων της έναντι της ίδιας της ΕΕ αλλά και η παραβίαση κανόνων πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ ως προς τους οποίους η ΕΕ επέδειξε ανοχή σε ό,τι αφορά την επιβολή τους, τηρώντας όμως τα προσχήματα με πολιτική κατά περίπτωση καταδίκη της Τουρκίας.
-
Παρεμπόδιση εφαρμογής του κοινοτικού κεκτημένου.
Η Τουρκία διατηρεί στρατιωτικό έλεγχο σε έδαφος της ΕΕ, επηρεάζει άμεσα τη διοίκηση και παρενέβη θεσμικά στα κατεχόμενα, προώθησε τετελεσμένα στα Βαρώσια, ευθύνεται για τον εποικισμό που αλλοίωσε τη δημογραφική ταυτότητα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, παραβίασε το δικαίωμα ιδιοκτησίας και άλλα θεμελιώδη δικαιώματα κατά παραβίαση της ΕΣΔΑ, ενώ αρνείται να εφαρμόσει καταδικαστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
-
Εργαλειοποίηση των Τουρκοκυπρίων
Η Τουρκία προβάλλει την αναστολή του κεκτημένου ως «απόδειξη αποκλεισμού» των Τουρκοκυπρίων επιρρίπτοντας τις ευθύνες στην Κυπριακή κυβέρνηση, ενώ η ίδια εμποδίζει τη νόμιμη ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων στην ΕΕ μέσω της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ι.2 Οι ευθύνες της ΕΕ
Οι ευθύνες αυτές είναι πολυεπίπεδες. Παραβιάζουν βασικές αρχές «συνταγματικού χαρακτήρα» της Ένωσης, το πρωτογενές δίκαιο της ίδιας της ΕΕ αλλά και την ΠΠ και το Πρωτόκολλο που αποτελούν μεταγενέστερο πρωτογενές δίκαιο και υπερέχουν έναντι των κανόνων της Συμφωνίας σύνδεσης, του Πρωτοκόλλου της Άγκυρας και κάθε σχετικού κανόνα ή ρύθμισης έναντι της Τουρκίας. Συγκεκριμένα η ΕΕ αλλά και τα κράτη μέλη της δεσμεύονται μεταξύ τους από την αρχή της αλληλεγγύης που είναι καταστατική αρχή της ΕΕ και λειτουργεί αμφίδρομα.
Η αλληλεγγύη της ΕΕ προς τα κράτη μέλη προκύπτει από διάφορες διατάξεις των Συνθηκών και από τη μεταξύ τους διάδραση: Άρθρο 2 ΣΕΕ που ανάγει την αλληλεγγύη σε θεμελιώδη – οιονεί συνταγματικού χαρακτήρα – κανόνα της ΕΕ. Άρθρο 3 ΣΕΕ που προωθεί την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ κρατών μελών, που η ΕΕ έχει επίσης την υποχρέωση να διασφαλίσει. Άρθρα 174-178 ΣΛΕΕ για την πολιτική συνοχής και τα Ταμεία της ΕΕ για στήριξη των λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών. Άρθρο 222 ΣΛΕΕ ως ειδική έκφανση της ρήτρας αλληλεγγύης που προβλέπει ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη ενεργούν από κοινού αν ένα κράτος μέλος πληγεί από τρομοκρατική επίθεση ή φυσική/ανθρωπογενή καταστροφή. Άρθρο 122 ΣΛΕΕ που προβλέπει τη δυνατότητα παροχής οικονομικής βοήθειας σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες. Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει και το άρθρο 42 παρ. 7 ΣΕΕ, που θεσπίζει τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας (βλ. κατωτέρω).
Είναι προφανές ότι η ΕΕ αλλά και τα κράτη μέλη της δεν τήρησαν την αρχή της αλληλεγγύης στην περίπτωση του Κυπριακού, παρά μόνο ως προς τα προσχήματα.
Στην ολιγωρία της ΕΕ μπορεί να καταλογιστούν και τα εξής: Η ΕΕ δεν ανέδειξε κατά τρόπο εμφατικό έναντι της Τουρκίας σε ό,τι αφορά στις μεταξύ τους σχέσεις τις παραβιάσεις του ευρωενωσιακού δικαίου για τις οποίες την ευθύνη επιβολής έναντι της Τουρκίας έχει η ΕΕ, έστω και αν πρόκειται για έμμεσες παραβιάσεις έναντι της Κύπρου ως κράτους μέλους. Παραβιάσεις δηλαδή στις ευρωτουρκικές σχέσεις. Δεν ανέδειξε επίσης τις παραβιάσεις της Τουρκίας έναντι της Κύπρου που πηγάζουν από το ευρωενωσιακό δίκαιο, τη Συμφωνία σύνδεσης, το Πρωτόκολλο της Άγκυρας, την τελωνειακή ένωση, ενώ δεν ενσωμάτωσε το Κυπριακό στην ενταξιακή πορεία κατά τρόπο δεσμευτικό.
