Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα παρουσιάζει η ανάλυση του απόστρατου Τούρκου αντιναυάρχου Τζιχάτ Γιαϊτσί (Cihat Yaycı) για την ανακήρυξη των δύο τουρκικών «Εθνικών Θαλάσσιων Πάρκων», καθώς ο άνθρωπος που έχει συνδέσει το όνομά του με τη θεωρητική επεξεργασία της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν αντιμετωπίζει την απόφαση ως μια απλή περιβαλλοντική πρωτοβουλία.
Αντίθετα, τη χαρακτηρίζει πολιτικό και στρατηγικό βήμα απέναντι στην Ελλάδα, το οποίο, κατά την άποψή του, μεταφέρει την Τουρκία από τη θέση του κράτους που περιορίζεται σε διπλωματικές διαμαρτυρίες στη θέση εκείνου που αναλαμβάνει πρωτοβουλία και δημιουργεί δικές του πρακτικές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάλυση δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα 17 Αυγούστου στο τουρκικό GZT και έχει ιδιαίτερη αξία επειδή ο Γιαϊτσί αποκαλύπτει με αρκετή σαφήνεια τον τρόπο με τον οποίο ένα σημαντικό τμήμα του τουρκικού στρατηγικού κατεστημένου αντιλαμβάνεται τα θαλάσσια πάρκα: όχι μόνο ως ζώνες προστασίας του περιβάλλοντος, αλλά ως εργαλεία άσκησης κρατικής παρουσίας και προώθησης της τουρκικής θαλάσσιας στρατηγικής.
Πανηγυρίζει για την απόφαση Ερντογάν
Ο Γιαϊτσί χαρακτηρίζει «εξαιρετικά θετική, αναγκαία και στρατηγική» την απόφαση για τις περιοχές ανοικτά της Φετιγιέ και του Κας, αλλά και στο αποκαλούμενο από την τουρκική πλευρά «Βόρειο Πέλαγος των Νήσων».
Υποστηρίζει ότι για πρώτη φορά τόσο εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές εντάσσονται στην Τουρκία σε καθεστώς εθνικού πάρκου βάσει της σχετικής νομοθεσίας.
Αναγνωρίζει ασφαλώς την περιβαλλοντική διάσταση, αναφερόμενος στην προστασία της βιοποικιλότητας, των θαλάσσιων οργανισμών, των ακτών και της υποθαλάσσιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αμέσως όμως προσθέτει το ουσιώδες:
Θα ήταν λάθος, κατά τον ίδιο, να εξεταστεί η απόφαση αποκλειστικά υπό το πρίσμα της προστασίας του περιβάλλοντος.
Για τον Γιαϊτσί, η κίνηση έχει άμεση σχέση με τις πολιτικές και στρατηγικές εξελίξεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Κατηγορεί την Ελλάδα ότι χρησιμοποιεί την οικολογία για γεωπολιτικούς σκοπούς
Ο Τούρκος απόστρατος στρέφεται στη συνέχεια ευθέως εναντίον της Ελλάδας.
Υπενθυμίζει την ελληνική ανακοίνωση του Απριλίου 2024 για τη δημιουργία δύο μεγάλων θαλάσσιων πάρκων στο Αιγαίο και το Ιόνιο και υποστηρίζει ότι η Αθήνα χρησιμοποίησε την περιβαλλοντική προστασία ως πολιτικό εργαλείο.
Κατά τον Γιαϊτσί, η ελληνική πολιτική αποσκοπεί στην επέκταση των θαλάσσιων ζωνών που ελέγχει η Ελλάδα και στην παρουσίαση του Αιγαίου ως ελληνικής «εσωτερικής θάλασσας».
Πηγαίνει μάλιστα ακόμη μακρύτερα, επαναφέροντας μία από τις πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις: τα λεγόμενα EGAYDAAK, δηλαδή νησιά, νησίδες και βραχονησίδες των οποίων την ελληνική κυριαρχία αμφισβητεί η Άγκυρα.
Κατά την τουρκική ανάγνωση του Γιαϊτσί, η Ελλάδα επιχειρεί μέσω των περιβαλλοντικών ζωνών να δημιουργήσει πραγματικές καταστάσεις πάνω σε γεωγραφικούς σχηματισμούς «των οποίων η κυριαρχία δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες».
