ράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Η Τουρκία παρακολουθεί συστηματικά όχι μόνο τα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελλάδας, αλλά και κάθε δημόσια συζήτηση που αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Αθήνα προετοιμάζεται για το ενδεχόμενο μιας πολεμικής σύγκρουσης. Μελετά τις ελληνικές αναλύσεις, τις παρεμβάσεις αποστράτων αξιωματικών, τις ακαδημαϊκές εργασίες και τις εκδόσεις στρατιωτικών σχολών.
Αυτό προκύπτει και από άρθρο Τούρκου στρατηγικού αναλυτή, ο οποίος επιχείρησε να περιγράψει πώς «οραματίζεται» η Ελλάδα έναν πόλεμο με την Τουρκία, αξιοποιώντας ελληνικές ανοιχτές πηγές.
Η σημασία του άρθρου δεν βρίσκεται μόνο στα συμπεράσματά του. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα διαβάζει τις ελληνικές προετοιμασίες και προσπαθεί να εντοπίσει τα πλεονεκτήματα, τις αδυναμίες και τα όρια της ελληνικής αποτροπής.
Δεν θα πρόκειται για ένα περιορισμένο επεισόδιο
Από ελληνικής πλευράς, ένας πιθανός πόλεμος με την Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια περιορισμένη σύγκρουση, η οποία θα αρχίσει και θα τελειώσει μέσα σε λίγες ώρες γύρω από μία βραχονησίδα ή σε μια μικρή θαλάσσια περιοχή.
Το σενάριο μιας ελεγχόμενης κρίσης, με γεωγραφικά και χρονικά όρια, είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι, από τη στιγμή που θα χρησιμοποιηθούν όπλα και θα υπάρξουν απώλειες, η σύγκρουση θα παραμείνει περιορισμένη.
Οι αναλύσεις που παρουσιάζει ο Τούρκος στρατηγικός αναλυτής προβλέπουν μία πρώτη φάση αεροπορικών και ναυτικών επιχειρήσεων υψηλής έντασης. Οι δύο πλευρές θα επιχειρήσουν να αποκτήσουν το πλεονέκτημα στον αέρα και στη θάλασσα. Ακόμη όμως και αν αυτή η πρώτη φάση είναι σύντομη, η σύγκρουση μπορεί να μετατραπεί σε πόλεμο φθοράς, ο οποίος θα διαρκέσει εβδομάδες ή ακόμη και μήνες.
Αυτό είναι ένα από τα βασικά διδάγματα του πολέμου στην Ουκρανία. Οι πόλεμοι που σχεδιάζονται ως σύντομες επιχειρήσεις μπορούν να εξελιχθούν σε μακροχρόνιες αναμετρήσεις, κατά τις οποίες δεν κρίνονται μόνο τα οπλικά συστήματα αλλά και η ανθεκτικότητα της οικονομίας, της κοινωνίας, των υποδομών και της πολιτικής ηγεσίας.
Το μέτωπο δεν περιορίζεται στο Αιγαίο
Σε μια γενικευμένη ελληνοτουρκική σύγκρουση, το μέτωπο δεν θα περιοριστεί στο Αιγαίο. Η Κύπρος, η Ανατολική Μεσόγειος, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, τα λιμάνια, τα υποβρύχια καλώδια, τα συστήματα επικοινωνιών και ο κυβερνοχώρος αποτελούν τμήματα της ίδιας στρατηγικής εικόνας.
Τα υποβρύχια καλώδια, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς υποδομές του διαδικτύου. Μέσω αυτών πραγματοποιούνται οικονομικές συναλλαγές, μεταφέρονται πληροφορίες και υποστηρίζονται κρίσιμες κρατικές και στρατιωτικές επικοινωνίες. Σε περίοδο σύγκρουσης μπορούν να μετατραπούν σε στόχους, με σκοπό την απομόνωση των νησιών ή την αποδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού.
Το ίδιο ισχύει για τις ενεργειακές διασυνδέσεις της Ελλάδας με τη Βουλγαρία, την Αίγυπτο, την Κύπρο και το Ισραήλ, για τις εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στη Ρεβυθούσα και την Αλεξανδρούπολη, αλλά και για έργα όπως ο Great Sea Interconnector και ο EastMed.
Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικές επενδύσεις. Είναι εργαλεία στρατηγικής ανθεκτικότητας, επειδή περιορίζουν την εξάρτηση της χώρας από μία και μοναδική γραμμή ανεφοδιασμού.
Το Αιγαίο ως φυσικό αμυντικό σύστημα
Η γεωγραφία του Αιγαίου αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και αδυναμία για την Ελλάδα.