Με άλλα λόγια, η ΕΕ μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που είναι ο θεματοφύλακας του ευρωενωσιακού δικαίου δεν χρησιμοποίησε την ΠΠ και το Πρωτόκολλο ως εργαλεία πίεσης κατά της Τουρκίας, ανέχθηκε τις παραβιάσεις που οδηγούν σε άρνηση αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας με όλες τις συνεπακόλουθες παραβιάσεις της τελωνειακής ένωσης, αποδέχθηκε στην πράξη μία θεσμική ανωμαλία εντός της ΕΕ, δεν ενεργοποίησε ουσιαστικές κυρώσεις έναντι της Τουρκίας, συνέχισε τις χρηματοδοτήσεις της προς την Τουρκία και διατήρησε τον πολιτικό διάλογο. Η ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τουρκία καταγράφει παραστατικά τα περισσότερα από τα ανωτέρω καθώς και άλλες παραβιάσεις του κράτους δικαίου, ελευθερίας του τύπου, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ είναι προφανές ότι τα κριτήρια της Κοπεγχάγης δεν πληρούνται, η Τουρκία όμως εξακολουθεί να επιδιώκει την ένταξη της στην ΕΕ και από τυπικής άποψης είναι υποψήφιο κράτος μέλος. Η στάση της Τουρκίας έναντι της έκθεσης της Επιτροπής είναι πάντα η ίδια, καταλογίζοντας τις ευθύνες που τις αποδίδονται για την έντονη κριτική που της ασκείται στην Ελλάδα και την Κύπρο.
Από τα προαναφερόμενα και παρά τις κατά καιρούς καλές προθέσεις της Επιτροπής ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει πολιτική βούληση για την επίλυση του Κυπριακού, παρά το ότι το ζήτημα είναι αμιγώς ευρωπαϊκό, από οποιαδήποτε πτυχή και να εξετασθεί. Η στάση αυτή ανοχής της ΕΕ και η πάροδος του χρόνου ενισχύει τα τετελεσμένα και παγιώνει μια κατάσταση de facto διχοτόμησης.
Η ολιγωρία αυτή έναντι της Τουρκίας εκδηλώνεται γενικότερα και ενόψει άλλων παραβιάσεών της έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου που δεν έχουν άμεση σχέση με το Κυπριακό. Μεταξύ άλλων, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τις θαλάσσιες ζώνες της Ελλάδος και της Κύπρου και δεν έχει καν υπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, του 1982, UNCLOS. Την UNCLOS έχουν κυρώσει Ελλάδα, Κύπρος και ΕΕ και έτσι η Σύμβαση αυτή αποτελεί μέρος του ευρωενωσιακού κεκτημένου και μάλιστα με αυξημένη ιεραρχική ισχύ. Σημειωτέον ότι η UNCLOS θεωρείται εθιμικό διεθνές δίκαιο και μάλιστα δεσμεύει ως προς τις βασικές της αρχές ακόμη και τα κράτη που δεν την έχουν υπογράψει. Ως μέρος του ευρωενωσιακού κεκτημένου δημιουργεί δικαιώματα υπέρ των κρατών μελών της που η ΕΕ οφείλει να διασφαλίσει είτε δηλαδή να υποστηρίξει τα κράτη μέλη της στην επέκταση των χωρικών τους υδάτων στα 12 ν.μ. είτε με μια διασταλτική ερμηνεία να επιδιώξει η ίδια να καθορίσει τα εξωτερικά θαλάσσια σύνορά της – ακόμη και την ίδια την ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα της – διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτόν το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ως σχεδιασμό της ίδιας της ΕΕ, που της εξασφαλίζει σημαντικούς ενεργειακούς πόρους αλλά και κρίσιμες πρώτες ύλες, μέσω deep-sea mining (εξόρυξη στον θαλάσσιο πυθμένα μεγάλου βάθους).
Σημειωτέον ότι το Δικαστήριο της ΕΕ δεν έχει αρμοδιότητα έναντι της Τουρκίας όσον αφορά στην ΑΟΖ. Μπορεί μόνο να επιληφθεί έμμεσα στο πλαίσιο των κατ´απονομήν αρμοδιοτήτων του, λχ. για παράνομες δραστηριότητες εντός των χωρικών υδάτων της ΕΕ και συγκεκριμένα των κρατών μελών, όπως παράνομη αλιεία ή παράνομη εκμετάλλευση φυσικών πόρων. Στις περιπτώσεις αυτές η ΕΕ έχει τη δυνατότητα να επιβάλει κυρώσεις μέσω του μηχανισμού κατά της παράνομης αλιείας που θεσπίζει ο κανονισμός της ΕΕ για την καταπολέμηση παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας – IUU fishing.
Ι.3 Μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η ΕΕ κατά της Τουρκίας ώστε να την αναγκάσει σε συμμόρφωση με το ευρωενωσιακό κεκτημένο και σε επίλυση του Κυπριακού
α) Σύγκληση διεθνούς διάσκεψης υπό ευρωπαϊκή αιγίδα.
