Στις 15 Ιουλίου 1974, η στρατιωτική δικτατορία της Αθήνας, υπό τον αόρατο δικτάτορα Δημήτριο Ιωαννίδη, επιχείρησε να ανατρέψει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Το πραξικόπημα εκτελέστηκε από μονάδες της κυπριακής Εθνικής Φρουράς, οι οποίες διοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Ελλαδίτες αξιωματικούς, με τη συνδρομή στελεχών της ΕΟΚΑ Β΄.
Η ανατροπή του Μακαρίου δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο εσωτερικής κυπριακής αντιπαράθεσης. Ήταν οργανωμένη επέμβαση της δικτατορίας ενός κράτους στις εσωτερικές υποθέσεις ενός άλλου, διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους. Μέσα σε πέντε ημέρες ακολούθησε η τουρκική εισβολή. Η κυπριακή τραγωδία του 1974 δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά από το πραξικόπημα, αλλά δεν μπορεί επίσης να αποσυνδεθεί από αυτό: η επιχείρηση του Ιωαννίδη αποδιοργάνωσε την άμυνα του νησιού, διέλυσε τη συνταγματική τάξη και πρόσφερε στην Άγκυρα την πολιτική αφορμή και τη στρατηγική ευκαιρία που αναζητούσε.
Η πρόσφατη διάθεση στην ιστορική έρευνα των δελτίων πληροφοριών της τότε ΚΥΠ για την Κύπρο και την Τουρκία προσφέρει πρόσθετο υλικό για την κατανόηση των γεγονότων, χωρίς όμως να αποτελεί το σύνολο των κρατικών και στρατιωτικών αρχείων της περιόδου.

Η μακρά σύγκρουση Αθήνας–Μακαρίου
Η αντιπαράθεση του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος με τον Μακάριο είχε αρχίσει πολύ πριν από το καλοκαίρι του 1974. Ο Μακάριος είχε εγκαταλείψει σταδιακά την άμεση επιδίωξη της Ένωσης με την Ελλάδα και υποστήριζε την ανεξαρτησία και τη διεθνή υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η πολιτική αυτή τον έφερνε σε σύγκρουση με ακραίους ενωτικούς κύκλους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η ανεξάρτητη Κύπρος ήταν απλώς ένα μεταβατικό στάδιο προς την Ένωση.
Το 1971 ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας επέστρεψε παράνομα στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄. Η οργάνωση στράφηκε εναντίον της κυβέρνησης Μακαρίου, πραγματοποιώντας επιθέσεις, απαγωγές, πολιτικές δολοφονίες και επιχειρήσεις αποσταθεροποίησης. Μετά τον θάνατο του Γρίβα, τον Ιανουάριο του 1974, η οργάνωση πέρασε σε περίοδο εσωτερικής αστάθειας, αλλά τμήματά της συνέχισαν να διατηρούν σχέσεις με Ελλαδίτες αξιωματικούς και μηχανισμούς της δικτατορίας.
Το βασικό πρόβλημα ήταν ο έλεγχος της Εθνικής Φρουράς. Παρότι αποτελούσε ένοπλη δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ηγεσία και κρίσιμες μονάδες της στελεχώνονταν από αξιωματικούς που αποστέλλονταν από την Ελλάδα. Αυτό επέτρεψε στη χούντα να διαθέτει έναν έτοιμο στρατιωτικό μηχανισμό μέσα στην Κύπρο.

Στην επιστολή του προς τον Φαίδωνα Γκιζίκη, στις αρχές Ιουλίου 1974, ο Μακάριος κατηγόρησε ευθέως στελέχη του ελληνικού στρατιωτικού καθεστώτος ότι υποστήριζαν και κατηύθυναν την ΕΟΚΑ Β΄. Υποστήριξε ότι η Εθνική Φρουρά είχε μετατραπεί σε «κέντρο συνωμοσιών» και σε πηγή οπλισμού, μεταφορών και προστασίας για την παράνομη οργάνωση. Ζήτησε, κατά συνέπεια, την ανάκληση των περισσότερων Ελλαδιτών αξιωματικών.
Για τον Ιωαννίδη, το αίτημα αυτό ισοδυναμούσε με απώλεια του σημαντικότερου μέσου ελέγχου της Κύπρου.
