breaking newsΔιεθνή

Τουρκικές κατηγορίες κατά της Ελλάδας για τους Μουφτήδες στη Δυτική Θράκη

Σε νέα ευθεία παρέμβαση στα εσωτερικά της Ελλάδας προχώρησε το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, επαναφέροντας τη γνωστή γραμμή περί «τουρκικής μειονότητας» στη Δυτική Θράκη και στρέφοντας τα πυρά του κατά της Αθήνας για το ζήτημα των Μουφτήδων. Με ανακοίνωση που εξέδωσε το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης 8 Απριλίου, η Άγκυρα κατηγόρησε την Ελλάδα ότι «αγνοεί τα δικαιώματα και τις ελευθερίες» της μειονότητας, όπως η ίδια την αποκαλεί, και ότι αρνείται να αναγνωρίσει τους Μουφτήδες που, κατά τον τουρκικό ισχυρισμό, «εκλέγονται από τη μειονότητα».

Η τουρκική διπλωματία επιχείρησε να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τους τόνους, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία διορισμού Μουφτήδων που εφαρμόζεται από τις ελληνικές αρχές, και η οποία, όπως ισχυρίζεται, προωθείται χωρίς διαβούλευση με εκπροσώπους της μειονότητας, συνιστά πρακτική που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στο ίδιο κείμενο, το τουρκικό ΥΠΕΞ κάλεσε την Αθήνα να «αντιστρέψει την επίμονα λανθασμένη πορεία της», ενώ επιχείρησε να διεθνοποιήσει εκ νέου το θέμα, ζητώντας από τη διεθνή κοινότητα να στρέψει την προσοχή της στο γεγονός ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει, όπως αναφέρει, «εκλεγμένους θρησκευτικούς ηγέτες» επίσημης μειονότητας εντός των συνόρων της.

Η ανακοίνωση της Άγκυρας εντάσσεται σε μια πάγια αναθεωρητική τακτική. Η Τουρκία επιμένει συστηματικά να χαρακτηρίζει τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης ως «τουρκική», παρότι το καθεστώς της μειονότητας, όπως απορρέει από τη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι θρησκευτικό και όχι εθνικό. Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία της διαφοράς: η Άγκυρα επιχειρεί σταθερά να μετατρέψει ένα ζήτημα θρησκευτικής μειονότητας σε πεδίο εθνοτικής και πολιτικής διεκδίκησης. Η ίδια η τουρκική ανακοίνωση επικαλείται τη Συνθήκη της Λωζάνης για να στηρίξει αυτή τη θέση, ενώ ανάλογη ρητορική έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα και τα προηγούμενα χρόνια.

Το ζήτημα των Μουφτήδων αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα βασικά πεδία τριβής ανάμεσα σε Αθήνα και Άγκυρα. Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η μειονότητα πρέπει να επιλέγει τους θρησκευτικούς της ηγέτες χωρίς κρατική παρέμβαση, ενώ από ελληνικής πλευράς το θέμα έχει συνδεθεί διαχρονικά και με τις αρμοδιότητες που είχαν οι Μουφτήδες σε υποθέσεις οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, δηλαδή με λειτουργίες που άγγιζαν και τον πυρήνα της κρατικής δικαιοδοσίας. Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα εξηγεί γιατί το θέμα δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως απλή εσωτερική εκκλησιαστική διαδικασία, αλλά ως ζήτημα με σαφή νομική και κρατική διάσταση.

Η Άγκυρα, πάντως, προσπαθεί να εμφανιστεί και ως προστάτιδα δύναμη των «συμπατριωτών» της στη Θράκη, κλείνοντας την ανακοίνωσή της με τη γνωστή διατύπωση ότι θα συνεχίσει να παρακολουθεί στενά την κατάσταση και να υπερασπίζεται τα δικαιώματά τους. Πρόκειται για φρασεολογία με ξεκάθαρο πολιτικό βάρος, καθώς συντηρεί μια γραμμή έμμεσης κηδεμονίας πάνω σε Έλληνες πολίτες μουσουλμανικού θρησκεύματος, κάτι που η Αθήνα απορρίπτει πάγια.

Στην πραγματικότητα, η νέα αυτή παρέμβαση δεν είναι ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά αλυσίδα τουρκικών παρεμβάσεων γύρω από τη Θράκη, με κοινό παρονομαστή την προσπάθεια της Άγκυρας να αμφισβητεί το ελληνικό πλαίσιο διαχείρισης της μειονότητας και να επιβάλει τη δική της πολιτική ορολογία. Η στόχευση είναι καθαρή: να κρατεί ανοιχτό ένα μειονοτικό μέτωπο, να παράγει μόνιμη πίεση προς την Ελλάδα και να μετατρέπει κάθε διοικητική ή θρησκευτική διαδικασία σε διμερές ζήτημα.

Με άλλα λόγια, πίσω από τη φραστική επίθεση για τους Μουφτήδες, η ουσία παραμένει η ίδια. Η Τουρκία δεν περιορίζεται σε μια δήθεν υπεράσπιση δικαιωμάτων. Επιχειρεί να επαναφέρει, με σταθερό και μεθοδικό τρόπο, μια ατζέντα πολιτικής διείσδυσης στη Θράκη, επενδύοντας στη γνωστή ρητορική περί «τουρκικής μειονότητας». Και αυτό ακριβώς είναι το πραγματικό βάρος της νέας ανακοίνωσης της Άγκυρας.

Back to top button