breaking newsΔιεθνή

Στη σκιά του ναού του ουρανού

Γράφει ο Μανώλης Σκούληκας

Ο Αμερικάνος Πρόεδρος έγινε δεκτός με περισσή μεγαλοπρέπεια στο Πεκίνο, συνακολουθούμενος από πληθώρα εξεχόντων στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων αμερικανικών συμφερόντων. Ο ομόλογός του Σι Τζινπίνγκ απέσπασε την ένεση εσωτερικής υποστήριξης που τόσο χρειαζόταν μετά το επισφαλές εγχείρημα που πρόσφατα αποτόλμησε, αποκεφαλίζοντας την ανώτερη στρατιωτική ηγεσία σε μια εξόφθαλμη παράβαση της «ιερής» κινεζικής εθιμοτυπίας. Όμως και ο Τραμπ χρειαζόταν μια πολιτική υποστήριξη μετά την τελμάτωση των πολεμικών επιχειρήσεων στο Ιράν. Άλλωστε η πρόσκληση του Κινέζου ομολόγου του στις ΗΠΑ το Σεπτέμβριο, θα αποτελέσει μια απόλυτα χρειαζούμενη πολιτική ενίσχυση του εν όψει των Ενδιαμέσων Εκλογών. Άραγε θα υπάρξει η συνέχιση των σταθερών σχέσεων μέχρι τότε;

Ο Τραμπ δεν κατάφερε να αποσπάσει τη δέσμευση του Πεκίνου σχετικά με το Ιράν και έσπευσε να την προεξοφλήσει ανακοινώνοντας την κοινή τους θέση σχετικά με τα πυρηνικά του Ιράν και το άνοιγμα των στενών του Ορμούζ. Όμως η Κίνα «εποίησε την νίσσαν», και μάλιστα …Πεκίνου. Η μόνη διέξοδος που επέτρεψε η Κίνα στον εαυτό της, για να μπορεί να επιχειρηματολογήσει μελλοντικά στο Ιράν, ήταν η γενική δήλωση ότι δεν ήταν οι ΗΠΑ που ξεκίνησαν αυτόν τον πόλεμο. Απ’ ότι φαίνεται, όμως, τα ανταλλάγματα που ζήτησαν από τις ΗΠΑ, για να της εξασφαλίζουν μια έστω και στοιχειώδη αποχώρηση από το Ιράν, δεν έγιναν δεκτά από αυτές σε άμεση βάση, οπότε η εκεχειρία παραμένει επ’ αορίστω και τα στενά στραγγαλίζουν τη διεθνή οικονομία με όλο και αυξανόμενα επαχθή αποτελέσματα. Αν και ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι δεν λαμβάνει ποσώς αυτά τα αποτελέσματα υπόψη του όσον αφορά στη συνέχιση του πολέμου, καθώς το μέγιστο διακύβευμα είναι η αποπυρηνικοποίηση του Ιράν, δεν είναι σαφές πόσο ακόμα θα μπορεί να υποστηρίζει αυτήν μεγαλόστομη φράση του, ενόψει των όλο και αυξανόμενων πιέσεων των συμμάχων του αλλά και των πολυεκατομμυριούχων υποστηρικτών του που εκφράζουν τις «αγορές».