Ο Ιωαννίδης και η ψευδαίσθηση του ελεγχόμενου πραξικοπήματος
Ο Ιωαννίδης είχε ανατρέψει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο τον Νοέμβριο του 1973 και κυβερνούσε χωρίς να κατέχει επίσημα την πρωθυπουργία ή την προεδρία. Θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο, «ανθενωτικό» και ενδεχομένως φιλοσοβιετικό. Φαίνεται επίσης ότι πίστευε πως η απομάκρυνσή του θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για μια συνολική ελληνοτουρκική συνεννόηση.
Η εκτίμησή του ήταν αντιφατική: από τη μία αναγνώριζε ότι μια κίνηση στην Κύπρο μπορούσε να προκαλέσει πόλεμο· από την άλλη εμφανιζόταν πεπεισμένος ότι η Τουρκία δεν θα πραγματοποιούσε απόβαση. Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών του, όταν ρωτήθηκε τι θα συνέβαινε εάν αντιδρούσαν οι Τούρκοι, απάντησε κατηγορηματικά: «Δεν βγαίνουν οι Τούρκοι στην Κύπρο». Υπονόησε μάλιστα ότι είχε πληροφορίες ή διαβεβαιώσεις που ενίσχυαν αυτή τη βεβαιότητα.
Αυτή ήταν η κεντρική πλάνη του πραξικοπήματος: ο Ιωαννίδης σχεδίαζε μια βίαιη αλλαγή εξουσίας σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο διεθνές πεδίο, χωρίς αξιόπιστο σχέδιο αντιμετώπισης της τουρκικής αντίδρασης.
Η τελική απόφαση φαίνεται ότι είχε ληφθεί στις 2 Ιουλίου 1974, σε σύσκεψη στο γραφείο του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγορίου Μπονάνου, πριν ακόμη φθάσει στην Αθήνα η επιστολή του Μακαρίου. Αυτό δείχνει ότι η επιστολή δεν δημιούργησε το σχέδιο, αλλά επιτάχυνε και νομιμοποίησε, στα μάτια των πραξικοπηματιών, μια απόφαση που είχε ήδη δρομολογηθεί.

Το σχέδιο και η τύχη του Μακαρίου
Ο σχεδιασμός ανατέθηκε σε στενό κύκλο αξιωματικών. Ο Ιωαννίδης γνώριζε από πραξικοπήματα και περιόρισε την ενημέρωση σε όσους θεωρούσε απολύτως αναγκαίους, ώστε να αποφύγει διαρροές ή αντιρρήσεις.
Ακόμη και η τύχη του Μακαρίου δεν φαίνεται ότι είχε καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια. Μαρτυρίες συνεργατών του Ιωαννίδη αναφέρουν ότι στη διάρκεια συσκέψεων είχε δοθεί εντολή να εκτελεστεί. Ο επικεφαλής των μονάδων Καταδρομών, Κωνσταντίνος Κομπόκης, ισχυρίστηκε αργότερα ότι, σε ιδιαίτερη συνομιλία, ο Ιωαννίδης τού ζήτησε να συλλάβει τον Μακάριο και να τον στείλει στο Άγιο Όρος. Η αντίφαση δεν έχει επιλυθεί πλήρως και πιθανόν αντανακλά μεταγενέστερες προσπάθειες αποποίησης ευθυνών.
Το βέβαιο είναι ότι η επιχείρηση σχεδιάστηκε με τέτοια ένταση πυρός ώστε ο θάνατος του Μακαρίου αποτελούσε εξαιρετικά πιθανό αποτέλεσμα.
Η επίθεση της 15ης Ιουλίου
Το πρωί της 15ης Ιουλίου 1974, άρματα μάχης και μονάδες της Εθνικής Φρουράς περικύκλωσαν και βομβάρδισαν το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία. Παράλληλα, πραξικοπηματικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, της Αρχιεπισκοπής, αστυνομικών εγκαταστάσεων και άλλων κυβερνητικών στόχων.
Ο Μακάριος βρισκόταν στο Προεδρικό Μέγαρο, αλλά κατάφερε να διαφύγει από αφύλακτη έξοδο και να κατευθυνθεί προς την Πάφο. Από εκεί εξέπεμψε ραδιοφωνικό μήνυμα, διαψεύδοντας τις ανακοινώσεις των πραξικοπηματιών ότι ήταν νεκρός. Αργότερα μεταφέρθηκε μέσω των βρετανικών βάσεων εκτός Κύπρου.
Στην Αθήνα, ο Ιωαννίδης παρακολουθούσε την επιχείρηση από το Πεντάγωνο. Το πραξικόπημα πέτυχε στρατιωτικά ως προς την κατάληψη των κυβερνητικών κέντρων, αλλά απέτυχε στον βασικό στόχο της φυσικής ή πολιτικής εξουδετέρωσης του Μακαρίου: ο νόμιμος πρόεδρος είχε επιβιώσει και μπορούσε πλέον να καταγγείλει διεθνώς την επέμβαση της ελληνικής χούντας.
