breaking newsΕλλάδα

Τι ζητούσε ο αρχηγός της ΚΥΠ στη Βηρυτό;

Κράτος χωρίς μνήμη και ισχύ δεν έχει μέλλον – Από τις πυρκαγιές και τον Μιθριδάτη μέχρι τον Λίβανο και τα Στενά του Ορμούζ

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Οι πυρκαγιές, η αμυντική βιομηχανία, η τουρκική διείσδυση στον Λίβανο, το Κουρδικό και η μάχη για τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Αναδεικνύουν το ίδιο ακριβώς πρόβλημα: την ανάγκη ενός κράτους να προβλέπει, να σχεδιάζει και να ενεργεί προτού βρεθεί αντιμέτωπο με τετελεσμένα. Είτε αυτά δημιουργούνται από τη φωτιά είτε από την επέκταση μιας γειτονικής δύναμης.

Οι πυρκαγιές και η ώρα της προσωπικής ευθύνης

Πρώτα απ’ όλα, οφείλουμε να εκφράσουμε τα συλλυπητήριά μας στις οικογένειες των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους, ανάμεσά τους ο Έλληνας χειριστής και ο Δανός συνοδός του ελικοπτέρου. Παράλληλα, στεκόμαστε δίπλα σε εκείνους που έχασαν τις κατοικίες και τις περιουσίες τους. Για πολλούς ένα σπίτι, ακόμη και εξοχικό, αντιπροσωπεύει τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής.

Για τις επιχειρησιακές ευθύνες απαιτούνται στοιχεία. Υπάρχει, όμως, ένα ζήτημα που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: ο χρόνος είναι καθοριστικός. Μία εστία που αντιμετωπίζεται στα πρώτα λεπτά δεν έχει καμία σχέση με μία πυρκαγιά που έχει αφεθεί να εξαπλωθεί επί μισή ώρα.

Η τεχνολογία υπάρχει. Κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου, ολόκληρη η ελληνική επικράτεια μπορεί και πρέπει να επιτηρείται επί εικοσιτετραώρου βάσεως με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Με τρεις βάρδιες και οργανωμένα κέντρα ελέγχου, κάθε δήμος μπορεί να εντοπίζει άμεσα μία εστία και να κινητοποιεί εγκαίρως τις αρμόδιες δυνάμεις.

Υπάρχει, όμως, και η ατομική ευθύνη. Σε περιόδους υψηλού κινδύνου δεν ανάβουμε φωτιές, δεν χρησιμοποιούμε μηχανήματα που προκαλούν σπινθήρες και δεν αντιμετωπίζουμε το δάσος ως χώρο όπου ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Η εκούσια πρόκληση πυρκαγιάς πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κακούργημα, ενώ και η βαριά αμέλεια πρέπει να επισύρει πραγματικά αυστηρές ποινές.

Χρειάζονται επίσης συνεχείς ενημερωτικές εκστρατείες. Αντί να σπαταλώνται αμέτρητες τηλεοπτικές ώρες σε ανοησίες, θα μπορούσε ένα μέρος τους να αφιερώνεται στην πρόληψη. Και μετά τη φωτιά απαιτείται πραγματική αναδάσωση. Δεν είναι δυνατόν να βλέπουμε άλλες χώρες να αποκαθιστούν μέσα σε λίγα χρόνια καμένες περιοχές και στην Ελλάδα να συζητούμε ακόμη τι θα γίνει πάνω στα αποκαΐδια.

Ο Μιθριδάτης και το μάθημα που δεν διδάσκεται

Η ιστορία του Βασιλείου του Πόντου δεν είναι μία απλή αναφορά στο παρελθόν. Είναι ένα μάθημα ισχύος, πολιτισμού, αντίστασης, αλλά και προδοσίας.

Το Βασίλειο του Πόντου ιδρύθηκε το 281 π.Χ. από τον Μιθριδάτη Α΄ τον Κτίστη και διατηρήθηκε μέχρι το 63 π.Χ. Έζησε περίπου 220 χρόνια, περισσότερα από όσα αριθμεί σήμερα το νεότερο ελληνικό κράτος. Παρά την περσική καταγωγή της δυναστείας, η γλώσσα, η διοίκηση, η οικονομία και ο πολιτισμός του κράτους ήταν βαθιά ελληνικά. Πρώτη κοιτίδα του υπήρξε η Αμάσεια και αργότερα πρωτεύουσά του έγινε η Σινώπη.

