Σύγκρουση συμφερόντων σε τηλεφωνική σύνδεση; Ή τεχνητή ένταση για τα μάτια της κοινής γνώμης; Ισως απλά μια αυθεντική στιγμή ανάμεσα σε δύο επιστήθιους φίλους.Τραμπ και Νετανιάχου εισέρχονται πλέον και οι δυο τους σε προεκλογική περίοδο, γεγονός που ανεβάζει το θερμόμετρο στις σχέσεις των δύο ηγετών, όσο παρατείνεται το αδιέξοδο στο Ιράν.
Με την έναρξη της επιχείρησης «Επική οργή», η συμμαχία ΗΠΑ –Ισραήλ έφτασε ιστορικά στο υψηλότερο σημείο της. Η συμφωνία ήταν η εξής: οι Ηνωμένες Πολιτείες θα φρόντιζαν για την προστασία των περιφερειακών τους βάσεων από βαλλιστικούς πυραύλους και drones, και ταυτόχρονα θα στόχευαν το ιρανικό Ναυτικό επιχειρώντας για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Το Ισραήλ από τη πλευρά του θα επικεντρωνόταν στο ιρανικό καθεστώς και στην ανώτατη ηγεσία του, στους θεσμούς και στις δομές διοίκησης στην Τεχεράνη, καθώς και στα αποθέματα των ιρανικών πυραύλων. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, αμερικανικά και ισραηλινά μαχητικά πετούσαν δίπλα δίπλα σε ταυτόχρονες αποστολές. Αντάλλασσαν πληροφορίες, βασίζονταν στα ίδια ιπτάμενα τάνκερ ανεφοδιασμού και «μοίραζαν» στόχους μέσα από κοινά κέντρα διοίκησης, όπου Ισραηλινοί αξιωματικοί είχαν υιοθετήσει τα αγγλικά ως βασική γλώσσα του πολέμου.
Την ώρα ωστόσο που ΗΠΑ και Ισραήλ πολεμούσαν στο Ιράν ίσως για πρώτη φορά ως ενιαία δύναμη, η βάση υποστήριξης της συμμαχίας στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών άρχισε να διαβρώνεται ραγδαία. Δημοσκόπηση του Pew Research Center τον Απρίλιο κατέδειξε ότι μόλις το 37% των Αμερικανών εκφέρει πλέον θετική γνώμη για το Ισραήλ, τη χώρα η οποία υπήρξε επί δεκαετίες ένας από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ και κατ’ επέκτασιν ένας από τους μεγαλύτερους αποδέκτες αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Οι Ρεπουμπλικανοί παραμένουν πιο υποστηρικτικοί, όμως η τάση είναι φθίνουσα και σε αυτήν τη δεξαμενή της κοινής γνώμης των ΗΠΑ. Η πιο σύνθετη και φιλόδοξη κοινή στρατιωτική επιχείρηση στη ιστορία των δύο κρατών έμελλε να σημάνει και την καταρράκωση της αμερικανικής υποστήριξης στο Ισραήλ.
Τεταμένο τηλεφώνημα
Στο κλίμα αυτό συνέβαλαν προφανώς η παράταση του πολέμου και οι παρενέργειες για την αμερικανική οικονομία. Ο Νετανιάχου εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτικός ως προς την προοπτική να οδηγήσουν σε συμφωνία οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν μετά την εκεχειρία, καθώς η Τεχεράνη αρνείται να εγκαταλείψει το απόθεμα εμπλουτισμένου ουρανίου της. Εξ ου και ο Ισραηλινός πρωθυπουργός πιέζει για την επανέναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, φαίνεται πως επιθυμεί να εξαντλήσει τα περιθώρια για ένα deal με το ιρανικό καθεστώς, εκφράζοντας διαφορετική προσέγγιση, ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών.