Το πραξικόπημα συνοδεύτηκε από συγκρούσεις μεταξύ δυνάμεων της Εθνικής Φρουράς, της ΕΟΚΑ Β΄, του Εφεδρικού Σώματος και υποστηρικτών του Μακαρίου. Δεν επρόκειτο επομένως για αναίμακτη «αλλαγή κυβέρνησης», αλλά για βίαιη εσωτερική αναμέτρηση, που άφησε νεκρούς και τραυματίες και αποδιοργάνωσε τις ήδη περιορισμένες αμυντικές δυνατότητες της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επιλογή του Νίκου Σαμψών
Οι πραξικοπηματίες δεν είχαν εξασφαλίσει εγκαίρως πρόσωπο με επαρκές πολιτικό κύρος για να αναλάβει την προεδρία. Αρχικά αναζητήθηκαν άλλες λύσεις, χωρίς επιτυχία.
Τελικά προτάθηκε ο Νίκος Σαμψών, παλαιό μέλος της ΕΟΚΑ, βουλευτής και έντονα συνδεδεμένος με τον ακραίο ενωτικό χώρο. Ο ίδιος ο Ιωαννίδης φέρεται αρχικά να αντέδρασε, φοβούμενος ότι η τοποθέτησή του θα προκαλούσε την Τουρκία. Καθώς όμως δεν βρέθηκε άλλο πρόσωπο, έδωσε το απόγευμα της 15ης Ιουλίου την έγκρισή του για την ορκωμοσία του.
Η επιλογή του Σαμψών αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά λάθη της επιχείρησης. Αντί να εμφανίσει το πραξικόπημα ως μια εσωτερική συνταγματική μεταβολή, η παρουσία του επέτρεψε στην Τουρκία να το παρουσιάσει ως άμεση απειλή Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και ως κίνδυνο για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.
Ο Σαμψών παρέμεινε στην προεδρία μόλις οκτώ ημέρες.

Η ΚΥΠ γνώριζε;
Τα αποχαρακτηρισμένα ημερήσια δελτία πληροφοριών δημιουργούν μια σημαντική διάκριση. Παρά τις καταγγελίες του Μακαρίου για τη δράση του τοπικού κλιμακίου της ΚΥΠ και Ελλήνων αξιωματικών στην υποστήριξη της ΕΟΚΑ Β΄, το κεντρικό τμήμα της Υπηρεσίας που συνέτασσε τα δελτία για την Κύπρο και την Τουρκία φαίνεται ότι δεν γνώριζε τον άμεσο σχεδιασμό του πραξικοπήματος.
Στο δελτίο της 15ης Ιουλίου, λίγο πριν από την έναρξη της επιχείρησης, εκτιμήθηκε ότι η υπάρχουσα τακτική του Μακαρίου θα συνεχιζόταν. Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του υλικού, αυτή η πρόβλεψη δύσκολα θα είχε διατυπωθεί εάν οι συντάκτες γνώριζαν ότι το πραξικόπημα θα ξεκινούσε μέσα στην επόμενη ώρα.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κανένα στέλεχος υπηρεσίας πληροφοριών δεν είχε εμπλοκή. Υποδεικνύει ότι ο σχεδιασμός ήταν αυστηρά στεγανοποιημένος και ότι ακόμη και σημαντικές κρατικές υπηρεσίες παρέμειναν έξω από τον κύκλο ενημέρωσης.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το αμφιλεγόμενο «πράσινο φως»
Το ερώτημα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η CIA έδωσαν «πράσινο φως» στον Ιωαννίδη παραμένει ένα από τα πλέον αμφισβητούμενα ζητήματα.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν πληροφορηθεί τις προθέσεις του. Ο Ιωαννίδης είχε μιλήσει ανοιχτά σε στελέχη της CIA για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης του Μακαρίου. Ορισμένοι Αμερικανοί διπλωμάτες κατανόησαν ότι η απουσία μιας σαφούς και άμεσης αρνητικής απάντησης θα μπορούσε να εκληφθεί από εκείνον ως σιωπηρή συναίνεση.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απέστειλε τελικά προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε βίαιη απομάκρυνση του Μακαρίου θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Ωστόσο, το μήνυμα πέρασε από έμμεσα και αναποτελεσματικά κανάλια. Ο Αμερικανός πρέσβης Χένρι Τάσκα δεν κατάφερε να συναντήσει τον Ιωαννίδη, ενώ η προειδοποίηση δεν μεταφέρθηκε με την ένταση και την αμεσότητα που ζητούσαν ορισμένα στελέχη του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Στη συνέχεια, ο Ιωαννίδης διοχέτευσε παραπλανητικά μηνύματα ότι είχε εγκαταλείψει το σχέδιο. Έτσι, το πρωί του πραξικοπήματος, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν ταυτόχρονα μπροστά τους μια εκτίμηση ότι δεν θα υπάρξει επέμβαση και μια αναφορά ότι το πραξικόπημα είχε ήδη αρχίσει. Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε αργότερα ότι ο Ιωαννίδης είχε εξαπατήσει την αμερικανική κυβέρνηση, χωρίς να αποκλείει τη μεμονωμένη συνέργεια προσώπων μέσα στους μηχανισμούς πληροφοριών.