Κατά πάσαν πιθανότητα η Κίνα απαίτησε την Ταϊβάν σε αντάλλαγμα μιας αξιοπρεπούς αποχώρησης των ΗΠΑ από το Ιράν με τα στενά ανοικτά-και χωρίς διόδια- και πιθανώς και την αποπυρηνικοποίηση στο τραπέζι. Σαν πρώτη δέσμευση, η Κίνα απέσπασε τη δέσμευση του Τραμπ να παραμείνει στις, από το 1970, παγιωμένες θέσεις των ΗΠΑ, ότι δεν υποστηρίζουν την μονομερή κήρυξη ανεξαρτητοποίησης της Ταϊβάν και σε δεύτερο χρόνο, ο Τραμπ δεσμεύθηκε να «σκεφτεί» το πάγωμα του εξοπλισμού της Ταϊβάν με υπερσύγχρονα αμερικανικά πολεμικά συστήματα αξίας 14 δις δολαρίων. Το τελευταίο δεν είναι, μάλιστα διπλωματικά δύσκολο, καθώς η φιλοκινεζική αντιπολίτευση στην Ταϊβάν έχει ήδη παγώσει την ψήφιση της χρηματοδότησης αυτής της αγοράς, οπότε θα απαιτείτο, ούτως ή άλλως, μια υπερπροσπάθεια της αμερικανικής πλευράς για την ολοκλήρωση αυτής της αγοράς. Στο βάθος βέβαια διαφαίνεται και η κινεζική απαίτηση μιας αμερικανικής δέσμευσης ουδετερότητας στην επανένωση της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κομμουνιστική Κίνα. Αν και αυτό θα ήταν μάλλον αδύνατο να γίνει αποδεκτό από τα γεράκια της Ουάσιγκτον, για προφανείς γαιοστρατηγικούς λόγους, σε μια ιδιαίτερα άστοχη δήλωσή του μέσα στο προεδρικό αεροπλάνο, κατά την πρόσφατη αποχώρησή του από το Πεκίνο, ο Τραμπ είπε ότι «το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε κανείς θα ήταν ένας πόλεμος στην Άπω Ανατολή». Διότι, όσο αληθινή και αν είναι αυτή η δήλωση, και μόνο η δημόσια ανακοίνωσή της ενημερώνει τη Κίνα, αλλά και τους κατοίκους της Ταϊβάν ότι μια κινεζική απόπειρα αφομοίωσης της, με στρατιωτικά ή άλλα μέσα, δε θα συναντήσει σημαντική αντίσταση από τις ΗΠΑ. Αυτή η δήλωση θα ενδυναμώσει την φιλοκινεζική πλευρά που προτρέπει τους κατοίκους της Ταϊβάν να αποδεχθούν το αναπόφευκτο μιας προαναγγελθείσας «ένωσης», ιδανικά με ειρηνικά μέσα. Απ’ ότι φαίνεται, ο Τραμπ επηρεάστηκε από τον Σι που του απαίτησε αρκετά ταπεινωτικές υποχωρήσεις αλλά δεν ήταν ακόμα διατεθειμένος να πιεί αυτό το «πικρό ποτήριο» και σαν άλλος Τσάμπερλαιν να δρέψει την ατίμωση και μαζί και τον μάλλον αναπόφευκτο πόλεμο.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το απόγευμα της πρώτης μέρας της επισκέψεώς του, ο Σι περιήγαγε τον Τραμπ στο Ναό του Ουρανού, ο οποίος, πέρα από σύμβολο του μακραίωνου Σινικού Πολιτισμού, αποτελεί και το κατ εξοχήν σύμβολο του «Αιώνα της Ταπείνωσης», όταν στο αποκορύφωμά του οι ξένες δυνάμεις που κατέστειλαν την εθνοσωτήρια Επανάσταση των Μπόξερς, τον βεβήλωσαν εκτεταμένα όταν τον χρησιμοποίησαν επί τούτου ως στρατώνα. Αν ο Τραμπ στερείται της απαραίτητης κοινωνικής ευφυϊας για να αντιληφθεί τον συμβολισμό, έχει ευτυχώς αρκετούς νοήμονες συμβούλους για να τον ενημερώσουν και, δυστυχώς για αυτόν, τον Σι για να τον διδάξει δια της εμπειρίας.