Πρόκειται για ισχυρισμό που εντάσσεται στις ευρύτερες τουρκικές αμφισβητήσεις κυριαρχίας στο Αιγαίο και δεν αποτελεί αποδεκτή ελληνική θέση.
Από το Natura 2000 στα θαλάσσια πάρκα
Ο Γιαϊτσί υποστηρίζει ότι η ίδια τακτική είχε ακολουθηθεί από την Αθήνα και στο παρελθόν μέσω του ευρωπαϊκού δικτύου Natura 2000.
Κατά την άποψή του, η Ελλάδα προσπάθησε να εντάξει στο ευρωπαϊκό περιβαλλοντικό πλαίσιο γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων η κυριαρχία αμφισβητείται από την Τουρκία, παρουσιάζοντάς τους με αυτόν τον τρόπο ως ελληνικό έδαφος.
Το συμπέρασμά του είναι χαρακτηριστικό:
η προστασία του περιβάλλοντος, όπως υποστηρίζει, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο απόκτησης κυριαρχίας ή θαλάσσιων ζωνών.
Στο συγκεκριμένο σημείο διατυπώνει μάλιστα μία γενική νομική αρχή: η μονομερής δημοσίευση ενός χάρτη ή η ανακήρυξη μιας προστατευόμενης περιοχής δεν δημιουργεί αυτομάτως νέα χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ.
Το παράδοξο είναι ότι αυτή ακριβώς η επιχειρηματολογία αποκτά πλέον ιδιαίτερη σημασία και για την ελληνική πλευρά, μετά την απόφαση της ίδιας της Τουρκίας να ανακηρύξει πάρκα σε περιοχές που η Αθήνα θεωρεί ότι υπερβαίνουν την τουρκική δικαιοδοσία.
«Το είχα προτείνει από το 2024»
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ανάλυσης είναι ότι ο Γιαϊτσί εμφανίζεται ουσιαστικά ως ένας από τους εισηγητές της τουρκικής απάντησης.
Όπως υπενθυμίζει, στις 24 Απριλίου 2024, μετά την ανακοίνωση των ελληνικών σχεδίων, το Κέντρο Ναυτιλίας και Παγκόσμιων Στρατηγικών «Mavi Vatan» (TÜRKDEGS), του οποίου προεδρεύει, είχε καλέσει δημοσίως την Άγκυρα να μην αρκεστεί σε διαμαρτυρίες.
Η θέση που είχε διατυπώσει ήταν ουσιαστικά:
Αφού η Ελλάδα ανακηρύσσει θαλάσσια πάρκα στο Αιγαίο, πρέπει να ανακηρύξει και η Τουρκία δικά της εθνικά θαλάσσια πάρκα.
Δύο χρόνια αργότερα, ο Γιαϊτσί θεωρεί ότι η πρότασή του μετατράπηκε πλέον σε κρατική πολιτική και κρατική πρακτική.
Και δηλώνει ανοιχτά την ικανοποίησή του.
«Δεν αρκεί πλέον να διαμαρτυρόμαστε»
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο για την Αθήνα.
Ο Γιαϊτσί υποστηρίζει ότι η Τουρκία δεν πρέπει πλέον να εμφανίζεται ως το κράτος που περιμένει κάθε ελληνική πρωτοβουλία για να εκδώσει στη συνέχεια μία ανακοίνωση διαμαρτυρίας.
Θέλει την Άγκυρα να αναλαμβάνει πρωτοβουλία επί του πεδίου.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, με τα νέα πάρκα η Τουρκία εμφανίζεται πλέον να «αναπτύσσει εφαρμογές», να δημιουργεί περιβαλλοντικό κανονιστικό πλαίσιο και να υπερασπίζεται στην πράξη όσα η ίδια θεωρεί δικαιώματα και συμφέροντά της στη «Γαλάζια Πατρίδα».
Αυτή ακριβώς η διατύπωση είναι αποκαλυπτική.
Γιατί συνδέει ρητά την ανακήρυξη των πάρκων με το ευρύτερο δόγμα της Mavi Vatan.
Τα τέσσερα «κέρδη» που βλέπει για την Τουρκία
Ο Τούρκος αντιναύαρχος καταγράφει τέσσερα συγκεκριμένα οφέλη από την απόφαση.