Η μεγαλύτερη μορφή του βασιλείου ήταν ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ ο Ευπάτωρ, ο οποίος επιχείρησε να οργανώσει τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας απέναντι στη Ρώμη. Διεξήγαγε τρεις πολέμους εναντίον των Ρωμαίων, επεκτείνοντας την επιρροή του από τη Μικρά Ασία μέχρι την Κολχίδα, την Κριμαία και την Αζοφική.

Η ιστορία του έχει και τραγική διάσταση. Ο ίδιος του ο γιος, ο Φαρνάκης, συμμάχησε με τους Ρωμαίους εναντίον του. Ο Μιθριδάτης προσπάθησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο, αλλά ο οργανισμός του είχε αποκτήσει ανοσία επειδή από μικρή ηλικία λάμβανε ελεγχόμενες δόσεις δηλητηρίων. Από εκεί προήλθε και ο όρος «μιθριδατισμός». Τελικά ζήτησε από έναν Γαλάτη αξιωματικό του να τον σκοτώσει.

Ο Φαρνάκης, όμως, δεν σώθηκε από τη συμμαχία του με τη Ρώμη. Οι Ρωμαίοι δεν ήθελαν ένα ισχυρό κράτος στην περιοχή, ανεξαρτήτως του ποιος το κυβερνούσε. Το 47 π.Χ. ο Ιούλιος Καίσαρας τον νίκησε στα Ζήλα και έστειλε στη Ρώμη το περίφημο «Veni, vidi, vici» — «Ήλθον, είδον, ενίκησα».

Το μήνυμα παραμένει επίκαιρο: οι μεγάλες δυνάμεις δεν επιτρέπουν εύκολα την ανάδυση περιφερειακών ανταγωνιστών. Και όποιος προδίδει τον δικό του για να υπηρετήσει μία αυτοκρατορία συνήθως ανακαλύπτει, αργά ή γρήγορα, ότι είναι αναλώσιμος.

Τα 30 δισεκατομμύρια πρέπει να γεννήσουν ελληνική ισχύ

Η Ελλάδα πρέπει να απαλλαγεί από το στερεότυπο ότι η παραγωγή όπλων αποτελεί κάτι σχεδόν ανήθικο. Μακάρι να ζούσαμε σε έναν κόσμο χωρίς πολέμους. Δεν ζούμε, όμως, σε αυτόν τον κόσμο. Και όταν χώρες που παράγουν οπλικά συστήματα χρησιμοποιούν αυτή τη δυνατότητα για να διευρύνουν την επιρροή τους σε βάρος των δικών μας συμφερόντων, δεν έχουμε την πολυτέλεια να παραμένουμε αδρανείς.

Μέχρι το 2036 η Ελλάδα σχεδιάζει να διαθέσει περίπου 30 δισεκατομμύρια ευρώ για εξοπλισμούς. Αν τα χρήματα αυτά φύγουν σχεδόν εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό, θα έχουμε αγοράσει όπλα, αλλά θα έχουμε χάσει μία ιστορική ευκαιρία.

Η χώρα δαπανά πάνω από το 3% του ΑΕΠ της για την άμυνα, ενώ η συνεισφορά της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας παραμένει περίπου στο 0,7% του ΑΕΠ. Στα προηγούμενα μεγάλα προγράμματα, συνολικής αξίας περίπου 15 δισεκατομμυρίων ευρώ, η ελληνική συμμετοχή ήταν δυσανάλογα μικρή.

Η πρόβλεψη για εγχώρια προστιθέμενη αξία 25% σε κάθε νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα πρέπει να πάψει να αποτελεί απλή εξαγγελία και να κατοχυρωθεί νομοθετικά. Δεν αρκεί να συναρμολογούμε ξένα συστήματα. Χρειαζόμαστε μεταφορά τεχνογνωσίας, συμμετοχή στην έρευνα, παραγωγή κρίσιμων υποσυστημάτων και ένταξη ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», το πρόγραμμα αντιαεροπορικής, αντιπυραυλικής και αντι-drone προστασίας, αποτελεί το πρώτο μεγάλο τεστ. Από ένα πρόγραμμα περίπου 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι ελληνικές εταιρείες εκτιμάται ότι μπορούν να διεκδικήσουν έργο τουλάχιστον 700 εκατομμυρίων. Η συμμετοχή της ΕΑΒ, των Ελληνικών Αμυντικών Συστημάτων και ιδιωτικών επιχειρήσεων μπορεί να δημιουργήσει έναν πραγματικό παραγωγικό πυρήνα.

