Σε μια κίνηση που μπορεί να αλλάξει τις ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, η Συρία φέρεται να δεσμεύτηκε απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι θα μειώσει δραστικά τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου.
Η υπόσχεση δόθηκε στο πλαίσιο των συνομιλιών με την Ουάσινγκτον για την αφαίρεση της Συρίας από τον κατάλογο των κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία, σύμφωνα με αποκλειστικό ρεπορτάζ του Reuters.
Τρεις πηγές με γνώση των διαπραγματεύσεων ανέφεραν ότι ανώτατοι Σύροι αξιωματούχοι δήλωσαν πρόθυμοι να περιορίσουν δραστικά τις αγορές ρωσικού αργού. Μεταξύ των πηγών βρίσκονται Σύρος αξιωματούχος με άμεση γνώση των συζητήσεων, Αμερικανός αξιωματούχος και τρίτο πρόσωπο που ενημερώθηκε για το περιεχόμενό τους.
Όλες μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας, καθώς δεν είχαν εξουσιοδότηση να ενημερώσουν τον Τύπο.
Η κίνηση θα σηματοδοτούσε μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στην ενεργειακή πολιτική της νέας συριακής κυβέρνησης. Παρά την πολιτική στροφή της Δαμασκού προς τη Δύση μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, η χώρα εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία για τον ενεργειακό της εφοδιασμό.
Το αμερικανικό αίτημα και η συριακή δέσμευση
Δύο από τις πηγές υποστήριξαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν από τη Συρία να περιορίσει τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και έλαβαν σχετική δέσμευση από τη Δαμασκό.
Το ζήτημα συζητήθηκε κατά τις επαφές για την άρση του χαρακτηρισμού της Συρίας ως «κρατικού υποστηρικτή της τρομοκρατίας» – State Sponsor of Terrorism, SST.
Οι ίδιες πηγές διευκρίνισαν ότι η Ουάσινγκτον δεν παρουσίασε επισήμως τη μείωση των ρωσικών εισαγωγών ως απόλυτη προϋπόθεση για την αφαίρεση της Συρίας από τον κατάλογο.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη συριακή πηγή, Αμερικανοί αξιωματούχοι είπαν στους συνομιλητές τους ότι ο τερματισμός των αγορών ρωσικού πετρελαίου θα βελτίωνε τις πιθανότητες να προχωρήσει η διαδικασία γρήγορα και χωρίς επιπλοκές.
Η διατύπωση αποκαλύπτει μία σαφή πολιτική σύνδεση, ακόμη κι αν η αμερικανική πλευρά αποφεύγει να την παρουσιάσει ως επίσημο όρο.
Απαντώντας σε ερωτήσεις του Reuters, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου υποστήριξε ότι δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην αφαίρεση της Συρίας από τον κατάλογο και στη μείωση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, από την πλευρά του, ανέφερε ότι ενθαρρύνει τη Συρία να συνεργάζεται με «αξιόπιστους εταιρικούς εταίρους», ιδίως αμερικανικές επιχειρήσεις, κατά τη διαδικασία ανάκαμψης και ανοικοδόμησης. Πρόσθεσε ότι αναμένει από τη Δαμασκό να συμμορφώνεται με τις αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας.
Η Δαμασκός ζητεί πρώτα την άρση των κυρώσεων
Η συριακή απάντηση προς την Ουάσινγκτον επικεντρώνεται στην έλλειψη διαθέσιμων εναλλακτικών επιλογών.
Σύμφωνα με πηγή που επικαλείται το Reuters, οι Σύροι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η χώρα αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο από ανάγκη και όχι από πολιτική ή στρατηγική προτίμηση.
Η αφαίρεση της Συρίας από τον αμερικανικό κατάλογο θα επέτρεπε στη Δαμασκό να αποκτήσει πρόσβαση σε περισσότερους προμηθευτές, χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ασφαλιστικές εταιρείες και διεθνείς επιχειρήσεις ενέργειας.
Η συριακή θέση μπορεί να συνοψιστεί σε ένα απλό επιχείρημα: πρώτα πρέπει να αρθούν τα εμπόδια που αποκλείουν εναλλακτικές πηγές και στη συνέχεια η χώρα θα μπορέσει να περιορίσει την εξάρτησή της από τη Μόσχα.
Καμία από τις πηγές δεν έδωσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη μείωση των εισαγωγών ούτε κατονόμασε τους προμηθευτές που θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν τη Ρωσία.