Η ΕΕ θα μπορούσε να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στην επίλυση του Κυπριακού προωθώντας τη σύγκληση μιας διεθνούς διάσκεψης είτε αυτόνομα είτε συμπληρωματικά προς τον ΟΗΕ. Ο τελευταίος είναι ο βασικός θεσμικός – όχι όμως αποκλειστικός – διαμεσολαβητής στο Κυπριακό με την εμπλοκή του να αρχίζει από τη δεκαετία του 1960. Ενόψει της ένταξης της Κύπρου στην ΕΕ και με την ένταξή της, η ίδια η ΕΕ θα έπρεπε στην ΠΠ, ως πρωτογενές ευρωενωσιακό δίκαιο, να αναλάβει θεσμικό ρόλο επίλυσης του Κυπριακού που θα είχε υπέρτερη ισχύ έναντι της Συμφωνίας Σύνδεσης και της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας. Παρά το ότι η Συμφωνία σύνδεσης θεωρείται πρωτογενές δίκαιο, το πρωτογενές δίκαιο των ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ υπερέχει. Το ίδιο ισχύει και για την ΠΠ της Κύπρου που υπερέχει ratione materiae αλλά και ratione temporis, ως «lex posterior derogat priori». Δυστυχώς, η ΕΕ επαναπαύθηκε στην προϋπάρχουσα διαμεσολάβηση του ΟΗΕ, η οποία ήταν – παρά τη σημασία της πανθομολογούμενης παραβίασης των αρχών του – συμβολικού χαρακτήρα. Οι διαπραγματευτές, ένθεν κακείθεν, της ΠΠ και του σχετικού Πρωτοκόλλου, θα έπρεπε να προβλέψουν αυτό το θεσμικό διαμεσολαβητικό ρόλο της ΕΕ, με συγκεκριμένο οδικό χάρτη και μέτρα επιβολής. Το Κυπριακό θα είχε ήδη επιλυθεί στο πλαίσιο αυτό. Οι ευθύνες, αν καταλογιστούν, βαρύνουν κυρίως την πλευρά των διαπραγματευτών της ΕΕ, αφού η Κυπριακή πλευρά είχε ως κύριο στόχο της την απρόσκοπτη ένταξη που δεν ήθελε με κανένα τρόπο να καθυστερήσει. Ευθύνες υπάρχουν όμως και στην ελληνική πλευρά που δεν έθεσε το θέμα αυτό κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και με την τρέχουσα ουδέτερη διατύπωση της ΠΠ και του Πρωτοκόλλου 10, η ΕΕ θα μπορούσε να αναλάβει ενεργότερο ρόλο, αφού μετά την ένταξη της Κύπρου το ζήτημα έγινε «interna corporis».
Η διαμεσολάβηση/διάσκεψη, με πρωτοβουλία και υπό την αιγίδα της ΕΕ θα μπορούσε:
– πρωτίστως να είναι απλώς «κυπριακή», με τις δύο κοινότητες του νησιού,
– διευρυμένη με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις
– ή τέλος μια ευρώ-διεθνής διάσκεψη.
Οι προαναφερόμενες διαμεσολαβήσεις/διασκέψεις θα έχουν ως πλαίσιο το ευρωενωσιακό, με ρητή σύνδεση των όρων τους με το ευρωενωσιακό κεκτημένο, ως εκ των ουκ άνευ αιρεσιμότητα. Θα ενίσχυε τη θέση ότι το Κυπριακό είναι πρόβλημα παράνομης κατοχής σε έδαφος της ΕΕ και όχι απλώς μια διακοινοτική διαφορά στην οποία η Τουρκία αυτοεμφανίζεται κατά περίπτωση ως αμέτοχος, άνευ ευθυνών παρατηρητής ή ως εγγυήτρια δύναμη, ενώ στην πραγματικότητα αυτή καθορίζει την στάση και διαμορφώνει τις θέσεις των Τουρκοκυπρίων. Έτσι η ΕΕ, θα έθετε στο ίδιο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, υπό την αιγίδα της, την Τουρκία όχι τόσο ως εγγυήτρια δύναμη αλλά ως υποψήφιο κράτος μέλος, συνδεδεμένο και με τελωνειακή ένωση, που έχει συγκεκριμένες υποχρεώσεις που πηγάζουν από τις προαναφερόμενες ιδιότητές του. Επιπρόσθετα, η ΕΕ θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι η επίλυση του Κυπριακού θα γίνει σύμφωνα με το ευρωενωσιακό θεσμικό πλαίσιο και τις θεμελιώδεις αρχές του και να υποκατασταθεί στην πράξη στις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις οι οποίες σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 εγγυώνται την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα και συνταγματική τάξη της Κύπρου, της οποίας απαγορεύεται η ένωση με άλλο κράτος ή η διχοτόμηση. Είναι προφανές ότι μόνο η ΕΕ ως de facto εγγυήτρια θα μπορούσε να διασφαλίσει τα ανωτέρω. Άλλωστε σε μια Κύπρο πλήρως ενταγμένη στην ΕΕ καθεστώς εγγυήσεων από τρίτες χώρες σε έδαφος της ΕΕ θα ήταν αδιανόητο και η Συνθήκη Εγγυήσεως θα έπαυε να ισχύει, έχοντας χάσει το λόγο ύπαρξής της. Συμπερασματικά, υπό το φως των νέων διεθνών εξελίξεων – Γροιλανδίας, Ουκρανίας – διαμορφώνεται momentum υπέρ του Κυπριακού που πρέπει να αξιοποιηθεί με πρωτοβουλίες της ΕΕ, αυτοτελώς ή και σε συμφωνία με τον ΟΗΕ.
