Σε νέα φάση περνά η τουρκική προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η Άγκυρα προχώρησε πλέον στην επίσημη θεσμοθέτηση δύο αποκαλούμενων «εθνικών θαλάσσιων πάρκων», μετατρέποντας έναν σχεδιασμό που μέχρι σήμερα αποτυπωνόταν κυρίως σε χάρτες και πολιτικές εξαγγελίες σε επίσημη κρατική πράξη.
Τα σχετικά προεδρικά διατάγματα φέρουν την υπογραφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και δημοσιεύθηκαν στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δίνοντας θεσμική υπόσταση στην τουρκική πρωτοβουλία.
Η Άγκυρα εμφανίζει τα δύο πάρκα ως περιβαλλοντική πρωτοβουλία με στόχο την προστασία της βιοποικιλότητας και των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Η γεωγραφική τους αποτύπωση, ωστόσο, συνδέεται άμεσα με τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις και με την προσπάθεια της Τουρκίας να προβάλλει δικαιώματα σε θαλάσσιες περιοχές πέραν των χωρικών της υδάτων.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για ακόμη ένα εργαλείο μέσα από το οποίο η Άγκυρα επιχειρεί να επαναφέρει στο προσκήνιο το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», αυτή τη φορά υπό τον μανδύα της περιβαλλοντικής προστασίας.
Στο επίκεντρο το Καστελλόριζο
Το πρώτο από τα δύο τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» αφορά το νοτιοανατολικό Αιγαίο και εκτείνεται, σύμφωνα με τον τουρκικό σχεδιασμό, από την περιοχή της Φετιγιέ, στην επαρχία Μούγλων, μέχρι το Κας της Αττάλειας.
Η γεωγραφία της συγκεκριμένης περιοχής έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς βρίσκεται απέναντι από το σύμπλεγμα του Καστελλορίζου.
Με τον τρόπο που χαράσσεται η περιοχή, η Τουρκία επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει έναν θαλάσσιο κλοιό γύρω από το Καστελλόριζο, επαναφέροντας εμμέσως την πάγια τουρκική θέση περί περιορισμένης ή ανύπαρκτης επήρειας των ελληνικών νησιών στον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών.
Δεν πρόκειται επομένως μόνο για μία περιβαλλοντική χωροθέτηση.
Το Καστελλόριζο αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς στόχους της τουρκικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, ακριβώς επειδή η επήρεια του ελληνικού νησιωτικού συμπλέγματος επηρεάζει καθοριστικά τη γεωγραφική συνέχεια των θαλάσσιων ζωνών Ελλάδας και Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τουρκικό «πάρκο» ανάμεσα σε Λήμνο και Σαμοθράκη
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή προκαλεί η δεύτερη περιοχή που περιλαμβάνεται στα τουρκικά διατάγματα.
Το λεγόμενο «θαλάσσιο πάρκο» του Βορείου Αιγαίου ξεκινά κοντά στις τουρκικές ακτές της Ραιδεστού και των Δαρδανελίων και εκτείνεται προς την περιοχή ανάμεσα στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη.
Με τον τρόπο αυτό η Άγκυρα επιχειρεί να προβάλει ρυθμιστικό ρόλο σε μία εξαιρετικά ευαίσθητη περιοχή του βορειοανατολικού Αιγαίου.
Η επιλογή της συγκεκριμένης γεωγραφίας δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία, δεδομένου ότι το Βόρειο Αιγαίο αποτελεί διαχρονικά περιοχή στην οποία η Τουρκία επιχειρεί να προβάλλει ένα ευρύ πλέγμα διεκδικήσεων.
Ο σχεδιασμός των δύο περιοχών είχε προηγουμένως παρουσιαστεί από το Εθνικό Κέντρο Έρευνας Θαλάσσιου Δικαίου του Πανεπιστημίου της Άγκυρας. Με τα νέα προεδρικά διατάγματα περνά πλέον από το επίπεδο της ακαδημαϊκής και πολιτικής επεξεργασίας στο επίπεδο της επίσημης τουρκικής κρατικής πολιτικής.
Απάντηση στα ελληνικά θαλάσσια πάρκα
Η κίνηση της Τουρκίας αποτελεί ταυτόχρονα απάντηση στην ελληνική πρωτοβουλία για τη δημιουργία Εθνικών Θαλάσσιων Πάρκων στο Ιόνιο και το Νότιο Αιγαίο.
Η Άγκυρα είχε αντιδράσει ήδη από την πρώτη στιγμή στον ελληνικό σχεδιασμό, επιχειρώντας να συνδέσει το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος με τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Τουρκικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν μάλιστα ανοικτά τη νέα απόφαση ως μέσο για την «επαναβεβαίωση των θαλάσσιων δικαιωμάτων της Τουρκίας στο Αιγαίο».
Ακριβώς σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η ουσία της αντιπαράθεσης.