Σύρος αξιωματούχος του ενεργειακού τομέα ανέφερε, πάντως, ότι η Δαμασκός βρίσκεται ήδη σε αναζήτηση νέων προμηθευτών και προέβλεψε «ριζική αλλαγή» στην ενεργειακή πολιτική.
Αύξηση 75% στις ρωσικές αποστολές
Η εξάρτηση της Συρίας από το ρωσικό πετρέλαιο αυξήθηκε απότομα το 2026.
Σύμφωνα με στοιχεία του Reuters, οι ρωσικές αποστολές προς τη Συρία ενισχύθηκαν κατά 75% και έφτασαν περίπου τα 60.000 βαρέλια ημερησίως.
Η ποσότητα αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος των συνολικών καθημερινών ρωσικών εξαγωγών. Για τη Συρία, όμως, είναι κρίσιμη, καθώς έχει καταστήσει τη Μόσχα κυρίαρχο προμηθευτή αργού πετρελαίου.
Η απότομη διακοπή ή δραστική μείωση αυτών των ποσοτήτων θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ελλείψεις καυσίμων, αύξηση των τιμών και νέα επιβάρυνση για μία οικονομία που προσπαθεί να ανακάμψει από χρόνια πολέμου και διεθνούς απομόνωσης.
Ο Σύρος αναλυτής Ναβάρ Σαμπάν, από το Arab Center for Contemporary Studies, προειδοποίησε ότι η αντικατάσταση του ρωσικού αργού δεν μπορεί να γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη.
Επισήμανε ότι η μακροπρόθεσμη επίπτωση για τη Δαμασκό θα εξαρτηθεί από το εάν η αμερικανική πίεση συνοδευτεί από πραγματικές εναλλακτικές λύσεις εφοδιασμού και χρηματοδότησης.
Η Ουάσινγκτον χτυπά το οικονομικό δίκτυο της Μόσχας
Η προσπάθεια περιορισμού των ρωσικών εισαγωγών δεν αφορά μόνο την ενέργεια. Αποτελεί μέρος της ευρύτερης αμερικανικής στρατηγικής για την αποδυνάμωση της ρωσικής παρουσίας στη Συρία.
Η Μόσχα έχασε μεγάλο μέρος της πολιτικής επιρροής που διέθετε κατά την περίοδο του Μπασάρ αλ Άσαντ. Εξακολουθεί, όμως, να διατηρεί οικονομικά, στρατιωτικά και ενεργειακά ερείσματα στη χώρα.
Κατά τον Ναβάρ Σαμπάν, η Ουάσινγκτον στρέφεται πλέον εναντίον του οικονομικού δικτύου που επιτρέπει στη Ρωσία να διατηρεί επιρροή, παρά την απώλεια πολιτικού εδάφους.
Η απομάκρυνση του ρωσικού πετρελαίου από τη συριακή αγορά θα στερούσε από τη Μόσχα έναν σημαντικό μηχανισμό επιρροής, ενώ θα άνοιγε χώρο για αμερικανικές, ευρωπαϊκές και περιφερειακές εταιρείες.
TotalEnergies και ConocoPhillips στο κάδρο
Τα πρώτα σημάδια αναζήτησης νέων εταίρων έχουν ήδη εμφανιστεί.
Η γαλλική TotalEnergies συζήτησε τον προηγούμενο μήνα με Σύρους αξιωματούχους το ενδεχόμενο υπογραφής συμφωνίας για υπεράκτιες έρευνες.
Τον Ιούνιο, η Συρία υπέγραψε συμφωνία με την αμερικανική ConocoPhillips και τη Novaterra για την αναζωογόνηση της εγχώριας παραγωγής φυσικού αερίου.
Οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούν να αντικαταστήσουν άμεσα τα 60.000 βαρέλια ρωσικού αργού που εισάγονται καθημερινά. Δείχνουν, όμως, προς ποια κατεύθυνση επιθυμεί να κινηθεί η νέα συριακή κυβέρνηση: διαφοροποίηση προμηθευτών, προσέλκυση δυτικών επενδύσεων και σταδιακή επανένταξη στη διεθνή ενεργειακή αγορά.
Η τελευταία μεγάλη αμερικανική κύρωση
Η Συρία βρίσκεται στον αμερικανικό κατάλογο κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία από το 1979.