β) Πίεση προς την Τουρκία ως υποψήφιο, νομικά εξαρτώμενο και χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ κράτος.
Αυτό είναι το ισχυρότερο και λιγότερο αξιοποιημένο εργαλείο/μοχλός πίεσης έναντι της Τουρκίας. Ως πολιτική αιρεσιμότητα η ΕΕ μπορεί να συνδέσει τη χρηματοδότηση προς την Τουρκία (IPA, αναπτυξιακά και προενταξιακά κονδύλια), την πρόοδο στην τελωνειακή ένωση και τη φιλελευθεροποίηση των θεωρήσεων (visa), με συγκεκριμένα, μετρήσιμα βήματα στο Κυπριακό:
– άνευ όρων συμμετοχή στην κατά τα ανωτέρω διεθνή διάσκεψη υπό την αιγίδα της ΕΕ και σε κάθε περίπτωση, εναλλακτικά, συμμετοχή σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις εντός του πλαισίου του ΟΗΕ, με ισχυρό παρεμβατικό ρόλο της ΕΕ.
Σημειωτέον ότι ο Εκπρόσωπος της ΕΕ για το Κυπριακό είναι ο Ειδικός απεσταλμένος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Κύπρο, πρώην Επίτροπος Johannes Hahn, ο οποίος διορίστηκε με απόφαση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ιδανικά θα έπρεπε να είχε διοριστεί με απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή κοινή απόφαση των Προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ώστε να έχει αυξημένη νομιμοποίηση και ενισχυμένο ειδικό βάρος, εκπροσωπώντας την ΕΕ στο σύνολο της και όχι μόνο το τεχνοκρατικό της Όργανο.
– αποφυγή ενεργειών στα Βαρώσια
– σεβασμός της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Στην πράξη, η ΕΕ μέχρι σήμερα επιλέγει μια ήπια ρητορική χωρίς ουσιαστικό κόστος για την Τουρκία. Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει επιδείξει κινητικότητα με επίσημες συναντήσεις, διερευνητικές επαφές και συντονισμό με διεθνείς εταίρους, που προκάλεσαν τις αντιδράσεις της τουρκοκυπριακής πλευράς και της Τουρκίας στην ανάδειξη του Κυπριακού ως «εσωτερικού θέματος» της ΕΕ.
Πέραν όμως από την πολιτική αιρεσιμότητα, η ΕΕ θα μπορούσε να επιβάλει στοχευμένες κυρώσεις και να θεσπίσει μηχανισμούς συνεχούς πίεσης έναντι της Τουρκίας με διεθνές πολιτικό κόστος για την τελευταία. Ένας τέτοιος μηχανισμός πίεσης θα μπορούσε να είναι η συμπερίληψη του Κυπριακού ως μόνιμου ή σταθερής περιοδικότητας θέματος στην ημερήσια διάταξη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με παρουσία του Ειδικού απεσταλμένου για το Κυπριακό, ενημέρωση από πλευράς του και καθοδήγηση του με οδηγίες του ίδιου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις περαιτέρω ενέργειες του. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να προσκληθεί σε ειδική συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για το Κυπριακό, παρουσία των Προέδρων και των δύο άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ, και η Maria Angela Holguin ειδική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για το Κυπριακό, ώστε να διερευνηθούν από κοινού, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερόμενες προτάσεις για ευρωπαϊκή ή κοινή Διάσκεψη.
Τέλος, θα μπορούσαν να προβλεφθούν και στοχευμένες κυρώσεις σε πρόσωπα και φορείς της Τουρκίας ή της τουρκοκυπριακής κοινότητας που παραβιάζουν το ευρωενωσιακός δίκαιο ή εμπλέκονται σε παράνομες ενέργειες στα κατεχόμενα.
γ) Οικονομικά και θεσμικά κίνητρα για τη λύση του Κυπριακού.
Στόχος τους θα ήταν η χειραφέτηση των Τουρκοκυπρίων έναντι της Τουρκίας. Η ΕΕ θα μπορούσε να καταθέσει δέσμη μέτρων με δελεαστικά οικονομικά κίνητρα και εγγυήσεις προς την τουρκοκυπριακή κοινότητα ώστε να την απαλλάξει από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, μεγάλης κλίμακας χρηματοδότηση για ανοικοδόμηση και επανένωση, πλήρη ενσωμάτωση των Τουρκοκυπρίων στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και εγγυήσεις για λειτουργικό κράτος εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, σύμφωνα με τις αρχές του και το ευρωενωσιακό δίκαιο. Μέχρι στιγμής τέτοια κίνητρα, ακόμη και αν έχουν διατυπωθεί, παραμένουν γενικόλογα και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.