Η Τουρκία επιχειρεί να εισαγάγει τις δικές της αξιώσεις μέσα σε έναν μηχανισμό περιβαλλοντικής διαχείρισης και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει την ύπαρξη των συγκεκριμένων πάρκων ως πρόσθετο στοιχείο της κρατικής της παρουσίας στις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές.
Με άλλα λόγια, το περιβάλλον κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακόμη πεδίο της ελληνοτουρκικής γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Και νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα»
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό για τις προθέσεις της Άγκυρας είναι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη κίνηση δεν εμφανίζεται απομονωμένη.
Σύμφωνα με την τουρκική Daily Sabah, η κυβέρνηση Ερντογάν προετοιμάζει ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα», το οποίο αναμένεται να εισαχθεί προς συζήτηση στην τουρκική Εθνοσυνέλευση μετά την έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου τον Οκτώβριο.
Εφόσον ο σχεδιασμός αυτός προχωρήσει, θα πρόκειται για ένα ακόμη βήμα θεσμοποίησης ενός δόγματος το οποίο μέχρι σήμερα αποτελούσε πρωτίστως στρατηγική αντίληψη των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και της πολιτικής ηγεσίας.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» αντιμετωπίζει τεράστιες θαλάσσιες εκτάσεις γύρω από την Τουρκία ως χώρο ζωτικών τουρκικών συμφερόντων και έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα ως πολιτικό και στρατηγικό υπόβαθρο για τις διεκδικήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Αθήνα: «Κανένα απολύτως έννομο αποτέλεσμα»
Η ελληνική πλευρά απέρριψε την τουρκική κίνηση, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα δεν μπορεί με μονομερείς αποφάσεις να δημιουργήσει δικαιώματα σε περιοχές πέραν της εθνικής της δικαιοδοσίας.
Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών υπογραμμίζει ότι οι τουρκικές χωροθετήσεις επεκτείνονται πέρα από τα τουρκικά χωρικά ύδατα και περιλαμβάνουν τμήματα διεθνών υδάτων, καθώς και περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την Αθήνα, οι συγκεκριμένες τουρκικές ενέργειες «δεν παράγουν κανένα απολύτως έννομο αποτέλεσμα».
Η θέση της Ελλάδας είναι ότι ένα κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιεί την ανακήρυξη μιας περιβαλλοντικά προστατευόμενης περιοχής προκειμένου να αποκτήσει κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα τα οποία δεν διαθέτει βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
Η ελληνική πλευρά επισημαίνει επίσης μία βασική διαφορά μεταξύ των δύο χωρών: τα ελληνικά Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα στο Ιόνιο και το Νότιο Αιγαίο έχουν χωροθετηθεί εντός ελληνικών χωρικών υδάτων και επομένως εντός περιοχών στις οποίες η Ελλάδα ασκεί πλήρη κυριαρχία.
Αθήνα προς Άγκυρα: Παράνομα τα τουρκικά «θαλάσσια πάρκα» – Δεν δημιουργούν τετελεσμένα
Νέο πλήγμα στο αφήγημα των «ήρεμων νερών»
Η εξέλιξη αποκτά πρόσθετη πολιτική σημασία επειδή σημειώνεται σε μία περίοδο κατά την οποία Αθήνα και Άγκυρα εξακολουθούν επισήμως να μιλούν για διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και αποφυγή εντάσεων.
Η πραγματικότητα στο πεδίο, ωστόσο, δείχνει ότι οι θεμελιώδεις τουρκικές διεκδικήσεις δεν έχουν εγκαταλειφθεί.
Αντίθετα, η Άγκυρα φαίνεται να επιχειρεί σταδιακά να τις ενσωματώσει σε ένα ευρύτερο πλέγμα κρατικών πολιτικών: από τους χάρτες και τις στρατιωτικές ασκήσεις μέχρι την περιβαλλοντική πολιτική και, εφόσον προχωρήσει ο σχεδιασμός, ακόμη και την τουρκική νομοθεσία.
Γι’ αυτό και το ελληνικό ΥΠΕΞ προειδοποιεί ότι τέτοιου είδους ενέργειες «δεν συμβάλλουν στην εμπέδωση κλίματος καλής γειτονίας και υπονομεύουν σοβαρά τις προσπάθειες διατήρησης σχέσεων αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των δύο χωρών».
Η υπόθεση των τουρκικών «θαλάσσιων πάρκων» ξεπερνά συνεπώς κατά πολύ την περιβαλλοντική της διάσταση.
Αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο στη μακροχρόνια προσπάθεια της Τουρκίας να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της από το επίπεδο της πολιτικής ρητορικής στο επίπεδο της διοικητικής και θεσμικής πρακτικής.
Και η γεωγραφία που επέλεξε η Άγκυρα –γύρω από το Καστελλόριζο και ανάμεσα στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη– αποκαλύπτει γιατί η Αθήνα αντιμετωπίζει την κίνηση όχι ως μία απλή περιβαλλοντική πρωτοβουλία, αλλά ως ακόμη μία έκφανση της τουρκικής αναθεωρητικής στρατηγικής στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Απαιτούνται όμως, όπως πάντοτε, δυναμικότερες κινήσεις.