Το σημαντικότερο κέρδος δεν θα είναι μόνο τα χρήματα ή οι θέσεις εργασίας. Η αμυντική τεχνολογία διαχέεται στην υπόλοιπη οικονομία, όπως συνέβη με το διαδίκτυο και πολλές άλλες τεχνολογικές εφαρμογές. Παράλληλα, θα ενισχυθεί η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου στην Ευρώπη. Σήμερα η Τουρκία χρησιμοποιεί την αμυντική της βιομηχανία ως πολιορκητικό κριό απέναντι στις ελληνικές και κυπριακές αντιρρήσεις. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η μοιρολατρία. Πρέπει να αποκτήσουμε και εμείς παραγωγική και τεχνολογική ισχύ.

Ο Λίβανος δεν πρέπει να παραδοθεί στην Τουρκία

Ο Λίβανος είναι αυτή τη στιγμή μία από τις κρισιμότερες χώρες για τα συμφέροντα του Ελληνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Στη Συρία η Τουρκία έχει ήδη αποκτήσει ισχυρό έρεισμα και επιδιώκει να ελέγξει τουλάχιστον το βόρειο τμήμα της χώρας. Το επόμενο βήμα της είναι ο Λίβανος.

Η Άγκυρα αξιοποιεί τις τεράστιες ενεργειακές ανάγκες του Λιβάνου για να αποκτήσει πολιτική επιρροή. Η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου Ζοζέφ Αούν στην Τουρκία πρέπει να λειτουργήσει ως προειδοποίηση για την Αθήνα, τη Λευκωσία και το Ισραήλ. Η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, το διαδίκτυο και οι θαλάσσιες ζώνες δεν είναι τεχνικά ζητήματα. Είναι εργαλεία γεωπολιτικής επιρροής.

Η επίσκεψη του επικεφαλής της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών Τάσου Τζιωνή στη Βηρυτό τον Ιούνιο δείχνει ότι στη Λευκωσία υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα της κατάστασης. Σύμφωνα με λιβανικό δημοσίευμα, πραγματοποιήθηκαν επαφές με την ηγεσία του στρατού, τις στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών και ενδεχομένως στελέχη της Χεζμπολάχ.

Το βασικό αντικείμενο φέρεται να ήταν η συμφωνία οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών Κύπρου–Λιβάνου και η ανάγκη να μην υποχωρήσει η Βηρυτός στις πιέσεις της Άγκυρας. Η Τουρκία θέλει να εμποδίσει κάθε ενεργειακή διευθέτηση που παρακάμπτει την ίδια ή εντάσσει τον Λίβανο σε σχήματα συνεργασίας με την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ.

Εδώ πρέπει να βλέπουμε το μείζον και όχι το έλασσον. Οι ιδεολογικές ενστάσεις ή η παρουσία της Χεζμπολάχ δεν μπορούν να μας οδηγήσουν στο στρατηγικό λάθος να χαρίσουμε τον Λίβανο στην Τουρκία. Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ οφείλουν να συμβάλουν έμπρακτα στην αντιμετώπιση των ενεργειακών αναγκών της χώρας.

Το Κουρδικό και το μεγάλο ερωτηματικό του αφοπλισμού

Στην Τουρκία επιχειρείται να στηθεί ένας ολόκληρος μηχανισμός ειρηνικής επίλυσης του Κουρδικού. Το σχέδιο περιλαμβάνει νομοθετικό πλαίσιο, επιτροπές παρακολούθησης του αφοπλισμού, επιστροφή δημάρχων και πολιτικών, καθώς και άρση διώξεων για χιλιάδες ανθρώπους που κατηγορήθηκαν για σχέσεις με το PKK.

Ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν παρουσιάζει τη διαδικασία ως ένα βήμα εκδημοκρατισμού αντίστοιχης ιστορικής σημασίας με την ίδρυση του τουρκικού κράτους. Η ίδια η διατύπωση αποτελεί έμμεση ομολογία ότι η Τουρκία, όπως οικοδομήθηκε, δεν υπήρξε δημοκρατική για όλους τους λαούς της.

Οι Κούρδοι δικαιούνται πολιτικά, πολιτιστικά και γλωσσικά δικαιώματα. Το μεγάλο ερωτηματικό, όμως, παραμένει ο αφοπλισμός. Στη Μέση Ανατολή χάθηκαν λαοί που εγκατέλειψαν κάθε μέσο αυτοπροστασίας προτού εξασφαλίσουν πραγματικές και μη αναστρέψιμες εγγυήσεις. Η τελική απόφαση ανήκει στους ίδιους τους Κούρδους, αλλά η ιστορία της περιοχής δεν επιτρέπει αφέλειες.