δ) Ενσωμάτωση του Κυπριακού στη στρατηγική ασφάλειας της ΕΕ.
Υπό το φως των παγκόσμιων εξελίξεων και της αναδυόμενης νέας τάξης πραγμάτων και ειδικότερα της σημασίας που αποκτά από γεωστρατηγική άποψη η ανατολική Μεσόγειος, η ΕΕ θα μπορούσε να επαναπροσδιορίσει το Κυπριακό ως ζήτημα ευρωπαϊκής ασφάλειας και θωράκισης των νοτιοανατολικών συνόρων της και να αναδείξει την Κύπρο ως παράγοντα σταθερότητας και κρίσιμο ενεργειακό κόμβο της ΕΕ αλλά και κόμβο θαλάσσιων μεταφορών. Η Κύπρος θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση του αμυντικού βραχίονα της ΕΕ είτε αυτοτελώς είτε και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ (βλ. κατωτ.), ενισχύοντας την αμυντική παρουσία της ΕΕ στην ευαίσθητη αυτή περιοχή – με δεδομένη και την καταρχήν μη δυνατότητα χρησιμοποίησης των βρετανικών βάσεων στο νησί, λόγω Brexit. Θα μπορούσε επίσης να ενταχθεί σε περισσότερα σχήματα της Κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας και να συνεργαστεί στενότερα με κράτη της περιοχής, Ελλάδα, Ιταλία, Κύπρο αλλά και με χώρες φίλα προσκείμενες. Ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της ΕΕ έχουν υπό την προαναφερόμενη οπτική γωνία, έναντι των τουρκικών στρατευμάτων στα κατεχόμενα και των εν δυνάμει ευρύτερων απειλών στην ευαίσθητη περιοχή, οι ρήτρες των Συνθηκών που εκφράζουν την αρχή της αλληλεγγύης (βλ. σχετικά και άρθρο 222 ΣΛΕΕ , ρήτρα αλληλεγγύης σε περίπτωση τρομοκρατικής επίθεσης και φυσικής ή ανθρωπογενούς καταστροφής). Κορυφαίο είναι εν προκειμένω το άρθρο 42 παρ. 7 ΣΕΕ που καθιερώνει τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης στο έδαφος κράτους μέλους. Το άρθρο αυτό μπορεί να επικαλεστεί η Κύπρος έναντι της Τουρκίας σε περίπτωση που δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφος της από τουρκικά στρατεύματα είτε αυτά σταθμεύουν στα κατεχόμενα είτε προέρχονται από την Τουρκία, λχ. αεροπορικός βομβαρδισμός.
Τα προαναφερόμενα νέα δεδομένα συνηγορούν υπέρ μιας de facto «rebus sic stantibus» (βλ. και άρθρο 62 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών) άρσης των στρατιωτικών περιορισμών του 1960 ως αποτέλεσμα του προγράμματος SAFE – Security Action for Europe – στο οποίο συμμετέχει και η Κύπρος. Πρόκειται για το νέο χρηματοδοτικό μέσο της ΕΕ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας και της αμυντικής βιομηχανίας, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της ΕΕ στις 27 Μαΐου 2025 ως μέρος της στρατηγικής «Readiness 2030», με κονδύλια μέχρι 150 δισεκατομμύρια ευρώ. Το πρόγραμμα αυτό παρέχει μακροπρόθεσμα χαμηλότοκα δάνεια στα κράτη μέλη για: κοινές προμήθειες αμυντικού υλικού, ενίσχυση της αμυντικής τους βιομηχανίας και κάλυψης σημαντικών κενών ικανοτήτων στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας. Η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε επίσημη πρόταση συμμετοχής στο SAFE τον Ιούλιο του 2025, παράλληλα με την Ελλάδα. Για να ενεργοποιήσει τα 1,18 δισεκατομμύρια ευρώ που της αναλογούν, η Κύπρος όφειλε έως 30 Νοεμβρίου 2025 να υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα αναλυτικό επενδυτικό σχέδιο εφαρμογής με τα προγράμματα και τις εξοπλιστικές προτεραιότητες που σκοπεύει να χρηματοδοτήσει μέσω SAFE. To σχέδιο περιλαμβάνει εξειδίκευση προγραμμάτων που περιλαμβάνουν εξοπλιστικά και αμυντικές δαπάνες με βάση τις ανάγκες της Εθνικής Φρουράς, με ενδεικτική shopping list για μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αντιαρματικά όπλα, πυρομαχικά και άλλα αποθέματα. Τα στοιχεία αυτά αντανακλούν τις εθνικές ανάγκες άμυνας και αποτρεπτικής ισχύος της Κύπρου, ενταγμένες στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών στόχων για ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας. Στο πλαίσιο αυτό δίνεται έμφαση και σε έργα αμυντικών υποδομών υψηλής στρατηγικής σημασίας, όπως η αναβάθμιση της αεροπορικής βάσης Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο και της ναυτικής βάσης Μάρι. Πρόκειται για αμιγείς βάσεις τις ΕΕ, σε αντίθεση με τις δύο βάσεις του Ηνωμένου Βασίλειου που δεν ανήκουν στην ΕΕ, μπορεί όμως περιστασιακά να συνεργαστούν με αυτήν.