Υπό αυτά τα δεδομένα το ζήτημα του Ιράν παραμένει ανοικτό, όσο ο Τραμπ συσκέπτεται με τα γεράκια στην Ουάσιγκτων ποια από τις δύο ατιμώσεις είναι προτιμότερη: του Ιράν ή της Ταϊβάν. Κατά πάσαν πιθανότητα θα εξαντλήσει τις πιθανότητες του στο Ιράν, μέσα στο επόμενο χρονικό διάστημα, δοκιμάζοντας τις ύστατες αντοχές του Ιράν. Βέβαια η «μεγάλη λάμψη» έδωσε τη θέση της στη διήμερη στρατηγική στόχευση γεφυρών και ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων. Μια επιλογή που πάλι κατατάσσεται στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας αλλά απέχει παρασάγγας από την καταισχύνη ενός πυρηνικού πλήγματος -έστω και τακτικού. Πιθανώς, σε αυτή την αλλαγή να επηρεάστηκε από τις ρηξικέλευθες πρόσφατες δηλώσεις του Σεργκέι Καραγκάνοφ, του διευθυντή της σημαντικότερης Ρωσικής δεξαμενής σκέψης, ο οποίος δήλωσε ότι έχουν αρχίσει να εισακούονται πλέον οι απόψεις του για συμβολικά στοχευμένα συμβατικά πλήγματα σε ευρωπαϊκές χώρες που βοηθούν ενεργά την Ουκρανία, και σε περίπτωση που αυτές δεν συμμορφωθούν, με αντιστοίχως στοχευμένα πυρηνικά. Προφανώς ο Τραμπ δεν επιθυμεί να ανοίξει αυτήν την πόρτα όταν και άλλοι δηλώνουν πλέον διαθέσιμοι να διαβούν το κατώφλι της.

Η ανθεκτικότητα -ή μάλλον το αδιέξοδο- της Επαναστατικής Φρουράς έχει φέρει τον Τραμπ στα όριά του αφού η αποχώρησή του χωρίς το άνοιγμα των στενών θα ήταν ατιμωτική, ενώ το άνοιγμα τους υπό τον όρο των διοδίων στο Ιράν θα ισοδυναμούσε με ένα αντιστοίχου μεγέθους χλευασμό για την μέχρι πρότινος κοσμοκράτειρα υπερδύναμη. Κανείς μάλιστα δεν μπορεί να προεξοφλήσει την τύχη των πετρομοναρχιών του Κόλπου μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ, καθώς αυτή η παράμετρος δεν φαντάζει ούτε καν στον μακρινό ορίζοντα των διαπραγματεύσεων. Διότι ένας συνεχιζόμενος, έστω και σποραδικός, βομβαρδισμός τους από το Ιράν θα απέβαινε, βραχυπρόθεσμα κιόλας, καταστροφικός για την οικονομία τους και κατά συνέπεια και για την πολιτική τους βιωσιμότητα. Σε ένα σκοτεινό μέλλον η αραβική χερσόνησος θα μπορούσε να μεταβληθεί σε κινεζο-Ιρανικό προτεκτοράτο, ενώ σε ένα σκοτεινότερο σε ισλαμοφασιστικό χαλιφάτο.

Η Κίνα φαίνεται να έχει το χρόνο με το μέρος της και μάλιστα γι αυτό το λόγο προσκαλεί, δήθεν λόγω της μεγαλόψυχης ειρηνοφιλίας της, τον Τραμπ να μην πέσει στην «παγίδα του Θουκυδίδη», αφήνοντας την ανερχόμενη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της Κίνας να μεγαλώσει ανεξέλεγκτη μέχρι η υπερίσχυσή της να καταστεί σχεδόν ντετερμινιστικά αναπόφευκτη. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Τραμπ συνοφρυώθηκε έντονα στο άκουσμα αυτής της πρόσκλησης σε «ειρηνική σταθερότητα». Η σαφώς μειωμένη παραγγελία σε Boeing δεν ήταν ευχάριστη αλλά η προοπτική να κατονομαστεί ως ο πρόεδρος που έχασε την Ταιβάν και τον Γ’ΠΠ του προξενεί σαφέστατα πολύ μεγαλύτερη δυσφορία.

Back to top button