Η διάσπαρτη φύση των νησιών επιτρέπει στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις να αναπτύξουν και να διασπείρουν δυνάμεις, αισθητήρες, πυραυλικά συστήματα και ναυτικές μονάδες. Με τον τρόπο αυτό, το Αιγαίο μπορεί να μετατραπεί σε ένα κατακερματισμένο αλλά αλληλοσυνδεόμενο αμυντικό σύστημα, το οποίο δεν εξουδετερώνεται με ένα μόνο πλήγμα.
Η Τουρκία έχει πολύ πιο περιορισμένες δυνατότητες διασποράς των ναυτικών της δυνάμεων. Τα πλοία της πρέπει να εξέλθουν από συγκεκριμένες περιοχές, όπως τα Δαρδανέλια, ο κόλπος της Σμύρνης και οι ναυτικές εγκαταστάσεις στα μικρασιατικά παράλια. Οι έξοδοι αυτές μπορούν να εντοπιστούν, να επιτηρηθούν και, σε συνθήκες πολέμου, να προσβληθούν.
Η Ελλάδα διαθέτει τις δυνατότητες να επιφέρει καίριο πλήγμα στα τουρκικά αποβατικά μέσα, ακόμη και πριν αυτά επιχειρήσουν να κινηθούν προς τα ελληνικά νησιά. Με τα νέα οπλικά συστήματα, τις φρεγάτες Belharra και Bergamini, τα Rafale, τα εκσυγχρονισμένα F-16 Viper και τα πυραυλικά συστήματα μεγάλης ακτίνας, οι δυνατότητες αυτές πολλαπλασιάζονται.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει περιορισμούς στην ελληνική κυριαρχία ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού είναι ακριβώς η επιδίωξή της να περιορίσει τη δυνατότητα διασποράς και δράσης του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας.
Η ευπάθεια των νησιών
Η ίδια γεωγραφία δημιουργεί και σοβαρές προκλήσεις. Η εγγύτητα των νησιών προς τις μικρασιατικές ακτές σημαίνει ότι βρίσκονται μέσα στην εμβέλεια μεγάλου αριθμού τουρκικών πυραυλικών, αεροπορικών και μη επανδρωμένων συστημάτων.
Το κρίσιμο ζήτημα είναι ο ανεφοδιασμός και η ενίσχυση των νησιών κατά τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης. Γι’ αυτό, σε περίοδο ειρήνης, πρέπει να υπάρχουν αυξημένα αποθέματα πυρομαχικών, καυσίμων, τροφίμων, φαρμακευτικού υλικού και ανταλλακτικών.
Εάν απαιτούνται αποθέματα για δεκατέσσερις ημέρες επιχειρήσεων, τα νησιά πρέπει να διαθέτουν υλικά για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Δεν είναι δυνατόν να σχεδιάζουμε την άμυνα των νησιών με την παραδοχή ότι οι θαλάσσιες και εναέριες γραμμές ανεφοδιασμού θα παραμείνουν ανοιχτές από την πρώτη στιγμή.
Γι’ αυτό προκαλεί ανησυχία κάθε πληροφορία σύμφωνα με την οποία αποθέματα κρίσιμα για την άμυνα της χώρας απομακρύνθηκαν και κατευθύνθηκαν στην Ουκρανία. Ό,τι γνωρίζουν οι ξένες υπηρεσίες το γνωρίζει και η Τουρκία. Η Άγκυρα παρακολουθεί τι διαθέτει η Ελλάδα, τι μετακινεί και από πού το μετακινεί.
Η ελληνική νίκη είναι η αποτυχία του τουρκικού σχεδίου
Η Ελλάδα δεν έχει επιθετικούς στόχους και δεν επιδιώκει την κατάληψη τουρκικών εδαφών. Επομένως, η έννοια της νίκης δεν μπορεί να προσδιορίζεται με τους όρους ενός επιθετικού πολέμου.
Νίκη για την Ελλάδα είναι να αποτρέψει την Τουρκία από το να δημιουργήσει ένα γρήγορο και μη αναστρέψιμο τετελεσμένο. Να μην επιτρέψει την κατάληψη ελληνικού νησιού ή άλλου εθνικού εδάφους. Να αποκρούσει την πρώτη επίθεση, να διατηρήσει τις κρίσιμες υποδομές της και να καταστήσει το κόστος της επιχείρησης απαγορευτικό για την Άγκυρα.
Αυτός είναι ο πυρήνας της ελληνικής αποτροπής: η Τουρκία πρέπει να γνωρίζει ότι δεν μπορεί να επιτύχει γρήγορο και αποφασιστικό αποτέλεσμα.