Αυτές οι επιλογές στοχεύουν στην ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και της συνεργασίας με άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο κοινών προγραμμάτων και ασκήσεων της υπό διαμόρφωση πολυεπίπεδης ευρωπαϊκής άμυνας της ΕΕ, που αποτελείται από τις εξής συνιστώσες:
– Στρατηγική κατεύθυνση (Strategic Compass) ως κοινό στρατηγικό πλαίσιο για την ασφάλεια και άμυνα της ΕΕ με ορίζοντα το 2030 και τέσσερεις πυλώνες. Δράση και αντίδραση σε κρίσεις, επενδύσεις σε αμυντικές δυνατότητες, ενίσχυση συνεργασιών, προστασία και ανθεκτικότητα.
– Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία (PESCO) ως βασικό μηχανισμό συνεργασίας των κρατών μελών για την ανάπτυξη κοινών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Περιλαμβάνει περισσότερα από 75 κοινά έργα (εκπαίδευση, εξοπλιστικά προγράμματα, στρατηγικά υποστηρικτικά συστήματα), που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF).
– Χρηματοδότηση και επένδυσεις στην άμυνα, μέσω του SAFE αλλά και του Ευρωπαϊκού προγράμματος αμυντικής βιομηχανίας (EDIP), ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της παραγωγικής ικανότητας, την περίοδο 2025-2027.
Σημειωτέον ότι η Κύπρος είναι πλήρες μέλος της PESCO από την ίδρυση της το 2017 με συμμετοχή σε διάφορα έργα που αφορούν σε θαλάσσια επιτήρηση, κυβερνοάμυνα, στρατιωτική εκπαίδευση και ιατρική υποστήριξη επιχειρήσεων. Συμμετέχει επίσης στο EDF με χρηματοδοτήσεις σε κυπριακές εταιρίες και ερευνητικά ιδρύματα για έρευνα σε τεχνολογίες άμυνας, μη επανδρωμένα συστήματα και ψηφιακές εφαρμογές ασφαλείας. Η Κύπρος συμμετέχει επίσης σε αποστολές της Κοινής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, παρέχοντας προσωπικό και διευκολύνσεις.
Η Κύπρος αλλά και η Ελλάδα, στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στο SAFE, έθεσαν και σαφείς πολιτικούς όρους ως προς τη λειτουργία του, που έγιναν αποδεκτοί από την ΕΕ:
– όρους αποκλεισμού τρίτων χωρών που αποτελούν απειλή για την ασφάλεια των κρατών μελών, ώστε να μην αποκτήσουν πρόσβαση στα ευρωπαϊκά κονδύλια του προγράμματος. Οι όροι απηχούν τη θέση Κύπρου και Ελλάδος ότι χώρες με γεωπολιτικές διαφορές ή τριβές με κράτη μέλη, όπως η Τουρκία, δεν πρέπει να συμμετέχουν σε ένα κοινό αμυντικό εργαλείο της ΕΕ. Στην πράξη, η Τουρκία συμμετέχει εμμέσως, αφού κάποιες ιταλικές εταιρίες, τουρκικών συμφερόντων, θα αντλήσουν κονδύλια από το πρόγραμμα. Ωστόσο, η απόρριψη της ίδιας της Τουρκίας για τους προαναφερόμενους λόγους λειτούργησε ως «πολιτικό ράπισμα» και εργαλείο πίεσης που μπορεί περαιτέρω να αξιοποιηθεί.
Εν κατακλείδι, η Κύπρος ολοκλήρωσε την υποβολή του σχεδίου της και αναμένει την έγκρισή του από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να αρχίσει η εκταμίευση των δανείων με τις πρώτες πληρωμές το Μάρτιο. Η αξιολόγηση εστιάστηκε στη συμμόρφωση των εθνικών προγραμμάτων με τους στόχους του SAFE, ιδίως στην συμμετοχή σε κοινές προμήθειες με άλλα κράτη μέλη και στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Η συμμετοχή της Κύπρου στα προαναφερόμενα αμυντικά προγράμματα της ΕΕ και πρόσφατα στο πρόγραμμα SAFE αποτελούν προθάλαμο δυνητικής προσχώρησής της στο ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο και της στρατηγικής εταιρικής σχέσης ΕΕ-ΝΑΤΟ.