Πρώτον, την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της υποθαλάσσιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Δεύτερον, την ενίσχυση της τουρκικής δυνατότητας «ρύθμισης, διοίκησης και ελέγχου» των θαλάσσιων περιοχών, με μεγαλύτερη ορατότητα της κρατικής διοικητικής παρουσίας.
Τρίτον, την επίδειξη ότι η Τουρκία δεν θα παραμείνει «παθητική» στη «Γαλάζια Πατρίδα», αλλά θα παρακολουθεί και θα υπερασπίζεται στην πράξη τα συμφέροντα που θεωρεί δικά της.
Και τέταρτον, τη δημιουργία, όπως την αποκαλεί, «πολιτικής και στρατηγικής ισορροπίας» έναντι των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων.
Η δεύτερη και η τέταρτη παρατήρηση είναι ίσως οι σημαντικότερες.
Διότι η συζήτηση μετακινείται από την οικολογία στην άσκηση διοικητικών αρμοδιοτήτων στη θάλασσα.
Το επόμενο βήμα που εισηγείται
Ο Γιαϊτσί δεν θεωρεί την ανακήρυξη των δύο πάρκων το τέλος της υπόθεσης.
Τη χαρακτηρίζει «πολύτιμη αρχή».
Και εισηγείται τη δημιουργία και νέων θαλάσσιων εθνικών πάρκων, με βάση –όπως αναφέρει– τις ανάγκες της Τουρκίας και επιστημονικά δεδομένα.
Ακόμη σημαντικότερο είναι τι ζητά να περιλαμβάνουν τα μελλοντικά σχέδια διαχείρισης.
Δεν αναφέρεται μόνο στην οικολογία.
Ζητά να λαμβάνονται ταυτόχρονα υπόψη:
οι τουρκικές νομικές θέσεις, η θαλάσσια ασφάλεια, η ελευθερία ναυσιπλοΐας, τα δικαιώματα αλιείας, οι περιοχές στρατιωτικής εκπαίδευσης και οι υπόλοιπες ναυτικές δραστηριότητες.
Εδώ πλέον η στρατηγική διάσταση είναι απολύτως εμφανής.
Ο ίδιος μάλιστα προειδοποιεί ότι η περιβαλλοντική προστασία δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο που θα περιορίζει την τουρκική στρατιωτική ή οικονομική δραστηριότητα στη θάλασσα.
«Να γίνουμε κράτος που διαμορφώνει το παιχνίδι»
Η καταληκτική θέση του Γιαϊτσί συνοψίζει ολόκληρη τη φιλοσοφία της παρέμβασής του:
Η Τουρκία δεν πρέπει απλώς να αντιδρά. Πρέπει να γίνει το κράτος που διαμορφώνει το παιχνίδι.
Κατά τον απόστρατο αντιναύαρχο, η Άγκυρα πρέπει να προηγείται των εξελίξεων, να καθορίζει την ατζέντα, να αναπτύσσει δικά της σχέδια και να στηρίζει τις διεκδικήσεις της με συγκεκριμένες κρατικές εφαρμογές.
Αυτή είναι και η πραγματική σημασία της ανάλυσής του για την ελληνική πλευρά.
Τα τουρκικά θαλάσσια πάρκα παρουσιάστηκαν επισήμως υπό τον μανδύα της περιβαλλοντικής προστασίας. Ο Γιαϊτσί, όμως, τα εντάσσει χωρίς περιστροφές στην ευρύτερη στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» και στη διαρκή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και η παρέμβασή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν συνδυαστεί με τις πληροφορίες για προετοιμασία ειδικού νομοθετικού πλαισίου γύρω από τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Με άλλα λόγια, στην ανάγνωση του Γιαϊτσί, τα πάρκα δεν αποτελούν ένα απομονωμένο περιβαλλοντικό μέτρο.
Αποτελούν μέρος της μετάβασης από τη ρητορική των τουρκικών διεκδικήσεων στην παραγωγή κρατικών πράξεων και διοικητικών εφαρμογών που θα επιχειρούν να τις κάνουν ορατές στο πεδίο.
Και ακριβώς αυτό είναι το στοιχείο που η Αθήνα οφείλει να παρακολουθήσει με τη μεγαλύτερη προσοχή: όχι μόνο τι γράφουν οι τουρκικοί χάρτες, αλλά ποιες αρμοδιότητες θα επιχειρήσει στην πράξη να ασκήσει η Άγκυρα μέσα στις ζώνες που μόλις ανακήρυξε.