Δραματική προειδοποίηση για τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης του πολέμου στην Ουκρανία απηύθυνε ο διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης Νίκος Παπαδάτος, μιλώντας στην τηλεόραση της «Ναυτεμπορικής». Εκτίμησε ότι, παρά τις παρασκηνιακές διπλωματικές κινήσεις, πραγματική διέξοδος δεν διαφαίνεται, ενώ υπογράμμισε πως μια απλή κατάπαυση του πυρός δεν αρκεί για να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης.
Ο Νίκος Παπαδάτος άσκησε σφοδρή κριτική στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που εξακολουθούν να στέλνουν όπλα και αντιαεροπορικά συστήματα στην Ουκρανία, την ώρα που –όπως υποστήριξε– η δυνατότητα του Κιέβου να αντέξει έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς περιορίζεται δραματικά.
«Οι Ρώσοι υπερτερούν στο ανθρώπινο δυναμικό, στην πολεμική παραγωγή και στην ανθεκτικότητα των υποδομών», ανέφερε, σημειώνοντας ότι η Ουκρανία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα αεράμυνας και εισέρχεται σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο.
Οι ευθύνες της Ευρώπης και ο ρόλος της Γερμανίας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη γερμανική πολιτική, με αφορμή την αποστολή πρόσθετων αντιπυραυλικών συστημάτων στην Ουκρανία. Κατά την εκτίμησή του, το Βερολίνο απομακρύνεται από το πνεύμα της Συμφωνίας «2+4», η οποία άνοιξε τον δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας.
Ο Νίκος Παπαδάτος υποστήριξε ότι η σημερινή γερμανική ηγεσία ακολουθεί μια επικίνδυνη γραμμή στρατιωτικοποίησης, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρή πολιτική φθορά στο εσωτερικό της χώρας. Μίλησε ακόμη για «δημοκρατικό έλλειμμα» στην Ευρώπη και για μια πολιτική που επηρεάζεται από μεγάλα οικονομικά και εξοπλιστικά συμφέροντα.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε στη Διακήρυξη Κρατικής Κυριαρχίας της Ουκρανίας, της 16ης Ιουλίου 1990, επισημαίνοντας ότι σε αυτήν καταγραφόταν η πρόθεση της χώρας να μην ενταχθεί σε στρατιωτικές συμμαχίες και να μην κατέχει, παράγει ή δέχεται πυρηνικά όπλα.
Κατά τον ίδιο, οι δεσμεύσεις εκείνης της περιόδου ανατράπηκαν σταδιακά, ιδιαίτερα μετά το 2008, όταν εντάθηκε η συζήτηση για την περαιτέρω επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς. «Ποιος είναι τελικά ο αναθεωρητής της Ιστορίας, όταν επίσημα κείμενα και διεθνείς συμφωνίες διαγράφονται με μια μονοκονδυλιά;», διερωτήθηκε.
Γιατί δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μια σύνοδος κορυφής
Ο διδάκτωρ Ιστορίας εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο μιας άμεσης τριμερούς συνάντησης μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ, Βλαντίμιρ Πούτιν και Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Όπως είπε, οι επαφές μεταξύ αξιωματούχων χαμηλότερου ή μεσαίου επιπέδου δεν αρκούν για να παραγάγουν ουσιαστικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι ρωσοαμερικανικές σχέσεις έχουν φτάσει σε οριακό σημείο και ότι ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα υπάρχει θεμελιώδης διαφωνία ακόμη και για τις αιτίες του πολέμου.
Αναφέρθηκε, μάλιστα, σε ανεπίσημες διπλωματικές επαφές στη Μόσχα, στις οποίες συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Αμερικανός καθηγητής Τζον Μερσχάιμερ, ο πρώην Βρετανός διπλωμάτης Άλιστερ Κρουκ, ο πρώην αναλυτής της CIA Λάρι Τζόνσον και ο δικαστής και δημοσιογράφος Άντριου Ναπολιτάνο.