Ο χαρακτηρισμός SST αποτελεί πλέον τη μοναδική μεγάλη κατηγορία κυρώσεων που εξακολουθεί να ισχύει, μετά την απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και του Κογκρέσου να άρουν τις ευρύτερες κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη χώρα κατά την περίοδο του Άσαντ.
Στον ίδιο κατάλογο βρίσκονται μόνο ακόμη τρία κράτη: η Κούβα, το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.
Στις 8 Ιουλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ ενημέρωσε το Κογκρέσο για την πρόθεσή του να αφαιρέσει τη Συρία από τον κατάλογο, ενεργοποιώντας περίοδο γνωστοποίησης 45 ημερών.
Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, ο Αμερικανός πρόεδρος πρέπει να πιστοποιήσει ότι η Συρία δεν υποστήριξε πράξεις διεθνούς τρομοκρατίας κατά τους προηγούμενους έξι μήνες και ότι έχει δώσει διαβεβαιώσεις πως δεν θα τις υποστηρίξει στο μέλλον.
Οι δεσμεύσεις της νέας συριακής κυβέρνησης
Μετά την ανατροπή του Μπασάρ αλ Άσαντ, η νέα ισλαμιστική κυβέρνηση της Συρίας δεσμεύτηκε ότι η χώρα δεν θα αποτελέσει ξανά απειλή για την περιφερειακή ή τη διεθνή ασφάλεια.
Η Δαμασκός εντάχθηκε στον διεθνή συνασπισμό υπό την ηγεσία των ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους και έχει πραγματοποιήσει επιχειρήσεις εναντίον δικτύων διακίνησης όπλων στα σύνορα με το Ιράκ και τον Λίβανο.
Η Ρωσία δεν περιλαμβανόταν στις αρχικές αμερικανικές απαιτήσεις για την άρση των κυρώσεων. Το τελευταίο διάστημα, όμως, η Ουάσινγκτον δείχνει ότι θέλει να δει τη νέα Συρία να απομακρύνεται συνολικά από τη Μόσχα.
Στο στόχαστρο Ταρτούς και Χμεϊμίμ
Το αμερικανικό Κογκρέσο έχει ζητήσει από το Πεντάγωνο να εξετάσει τρόπους περιορισμού της ρωσικής επιρροής στη Συρία και απομάκρυνσης των ρωσικών δυνάμεων από τη ναυτική βάση της Ταρτούς και την αεροπορική βάση Χμεϊμίμ.
Οι δύο εγκαταστάσεις αποτέλεσαν για χρόνια τους βασικούς πυλώνες της ρωσικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το Reuters είχε μεταδώσει τον Ιούλιο ότι τμήμα της ρωσικής ναυτικής βάσης αναμένεται να μετατραπεί σε εμπορικό κόμβο εφοδιαστικής αλυσίδας.
Εάν η εξέλιξη αυτή συνδυαστεί με τη δραστική μείωση των εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου, η Ρωσία θα δεχθεί διπλό πλήγμα: περιορισμό τόσο της στρατιωτικής όσο και της οικονομικής της παρουσίας στη Συρία.
Το ενεργειακό στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η συριακή στροφή προς τη Δύση έχει πλέον φτάσει στο πιο δύσκολο πεδίο: την ενέργεια.
Η Δαμασκός μπορεί να δεσμευτεί πολιτικά ότι θα περιορίσει τις σχέσεις της με τη Μόσχα. Δεν μπορεί, όμως, να διακόψει απότομα τις ρωσικές προμήθειες χωρίς να εξασφαλίσει νέες ποσότητες πετρελαίου, χρηματοδότηση, ασφαλιστική κάλυψη και λειτουργικές οδούς μεταφοράς.
Η Ουάσινγκτον, από την πλευρά της, χρησιμοποιεί την προοπτική άρσης της τελευταίας μεγάλης κύρωσης ως μοχλό για να απομακρύνει τη Συρία από τη ρωσική σφαίρα επιρροής, ακόμη κι αν αρνείται ότι υπάρχει επίσημη συναλλαγή.
Το πραγματικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους προσφέρουν στη Συρία αξιόπιστες ενεργειακές εναλλακτικές.
Χωρίς αυτές, η δραστική μείωση του ρωσικού πετρελαίου κινδυνεύει να παραμείνει μία πολιτική υπόσχεση. Με αυτές, μπορεί να αποτελέσει το αποφασιστικό βήμα για την απομάκρυνση της Δαμασκού από τη Μόσχα και την πλήρη αναδιάταξη των ισορροπιών στη Συρία.