Επομένως, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδεικνύουν με αδιαμφισβήτητο τρόπο μια επίσημη αμερικανική εντολή για το πραξικόπημα. Αναδεικνύουν όμως σοβαρή γνώση του κινδύνου, ανεπαρκή αποτροπή, ασάφεια μεταξύ διπλωματικών και μυστικών καναλιών και μια αμερικανική πολιτική που έδινε προτεραιότητα στη συνοχή του ΝΑΤΟ και στις σχέσεις με την Τουρκία.
Μελέτη που βασίζεται σε βρετανικά αρχεία υποστηρίζει επίσης ότι ο Χένρι Κίσινγκερ απέφυγε την άμεση καταδίκη του νέου καθεστώτος, αντιτάχθηκε σε ορισμένες βρετανικές πιέσεις προς τη χούντα και αργότερα επέμεινε να μη διακοπεί η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς την Τουρκία. Πρόκειται για τεκμηριωμένη αλλά έντονα επικριτική ερμηνεία, η οποία πρέπει να συνεξετάζεται με το σύνολο των αμερικανικών, βρετανικών και ελληνικών αρχείων.

Οι προειδοποιήσεις για την Τουρκία
Η μεγαλύτερη ίσως απόδειξη της εγκληματικής ανευθυνότητας του καθεστώτος βρίσκεται στα γεγονότα που ακολούθησαν.
Μετά το πραξικόπημα, η τότε ΚΥΠ κατέγραψε με σημαντική ακρίβεια τις τουρκικές στρατιωτικές προετοιμασίες: μετακινήσεις μονάδων, μετατροπή εκπαιδευτικών σχηματισμών σε δυνάμεις κρούσης και ενδείξεις προετοιμασίας απόβασης. Οι προειδοποιήσεις των δελτίων της 17ης, 18ης και 19ης Ιουλίου δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς από την ηγεσία της χούντας.
Η Τουρκία κινητοποιήθηκε συντεταγμένα, ενώ η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε σε χαοτική γενική επιστράτευση. Η ανάλυση των δελτίων της ΚΥΠ καταλήγει ότι οι τουρκικές δυνάμεις προετοιμάστηκαν πολύ αποτελεσματικότερα από τις ελληνικές, των οποίων οι δομές υπέστησαν σοβαρή αποδιοργάνωση μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Ο Ιωαννίδης είχε οργανώσει πραξικόπημα χωρίς να διαθέτει αξιόπιστο σχέδιο πολέμου, χωρίς ενοποιημένη πολιτική και στρατιωτική διοίκηση και χωρίς να έχει ενισχύσει εγκαίρως την άμυνα της Κύπρου.
Από το πραξικόπημα στον «Αττίλα»
Στις 20 Ιουλίου 1974, πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα, η Τουρκία πραγματοποίησε απόβαση στην περιοχή της Κυρήνειας και αεραπόβαση στο εσωτερικό του νησιού. Η Άγκυρα επικαλέστηκε τη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960 και την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης.
Η επίκληση της Συνθήκης δεν σημαίνει ότι το εύρος και τα αποτελέσματα της τουρκικής στρατιωτικής επιχείρησης ήταν νομικά δικαιολογημένα. Η δεύτερη φάση της εισβολής, τον Αύγουστο, πραγματοποιήθηκε ενώ η χούντα και η κυβέρνηση Σαμψών είχαν ήδη καταρρεύσει και η συνταγματική συνέχεια είχε αποκατασταθεί με την ανάληψη της προεδρίας από τον Γλαύκο Κληρίδη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ζήτησε κατάπαυση του πυρός, σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν καλυπτόταν από τις διεθνείς συμφωνίες.