Ο ελληνικός σχεδιασμός δεν βασίζεται στην αριθμητική σύγκριση. Η Τουρκία διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό, μεγαλύτερο γεωγραφικό βάθος και ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία. Η Ελλάδα οφείλει να αντιτάξει την ποιοτική και τεχνολογική υπεροχή, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη γεωγραφία του Αιγαίου και ένα αξιόπιστο δίκτυο στρατηγικών σχέσεων.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και το πρόβλημα του κόστους
Τα Rafale, τα F-16 Viper, οι νέες φρεγάτες και η αρχιτεκτονική αεράμυνας της «Ασπίδας του Αχιλλέα» υπηρετούν την επιδίωξη της ποιοτικής υπεροχής.
Ένα ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνας μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματικότητα τουρκικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, προστατεύοντας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και βασικά κέντρα διοίκησης.
Υπάρχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα: η διαφορά κόστους μεταξύ των ακριβών αντιαεροπορικών πυραύλων και των φθηνότερων μη επανδρωμένων συστημάτων. Δεν μπορεί μια χώρα να χρησιμοποιεί επ’ αόριστον πυραύλους αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ για να καταρρίπτει φθηνά drones.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί απέναντι στην Τουρκία στα μη επανδρωμένα συστήματα και στον ηλεκτρονικό πόλεμο. Η υστέρηση αυτή πρέπει να καλυφθεί άμεσα, με εγχώρια παραγωγή, μεταφορά τεχνογνωσίας και σοβαρή στήριξη των ελληνικών εταιρειών και των ανθρώπων που μπορούν να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν αεροπορικά συστήματα.
Το ελληνικό κράτος, δυστυχώς, πολλές φορές αντιμετωπίζει με αδιαφορία ή ακόμη και εχθρότητα ανθρώπους που προσπαθούν να δημιουργήσουν. Χωρίς παραγωγική και αμυντική βάση, όμως, δεν μπορείς να αντέξεις σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο.
Οι συμμαχίες δεν πολεμούν στη θέση μας
Το ΝΑΤΟ, σε περίπτωση πολέμου μεταξύ δύο κρατών-μελών, δεν θα λειτουργήσει αυτομάτως ως εγγυητής της ελληνικής ασφάλειας. Πιθανότατα θα περιοριστεί στον ρόλο του μηχανισμού διαχείρισης της κρίσης, ασκώντας πίεση για κατάπαυση του πυρός.
Οι στρατηγικές σχέσεις με τη Γαλλία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Κυπριακή Δημοκρατία διευρύνουν τον κύκλο ασφαλείας της Ελλάδας. Στον κύκλο αυτό πρέπει να ενταχθούν ουσιαστικά τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Ινδία.
Όμως δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες. Κανένας σύμμαχος δεν πρόκειται να αναλάβει το κύριο βάρος της υπεράσπισης της Ελλάδας. Το 80% ή το 85% της προσπάθειας πρέπει να στηρίζεται στις εθνικές μας δυνάμεις. Η εξωτερική βοήθεια είναι καλοδεχούμενη, αλλά δεν μπορεί να αποτελεί τη βάση του αμυντικού σχεδιασμού.
Το παράδειγμα της αποστολής ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία είναι διδακτικό. Η Ελλάδα παρέχει ένα πανάκριβο οπλικό σύστημα και ελληνικό προσωπικό για την προστασία κρίσιμης σαουδαραβικής ενεργειακής υποδομής. Μια τέτοια συμφωνία πρέπει να προσδιορίζει ξεκάθαρα τι δίνουμε και τι παίρνουμε.
Δεν μπορεί η εξωτερική πολιτική να λειτουργεί με αόριστες υποσχέσεις. Οι διεθνείς σχέσεις στηρίζονται στην αμοιβαιότητα και στο συμφέρον.
Η στρατηγική αξία του άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου
Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Αιγύπτου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία τη στιγμή που η Τουρκία επιχειρεί να προσεταιριστεί το Κάιρο.
Η Άγκυρα προσφέρει στην Αίγυπτο φθηνότερα οπλικά συστήματα χωρίς πολλούς περιορισμούς και, ταυτόχρονα, επιχειρεί να της «χαρίσει» θαλάσσιες ζώνες που ανήκουν στην Ελλάδα και στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επιδιώκει μια τουρκοαιγυπτιακή οριοθέτηση η οποία θα λεηλατούσε ελληνικά και κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα.