ΙΙ. Η εν δυνάμει προσχώρηση της Κύπρου στο ΝΑΤΟ
Από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, τα 23 είναι επίσης μέλη του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ ούτε του προγράμματος «Συνεταιρισμός για την Ειρήνη», κατάσταση πραγμάτων που δημιουργεί ένα ιδιότυπο στρατηγικό κενό. Το ΝΑΤΟ ως βασικός πυλώνας συλλογικής ασφάλειας της Δύσης, περιλαμβάνει τόσο την Ελλάδα όσο και την Τουρκία, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, χώρες εγγυήτριες, με άμεση εμπλοκή στο Κυπριακό. Η απουσία της Κύπρου από τη Συμμαχία έχει ιστορικές, πολιτικές και εσωτερικές αιτίες, ταυτόχρονα όμως περιορίζει τη δυνατότητά της να συμμετέχει ισότιμα στις συζητήσεις που αφορούν στην περιφερειακή ασφάλεια, αν και οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή δείχνουν μια μινιμαλιστική μόνο συμμετοχή του ΝΑΤΟ υπό μορφή συμβολικής διαβούλευσης ως προς το Παλαιστινιακό και ακόμη λιγότερο το θέμα του Ιράν. Το Ισραήλ δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, έχει όμως καθεστώς εταίρου συμμετέχοντας στο Μεσογειακό Διάλογο του ΝΑΤΟ από το 1994, ενώ οι ΗΠΑ έχουν αναγνωρίσει το Ισραήλ ως « Major Non-NATO Ally» που του παρέχει προνομιακή πρόσβαση σε αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό και εκπαίδευση, χωρίς όμως τις δεσμεύσεις αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής του άρθρου 5.
Η Τουρκία αξιοποιεί την ιδιότητα κράτους μέλους στο ΝΑΤΟ για να ενισχύσει τη στρατηγική της σημασία, συχνά παρακάμπτοντας τις υποχρεώσεις της έναντι της ΕΕ. Το γεγονός ότι κράτος μέλος της ΕΕ, η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι εκτός ΝΑΤΟ, ενώ μια μη αμιγώς ευρωπαϊκή χώρα, η Τουρκία, αποτελεί κρίσιμο σύμμαχο και μέλος του, αναδεικνύει τις αντιφάσεις του δυτικού συστήματος ασφαλείας.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, με την ενίσχυση της Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας και τη συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, δημιουργούν νέα δεδομένα για την Κύπρο. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της ΕΕ, μπορεί να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας, αξιοποιώντας τη γεωστρατηγική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Προφανώς, οι βάσεις του Ηνωμένου Βασίλειου στην Κύπρο μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του ΝΑΤΟ και εν δυνάμει θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν και τις ανάγκες των ΗΠΑ σε σχέση με τα σενάρια εμπλοκής τους στο Ιράν – δυνατότητα την οποία όμως απέκλεισε το Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως η Κύπρος λόγω της στενής αμυντικής συνεργασίας της με το Ισραήλ – κοινές στρατιωτικές ασκήσεις, συνεργασία σε εξοπλισμούς και ασφάλεια – αλλά και την τριμερή συνεργασία Ελλάδος-Κύπρου-Ισραήλ, αντιλαμβάνεται ότι αποτελεί εν δυνάμει στόχο εντός της εμβέλειας των πυραυλικών συστημάτων των εχθρών του Ισραήλ και των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.
Για τις εν δυνάμει αυτές επιθέσεις κατά της Κύπρου είναι προφανές ότι η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παρ. 7 ΣΕΕ μπορεί να τύχει εφαρμογής. Λόγω όμως της μη συμμετοχής της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί.
Εύλογα τίθεται το ερώτημα, αν το άρθρο 5 μπορεί να ενεργοποιηθεί, αν δεχθούν επίθεση οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο που ανήκουν στην πλήρη κυριαρχία του Ηνωμένου Βασίλειου. Ωστόσο, η εφαρμογή του εξαρτάται και από το άρθρο 6 που ορίζει το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του που αναφέρεται σε επιθέσεις στο έδαφος κράτους μέλους στην Ευρώπη ή Βόρεια Αμερική καθώς και σε νησιά υπό δικαιοδοσία κράτους μέλους στο Βόρειο Ατλαντικό, βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου. Από την προαναφερόμενη διατύπωση και τη διάκριση μεταξύ εδάφους κράτους και νησιών δεν είναι προφανές από νομική άποψη – εκτός αν πρυτανεύσει διασταλτική ερμηνεία – ότι το άρθρο 5 εφαρμόζεται σε περίπτωση επίθεσης κατά βρετανικής βάσης στην Κύπρο. Η απόφαση θα είναι μάλλον πολιτική αν υπάρξει αίτημα ενεργοποίησής του.
