Καλησπέρα σας κύριε Καλεντερίδη,
Ίσως η σημερινή επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα αποτελεί την πιο κρίσιμη ευκαιρία για τη χώρα μας. Είναι η στιγμή κατά την οποία η ελληνική πολιτική ηγεσία οφείλει να κινηθεί με ψυχραιμία, αποφασιστικότητα και πλήρη προετοιμασία.
Η Ελλάδα πρέπει να μιλήσει με όρους στρατηγικού συμμάχου και να θέσει στο τραπέζι, χωρίς άλλες καθυστερήσεις, τα κρίσιμα εθνικά μας ζητήματα: ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, έμπρακτη διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στο Αιγαίο και ουσιαστική αντιμετώπιση κάθε πρόκλησης που θίγει τα συμφέροντα και την αξιοπρέπεια της χώρας μας.
Εφόσον οι ΗΠΑ θεωρούν την Ελλάδα σημαντικό και αξιόπιστο σύμμαχο και επιθυμούν να στηρίζονται στη χώρα μας για την εξυπηρέτηση ευρύτερων στρατηγικών τους συμφερόντων, ήρθε η ώρα για έμπρακτες αποδείξεις συμμαχίας. Όχι μόνο λόγια, αλλά συγκεκριμένες συμφωνίες, δεσμεύσεις και εγγυήσεις.
΄Ενας σύμμαχος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως χρήσιμος εταίρος, αλλά πρέπει να αισθάνεται ότι η στρατηγική του αξία αναγνωρίζεται και αντανακλάται έμπρακτα στις αποφάσεις και στις συμφωνίες. Δεν θα ήταν, άλλωστε, ιδιαίτερα πειστικό να επαναληφθούν πρακτικές που δημιουργούν την εντύπωση ότι η Ελλάδα λαμβάνει τελικά λιγότερα από όσα δικαιούται — όπως έχει συμβεί και σε ζητήματα πολιτιστικής κληρονομιάς, όπου η σύγκριση με άλλες χώρες αφήνει εύλογα ερωτήματα.
Συνεπώς, είναι η ώρα των ελληνικών απαιτήσεων και των αμερικανικών πρακτικών αποφάσεων.
Και εδώ γεννάται ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα:
Έχει άραγε η Ελληνική Κυβέρνηση ετοιμάσει τη δική της λίστα απαιτήσεων;
Είναι σαφής, συγκεκριμένη και διεκδικητική η λίστα αυτή, την οποία θα θέσει στο τραπέζι τώρα — και όχι αύριο — ώστε η Ελλάδα να μετατρέψει τη στρατηγική της αξία σε συγκεκριμένα εθνικά οφέλη;
Ευχολόγιο ΤΕΛΟΣ. Η σημερινή συγκυρία είναι μια κρίσιμη ευκαιρία για να αποδειχθούν όλα αυτά και στην πράξη τόσο από την Ελληνική κυβέρνηση τόσο και από την Αμερικανική.
Στρατηγικός σύμμαχος ή απλώς χρήσιμος εταίρος; Η σημερινή συγκυρία ίσως είναι η στιγμή που θα δώσει την απάντηση.
Με εκτίμηση,
Μαρία Σουλιώτη