Εάν το σχέδιο αυτό προχωρούσε, θα προκαλούσε στρατηγική ανατροπή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η πρόσκληση του Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Χριστοδουλίδη, οι κατ’ ιδίαν συναντήσεις και η νέα κοινή διακήρυξη επιβεβαιώνουν ότι το τριμερές σχήμα παραμένει ενεργό.
Η ενεργειακή συνεργασία, η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Αιγύπτου, η αξιοποίηση του κυπριακού φυσικού αερίου μέσω των αιγυπτιακών εγκαταστάσεων και η μεταφορά του προς την Ευρώπη αποτελούν έργα στρατηγικής σημασίας.
Ιδιαίτερο συμβολισμό είχε και η παρουσία του Νίκου Χριστοδουλίδη στη Διεθνή Αεροπορική Έκθεση του Ελ Αλαμέιν ως μοναδικού προσκεκλημένου ξένου ηγέτη. Η αποχώρηση των Τούρκων από το περίπτερό τους τη στιγμή που περνούσαν ο Αιγύπτιος και ο Κύπριος Πρόεδρος δείχνει τον εκνευρισμό της Άγκυρας.
Η Τουρκία μιλά για «περικύκλωση», ενώ επεκτείνεται
Μετά τη συνεδρίαση του τουρκικού υπουργικού συμβουλίου, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προειδοποίησε ότι η Τουρκία δεν θα παρακολουθήσει «από την κερκίδα» ενέργειες που, κατά τον ίδιο, αποσκοπούν στην περικύκλωσή της.
Η αναφορά του αφορά πρωτίστως την εμβάθυνση της συνεργασίας της Ελλάδας με το Ισραήλ και την ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα». Παράλληλα, αποτελεί μήνυμα προς την Κυπριακή Δημοκρατία και προς τις χώρες που προσπαθούν να περιορίσουν την τουρκική επιρροή στη Συρία και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ρητορική περί περικύκλωσης αποτελεί αντιστροφή της πραγματικότητας. Η Τουρκία διατηρεί στρατεύματα στην Κύπρο, έχει καταλάβει εδάφη στη Συρία και στο Ιράκ και δηλώνει ότι θα ενισχύσει την παρουσία της σε ολόκληρη τη «σφαίρα επιρροής» της.
Από τη μία μιλά για σφαίρα επιρροής και από την άλλη καταγγέλλει ως «περικύκλωση» τα αμυντικά μέτρα που λαμβάνουν οι χώρες οι οποίες αισθάνονται ότι απειλούνται από την τουρκική επεκτατικότητα.
Η Ελλάδα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη αυτές τις δηλώσεις. Όταν ένας Πρόεδρος τις πραγματοποιεί αμέσως μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, δεν πρόκειται για μια τυχαία φραστική έξαρση. Πρόκειται για μήνυμα που συζητήθηκε και εγκρίθηκε στο ανώτατο επίπεδο της τουρκικής εξουσίας.
Η ώρα της εθνικής σοβαρότητας
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Τουρκία μελετά την Ελλάδα σε βάθος. Παρακολουθεί τα εξοπλιστικά προγράμματα, τις στρατηγικές συνεργασίες, τις δημόσιες παρεμβάσεις και τις αναλύσεις για έναν πιθανό πόλεμο.
Όσοι γνωρίζουν επιχειρησιακά σχέδια οφείλουν να είναι εξαιρετικά φειδωλοί στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Ακόμη και όταν μιλούν θεωρητικά, πρέπει να γνωρίζουν ότι απέναντι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι καταγράφουν, συγκρίνουν και εξάγουν συμπεράσματα.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολεμική ρητορική. Χρειάζεται σοβαρή προετοιμασία, επαρκή αποθέματα, ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ανθεκτικές υποδομές και καθαρές στρατηγικές συμφωνίες.
Ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ενδέχεται να μην έχει νικητές με την κλασική έννοια. Μπορεί όμως να έχει έναν ξεκάθαρο ηττημένο: εκείνον που θα αποτύχει να προστατεύσει το έδαφος, την κοινωνία και την κυριαρχία του.
Για την Ελλάδα, ο στόχος πρέπει να είναι απόλυτα σαφής: να μην επιτρέψει στην Τουρκία να δημιουργήσει τετελεσμένο ούτε την πρώτη ημέρα ούτε τις εβδομάδες που θα ακολουθήσουν. Να αντέξει, να αποκρούσει την επίθεση και να καταστήσει το κόστος της τουρκικής επιθετικότητας αβάστακτο.
Αυτή είναι η πραγματική αποτροπή. Και αυτή οικοδομείται πριν από τον πόλεμο, όχι όταν αρχίσουν να πέφτουν οι πρώτοι πυροβολισμοί.