Οι ανάγκες που εξυπηρετεί η Κύπρος είναι – στην παρομοίωση της ως το σταθερό αεροπλανοφόρο στην ευρύτερη περιοχή – περισσότερο ανάγκες των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ και από την σκοπιά αυτή το ίδιο το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να επιδιώξει την συμπερίληψη της Κύπρου στους κόλπους του μια που οι ανάγκες που η Κύπρος εξυπηρετεί είναι νευραλγικές για το τελευταίο. Το ίδιο συμφέρον για συμμετοχή της Κύπρου στο ΝΑΤΟ έχει και το Ηνωμένο Βασίλειο για να προστατεύσει τις βάσεις του στην Κύπρο – που δεν προστατεύονται από τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42 παρ. 7, λόγω Brexit – ενώ στασιάζεται η προστασία τους που το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Συμφέρον θα είχε, αν το αξιολογήσει αντικειμενικά και η ίδια η Τουρκία – έναντι της οποίας δεν επιτρέπεται επίκληση του άρθρου 5 – με την ιδιότητα της ως εγγυήτριας δύναμης, αφού οποιαδήποτε επίθεση στην Κύπρο θα μπορούσε να πλήξει και τα κατεχόμενα. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία στη λογική του «παζαριού» που τη διαπνέει, που ήταν εμφανέστατη στην περίπτωση της προσχώρησης της Σουηδίας και της Φινλανδίας, θα εναντιωθεί στην προσχώρηση της Κύπρου και θα τη χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης προς ίδιον όφελος ή για την αναγνώριση των κατεχομένων ως κρατικής οντότητας. Μόνο αν οι ΗΠΑ υποστήριζαν την άνευ όρων ένταξη της στο ΝΑΤΟ ο στόχος θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ο κίνδυνος όμως είναι να συνδεθεί η προσχώρηση αυτή με την επίλυση του Κυπριακού και μια απευκταία εμπλοκή των ΗΠΑ.
Υπό το φως των ανωτέρω, και παρά τα ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ, είναι προτιμότερη μια σταδιακή προσέγγιση Κύπρου-ΕΕ και ΝΑΤΟ που δεν προϋποθέτει άμεση ένταξη της Κύπρου στη Συμμαχία. Ως πρώτο βήμα η Κύπρος θα μπορούσε να εμβαθύνει τη συνεργασία της με το ΝΑΤΟ μέσω της Εταιρικής σχέσης για την ειρήνη (Partnership for Peace) και μέσω κοινών ασκήσεων, ανταλλαγής πληροφοριών ασφαλείας και συνεργασίας υπηρεσιών πληροφοριών. Η σταδιακή αυτή προσέγγιση θα μπορούσε να κάμψει τις αντιδράσεις της Τουρκίας και να οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό, στη βάση της λογικής και του κοινού συμφέροντος, της θέσης της στο συγκεκριμένο θέμα που δεν έχει όμως τεθεί και αν είναι να τεθεί θα πρέπει να γίνει με πρωτοβουλία του ΝΑΤΟ ή των κρατών της ΕΕ που είναι μέλη του. Πάντως, είναι προφανές ότι η επίλυση του Κυπριακού θα είχε ως αποτέλεσμα την άρση κάθε αντίθεσης της Τουρκίας στην προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο ΝΑΤΟ.
Συμπερασματικά, το Κυπριακό δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται αποκομμένο από τη νέα τάξη πραγμάτων και τις ευρύτερες εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και διεθνή ασφάλεια, ιδίως υπό το φως των όσων διαδραματίζονται στην ανατολική Μεσόγειο.
Η ΕΕ καλείται να διαδραματίσει εφεξής, λόγω της νέας προσέγγισης του Προέδρου Trump, σημαντικότερο ρόλο στο ΝΑΤΟ από πλευράς κόστους και λειτουργίας του, αποκτώντας έτσι εκ των πραγμάτων «ownership» που μέχρι τώρα είχαν μόνο οι ΗΠΑ. Παράλληλα, αναπτύσσει την αμυντική της αυτονομία, συνειδητοποιώντας πόσο ευάλωτο μπορεί να γίνει το ΝΑΤΟ στο ενδεχόμενο προοδευτικής απουσίας των ΗΠΑ.
Επί του παρόντος, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ αποτελούν δύο αλληλένδετους, όχι όμως ταυτόσημους πυλώνες του δυτικού κόσμου, μέσα στους οποίους η Κύπρος με ενεργότερη στήριξη της ΕΕ καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση και το ρόλο της αναδεικνύοντας τη γεωστρατηγική σημασία και συμβολή της στην υπηρεσία του συγκεκριμένου διδύμου. Μια νέα θεώρηση των σχέσεων αυτών μπορεί να συμβάλει όχι μόνο στην ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ αλλά και στη δημιουργία πιο ρεαλιστικών προϋποθέσεων για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού, η οποία σε κάθε περίπτωση – σε περίπτωση στάθμισης ή επιλογής – προτάσσεται έναντι της προσχώρησης στο ΝΑΤΟ.
*O Γιώργος Κρεμλής είναι Διευθυντής ε.τ. της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μέλος του ΔΣ του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO) και πρέσβυς του στη Βουλγαρία
* *Οι απόψεις που εκφράζονται στο παρόν είναι αυστηρά προσωπικές