Στις 23 Ιουλίου κατέρρευσε η δικτατορία στην Ελλάδα και παραιτήθηκε ο Σαμψών. Η επιστροφή της δημοκρατίας στην Αθήνα δεν ανέτρεψε όμως τα στρατιωτικά τετελεσμένα. Μετά τη δεύτερη τουρκική επίθεση, η Κύπρος διχοτομήθηκε στην πράξη, με μαζικούς εκτοπισμούς, αγνοουμένους και κατοχή μεγάλου τμήματος του βόρειου εδάφους της. Η διαίρεση του νησιού εξακολουθεί να υφίσταται.

Τι είναι αποδεδειγμένο και τι παραμένει αμφισβητούμενο
Αποδεδειγμένο είναι ότι:
- το πραξικόπημα οργανώθηκε και διατάχθηκε από τη δικτατορία του Ιωαννίδη,
- εκτελέστηκε κυρίως από την Εθνική Φρουρά υπό Ελλαδίτες αξιωματικούς,
- η ΕΟΚΑ Β΄ και αντιμακαριακές δυνάμεις συνέβαλαν στην επιχείρηση,
- η χούντα τοποθέτησε τον Νίκο Σαμψών στην προεδρία,
- το πραξικόπημα κατέλυσε τη συνταγματική τάξη και αποδιοργάνωσε την άμυνα,
- η Τουρκία πραγματοποίησε εισβολή πέντε ημέρες αργότερα,
- οι ελληνικές υπηρεσίες διέθεταν σοβαρές ενδείξεις της τουρκικής κινητοποίησης, οι οποίες δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς.
Παραμένει αμφισβητούμενο:
- αν υπήρξε ρητή αμερικανική έγκριση ή απλώς ανοχή και αποτυχημένη αποτροπή,
- τι ακριβώς ειπώθηκε στα ανεπίσημα κανάλια μεταξύ Ιωαννίδη και στελεχών της CIA,
- αν η αρχική εντολή προέβλεπε οπωσδήποτε τη δολοφονία του Μακαρίου,
- ποιοι ανώτατοι αξιωματικοί γνώριζαν εκ των προτέρων όλες τις λεπτομέρειες,
- αν υπήρξε οποιαδήποτε άτυπη ελληνοτουρκική επικοινωνία πριν από το πραξικόπημα.
Η απουσία οριστικής απάντησης σε αυτά τα ερωτήματα δεν μειώνει την κύρια ευθύνη της δικτατορίας.
Το ιστορικό συμπέρασμα
Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου ήταν η κορύφωση μιας πολιτικής που αντιμετώπιζε την Κύπρο όχι ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά ως χώρο στον οποίο η Αθήνα μπορούσε να επιβάλλει τη θέλησή της μέσω στρατιωτικών μηχανισμών, μυστικών υπηρεσιών και παρακρατικών οργανώσεων.
Ο Ιωαννίδης πίστεψε ότι μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο, να ελέγξει την επόμενη κυβέρνηση, να καθησυχάσει την Τουρκία και ίσως να επιβάλει μια συνολική διευθέτηση. Δεν πέτυχε τίποτε από αυτά. Αντιθέτως, άφησε την Κυπριακή Δημοκρατία πολιτικά διαιρεμένη, στρατιωτικά αποδιοργανωμένη και διεθνώς εκτεθειμένη τη στιγμή που η Τουρκία έθετε σε εφαρμογή το δικό της στρατιωτικό σχέδιο.
Το πραξικόπημα δεν απαλλάσσει την Τουρκία από την ευθύνη για την εισβολή, την κατοχή και τα τετελεσμένα που ακολούθησαν. Αλλά η τουρκική ευθύνη δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη συγκάλυψη της ευθύνης της ελληνικής χούντας.
Η πιο ακριβής ιστορική διατύπωση είναι ότι η δικτατορία του Ιωαννίδη δεν παρέδωσε συνειδητά κατ’ ανάγκην την Κύπρο στην Τουρκία· την εξέθεσε όμως σε θανάσιμο κίνδυνο, γνωρίζοντας ότι υπήρχε πιθανότητα τουρκικής επέμβασης και χωρίς να διαθέτει σοβαρό σχέδιο για να την αντιμετωπίσει. Η αλαζονεία, η ιδεολογική τύφλωση, η έλλειψη επαγγελματικής στρατιωτικής προετοιμασίας και η περιφρόνηση της κυπριακής κυριαρχίας οδήγησαν σε μία από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
ΠΗΓΗ: anixneuseis.gr