Από αυτήν την άποψη, δεν θα πρέπει ίσως να προκαλεί έκπληξη η τεταμένη συνομιλία που φέρεται να είχαν οι δύο ηγέτες. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσαν αμερικανικά media, ο Νετανιάχου ήταν έξαλλος ύστερα από τηλεφώνημα με τον Τραμπ, ο οποίος φέρεται να τον επέπληξε για το γεγονός ότι συνεχίζει τα στρατιωτικά πλήγματα στον Λίβανο, τορπιλίζοντας τις συνομιλίες με το Ιράν.«Εχεις τρελαθεί τελείως. Θα ήσουν στη φυλακή αν δεν ήμουν εγώ. Σου σώζω το τομάρι. Τώρα όλοι σε μισούν. Ολοι μισούν το Ισραήλ εξαιτίας αυτού», είπε ο Αμερικανός πρόεδρος στον Ισραηλινό πρωθυπουργό, σε μια εξευγενισμένη απόδοση της στιχομυθίας που διακινήθηκε στον Τύπο.
«Νομίζω ότι δικαιούται να ισχυριστεί κάποιος πως η σχέση των δύο ηγετών γίνεται ολοένα και πιο τεταμένη – σε ορισμένα σημεία αρχίζει ήδη να διαρρηγνύεται. Ο Νετανιάχου έχει οδηγήσει, θα έλεγε κανείς, απερίσκεπτα τον Τραμπ σε ένα ναρκοπέδιο, χωρίς σαφή διέξοδο και με διάσπαρτα προβλήματα. Αυτό αποδεικνύεται πολιτικά πολύ δαπανηρό για τον πρόεδρο και τους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι είναι πιθανό να χάσουν με επώδυνο τρόπο τις βουλευτικές εκλογές του Νοεμβρίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε σοβαρούς περιορισμούς στην άσκηση εξουσίας από τον Τραμπ για τα επόμενα δύο χρόνια», παρατηρεί μιλώντας στην «Κ» ο Μπρετ Μπρούεν, πρώην διπλωμάτης του Λευκού Οίκου επί Ομπάμα, ο οποίος είναι σήμερα διευθύνων σύμβουλος της Global Situation Room, μιας εταιρείας στρατηγικής επικοινωνίας και διαχείρισης κρίσεων στις ΗΠΑ.
Οι παρενέργειες
Ομολογουμένως, οι αναφορές περί τεταμένων σχέσεων Τραμπ και Νετανιάχου έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση από τους Δημοκρατικούς αντιπάλους του, αλλά και από τμήματα της δικής του εκλογικής βάσης, ως προς τη διαχείριση του πολέμου στο Ιράν. Η σύγκρουση οδήγησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, δηλαδή σε εκτίναξη των τιμών της βενζίνης στις ΗΠΑ, η οποία τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Οι επικριτές κατηγορούν τον Τραμπ ότι ενεπλάκη σε έναν πόλεμο που δεν εξυπηρετεί τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.
Από την άλλη, γι’ αυτό ακριβώς ο Τραμπ έχει κάθε λόγο να «τραβήξει το αυτί» στον στενό του σύμμαχο – και για λόγους εντυπώσεων. «Θα κάνει ό,τι θέλω εγώ να κάνει», φέρεται να έχει πει ο Αμερικανός πρόεδρος τα προηγούμενα 24ωρα. Μέχρι και εκείνη τη στιγμή, όμως, οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου παρέμεναν στάσιμες και η κλιμάκωση της ισραηλινής επέμβασης στον Λίβανο συνεχιζόταν απρόσκοπτα, με τον κίνδυνο να εκτροχιαστεί η εύθραυστη εκεχειρία που τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο με το Ιράν. Κατά μία άποψη, οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο δεν θα μπορούσαν να διεξαχθούν χωρίς την υποστήριξη της Ουάσιγκτον.
Θα πρέπει επίσης να θυμηθούμε πόσες φορές ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, εμφανιζόταν να «χάνει την υπομονή του» με τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου λόγω του πολέμου στη Γάζα. Αντιμετώπιζε κι εκείνος έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ για την αμερικανική στήριξη στις ισραηλινές επιχειρήσεις, οι οποίες θα συνεχίζονταν για το υπόλοιπο της θητείας του και θα επεκτείνονταν και στη δεύτερη θητεία Τραμπ.
Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε αυτήν τη φάση καταγράφεται απόκλιση συμφερόντων ανάμεσα στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ. «Ηταν αναμενόμενο ο Τραμπ και ο Νετανιάχου να έχουν διαφορετικά όρια ανοχής και διαφορετικές προτεραιότητες. Η σοβαρότητα και η εγγύτητα της ιρανικής απειλής είναι πολύ πιο άμεσες για το Ισραήλ απ’ ό,τι για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ άλλων, αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ μπορεί από τη μεριά του να επιδείξει την αμερικανική ισχύ, να στείλει ένα μήνυμα αποτροπής προς το Ιράν και στη συνέχεια να στραφεί σε άλλα ζητήματα της ατζέντας του. Ο Νετανιάχου, όμως, θα παραμένει δέσμιος στο πρόβλημα του Ιράν όσο αυτό θα εξακολουθεί να υφίσταται. Ακόμη περισσότερο σε μια προεκλογική περίοδο, καθώς η αδυναμία του να υλοποιήσει την υπόσχεση για “ολοκληρωτική νίκη” αρχίζει να επηρεάζει αρνητικά τις πολιτικές προοπτικές του (σ.σ. οι εκλογές στο Ισραήλ θα πρέπει να έχουν διεξαχθεί το αργότερο έως το φθινόπωρο). Κάπως έτσι φτάνουμε στη σημερινή συγκυρία: ο Νετανιάχου εξακολουθεί να πιέζει για τη συνέχιση του πολέμου, τόσο για λόγους ασφαλείας όσο και για πολιτικούς λόγους. Ο Τραμπ, αντιθέτως, θα προτιμούσε να αποκαταστήσει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, να κηρύξει τη νίκη και να τερματίσει τη σύγκρουση με το Ιράν – και τον Λίβανο. Στο τέλος της ημέρας, πρόκειται ίσως για διαφορές οι οποίες δεν μπορούν να γεφυρωθούν», περιγράφει στην «Κ» ο Σαλόμ Λίπνερ, ανώτερος συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Atlantic Council, πάλαι ποτέ σύμβουλος σε επτά διαδοχικούς πρωθυπουργούς στο Ισραήλ.
Ο Τραμπ αντιμετωπίζει πολιτικό πρόβλημα στο εσωτερικό, εν μέσω αυξανόμενων ποσοστών των ψηφοφόρων –τόσο Δημοκρατικών όσο και Ρεπουμπλικανών– που θεωρούν ότι ο Νετανιάχου τον έσυρε σε αυτόν τον πόλεμο. Ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφωνίες, πάντως, σε επίπεδο τακτικής ανά χρονικά διαστήματα, δεν υπάρχουν ασφαλείς ενδείξεις ότι η σχέση των δύο ηγετών βρίσκεται σε κρίση. Δεν θα πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι η έναρξη της επιχείρησης στο Ιράν αυτή καθαυτή αποτέλεσε θεαματική διάψευση των εκτιμήσεων ότι οι δύο άνδρες βρίσκονταν σε απόσταση λόγω της παρατεταμένης επιχείρησης στη Γάζα.
Θεσμική αποστασιοποίηση
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, παρουσιάζει ενδιαφέρον το ερώτημα κατά πόσον οι ΗΠΑ θα μπορούν μελλοντικά να «ελέγχουν» στον ίδιο βαθμό το Ισραήλ, αν και εφόσον υλοποιηθεί η δέσμευση Νετανιάχου για απεξάρτηση της χώρας από την αμερικανική βοήθεια σε ορίζοντα δεκαετίας. Μάλιστα, η στάση του Ισραηλινού πρωθυπουργού σε αυτήν τη συγκυρία συμβάλλει εκ των πραγμάτων στην προσπάθεια της πτέρυγας των Ρεπουμπλικανών που επιθυμούν θεσμική παρέμβαση προς αυτήν την κατεύθυνση. Η αντίδραση Νετανιάχου; «Μου αρέσει. Αυτός είναι ο δρόμος που ήθελα εδώ και καιρό να κινηθούμε. Θέλουμε να σταθούμε στα δικά μας πόδια».
kathimerini.gr