Το τουρκικό φρένο στην Ερυθρά Θάλασσα

Εξίσου αποκαλυπτική είναι η σύγχυση γύρω από τη σχεδιαζόμενη πολυεθνική δύναμη θαλάσσιας ασφάλειας στην Ερυθρά Θάλασσα. Σε επίσημα σαουδαραβικά έγγραφα της 30ής Ιουλίου η Τουρκία εμφανίστηκε μεταξύ των ιδρυτικών μερών της δύναμης, η οποία θα δρα στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, στην Ερυθρά Θάλασσα και στον Κόλπο του Άντεν.

Στην Τουρκία αρχικά επικράτησε ενθουσιασμός για την επιστροφή του τουρκικού στόλου στα παλαιά οθωμανικά «λιμέρια». Στη συνέχεια, όμως, η Άγκυρα ανακοίνωσε ότι δεν συμμετέχει στον συνασπισμό και ότι διεξάγονται μόνο τεχνικές συνομιλίες.

Κάτι συνέβη. Ενδεχομένως προέκυψε διαφωνία για τους όρους συμμετοχής ή για τον ρόλο άλλων δυνάμεων, ακόμη και του Ισραήλ. Χωρίς περισσότερα στοιχεία δεν μπορούμε να δώσουμε οριστική απάντηση. Η υπαναχώρηση, πάντως, δείχνει ότι οι νεοοθωμανικές φιλοδοξίες της Τουρκίας συναντούν και όρια.

Στα Στενά του Ορμούζ παίζεται η επόμενη πράξη

Η πιο επικίνδυνη αναμέτρηση εξελίσσεται στα Στενά του Ορμούζ. Μετά από ημέρες αμερικανικών και ισραηλινών βομβαρδισμών, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέβαλε νέα μαζικά πλήγματα, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν και αραβικές χώρες ζήτησαν χώρο για τη διπλωματία.

Η Τεχεράνη, όμως, δεν επιβεβαιώνει απευθείας συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Αναφέρει ότι βρίσκεται κοντά σε μία προσωρινή συμφωνία με το Ομάν για ασφαλή θαλάσσια διαδρομή. Το Ιράν θέλει να διατηρήσει τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας κοντά στις ακτές του, ενώ το Ομάν επιδιώκει να ασκεί τα δικά του κυριαρχικά δικαιώματα στη νότια πλευρά των Στενών.

Το Ιράν είναι αμυνόμενο απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μπορεί να απαιτεί τον πλήρη έλεγχο ολόκληρου του θαλάσσιου περάσματος και να επιβάλλει στο Ομάν πώς θα διαχειριστεί τα χωρικά του ύδατα. Σε αυτό το σημείο λειτουργεί και το ίδιο ως περιφερειακή μεγάλη δύναμη.

Η διαχείριση της κρίσης από την Τεχεράνη είναι, από τεχνοκρατική άποψη, εξαιρετικά προσεκτική. Χρησιμοποιεί τη γεωγραφική της θέση, τη ναυσιπλοΐα, τις προσωρινές συμφωνίες και την απειλή κλιμάκωσης για να κερδίσει διαπραγματευτικό χώρο. Δεν πρόκειται για ηθική επιδοκιμασία, αλλά για διαπίστωση που πρέπει να μελετήσουν και οι Έλληνες διπλωμάτες.

Η Κίνα έχει προσφερθεί να βοηθήσει, ενώ Πακιστάν και Κατάρ επιχειρούν επίσης να διαδραματίσουν μεσολαβητικό ρόλο. Όσο, όμως, οι αμερικανικές δυνάμεις παραμένουν σε ετοιμότητα και η Τεχεράνη αρνείται να επιστρέψει στην προηγούμενη κατάσταση ελεύθερης ναυσιπλοΐας, η περιοχή θα κινείται πάνω σε τεντωμένο σχοινί. Και πάνω σε τεντωμένο σχοινί η απόσταση ανάμεσα στην αποκλιμάκωση και στην έκρηξη είναι ελάχιστη.

Το κοινό νήμα

Από τις πυρκαγιές μέχρι τον Λίβανο και από τον Μιθριδάτη μέχρι τα Στενά του Ορμούζ, το συμπέρασμα είναι ένα: η επιβίωση ενός κράτους δεν εξασφαλίζεται με ευχές.

Χρειάζεται πρόληψη, ιστορική μνήμη, παραγωγική βάση, πληροφορίες, συμμαχίες και βούληση άσκησης ισχύος. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να τρέχει πίσω από τις εξελίξεις. Οφείλει να τις προβλέπει και, όπου μπορεί, να τις διαμορφώνει. Διαφορετικά, θα περιορίζεται να μετρά τις ζημιές — είτε αυτές αφήνονται πάνω στα καμένα δάση είτε αποτυπώνονται στους χάρτες της Ανατολικής Μεσογείου.

Back to top button