Σύμφωνα με την ανάγνωση του Νίκου Παπαδάτου, η ρωσική πλευρά θεωρεί ότι προηγούμενες συνεννοήσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες υπονομεύθηκαν ή δεν εφαρμόστηκαν. Αυτό έχει προκαλέσει σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την επιστροφή σε έναν επίσημο διάλογο.
«Δύο διαφορετικές γραμμές στην Ουάσινγκτον»
Ο Νίκος Παπαδάτος μίλησε για εμφανή διγλωσσία στην αμερικανική πολιτική. Από τη μία πλευρά, όπως είπε, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει ότι επιθυμεί τον τερματισμό της αιματοχυσίας. Από την άλλη, τμήματα της αμερικανικής διοίκησης εξακολουθούν να στηρίζουν στρατιωτικά και πληροφοριακά την Ουκρανία.
«Υπάρχουν δύο γραμμές, ίσως και δύο διαφορετικές πολιτικές», σημείωσε, εκτιμώντας ότι η διακοπή της παροχής αμερικανικών πληροφοριών προς το Κίεβο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως χειρονομία καλής θέλησης απέναντι στη Μόσχα.
Υποστήριξε επίσης ότι η Ρωσία δεν πολεμά αποκλειστικά τον ουκρανικό στρατό, αλλά μια ευρύτερη συμμαχία δεκάδων κρατών που παρέχουν στο Κίεβο εξοπλισμό, τεχνική υποστήριξη, εφοδιαστική κάλυψη και πληροφορίες.
Παρά τη ρωσική υπεροχή σε κρίσιμους τομείς, διευκρίνισε ότι το τεράστιο μήκος του μετώπου και η επιλογή του Κρεμλίνου να μη ρίξει στη μάχη πολύ μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτών δεν επιτρέπουν ένα άμεσο και γρήγορο αποτέλεσμα.
«Κινδυνεύουμε όλοι»
Η σοβαρότερη προειδοποίησή του αφορούσε τον κίνδυνο η σύγκρουση να ξεφύγει από τα σημερινά της όρια.
«Εάν τα πράγματα ξεφύγουν –και δυστυχώς φοβάμαι ότι δεν είμαστε πολύ μακριά από κάτι τέτοιο– κινδυνεύουμε όλοι», τόνισε. Πρόσθεσε ότι ο κίνδυνος είναι ακόμη μεγαλύτερος για τις χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στο ουκρανικό μέτωπο, γεγονός που αφορά άμεσα και την Ελλάδα.
Ο Νίκος Παπαδάτος δήλωσε ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν βλέπει ουσιαστική διέξοδο. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι η Μόσχα δεν πρόκειται να δεχθεί μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός, εάν αυτή δεν συνοδεύεται από συνολική και δεσμευτική συμφωνία.
Κατά την ανάλυσή του, η ρωσική πλευρά επιμένει στην αναγνώριση της Κριμαίας και των τεσσάρων περιοχών –Χερσώνας, Ζαπορίζια, Λουγκάνσκ και Ντονέτσκ– ως ρωσικών εδαφών, καθώς και στην αποχώρηση των ουκρανικών δυνάμεων από αυτές.
Η λύση, όπως τόνισε, προϋποθέτει μόνιμες εγγυήσεις ασφαλείας και για τις δύο πλευρές:
«Χωρίς ουδετεροποιημένες ζώνες ασφαλείας για τους Ουκρανούς, τους Ρώσους και τους Ευρωπαίους, δεν πρόκειται να υπάρξει λύση».
Το μήνυμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: όσο η Δύση και η Ρωσία αρνούνται να συμφωνήσουν πάνω στις πραγματικές αιτίες της σύγκρουσης και σε μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας, ο πόλεμος όχι μόνο θα συνεχίζεται, αλλά θα πλησιάζει όλο και περισσότερο σε ένα σημείο από το οποίο η επιστροφή μπορεί να αποδειχθεί αδύνατη.