breaking newsΔιεθνή

Ρωσικό κενό στη Μεσόγειο: Ο «σκιώδης στόλος» αποστραγγίζει το Ναυτικό του Πούτιν

Για πρώτη φορά εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία, η Ρωσία εμφανίζεται να έχει μείνει χωρίς καταγεγραμμένη παρουσία πολεμικών πλοίων στη Μεσόγειο, καθώς η πίεση που ασκούν οι χώρες του ΝΑΤΟ στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» υποχρεώνει τη Μόσχα να μεταφέρει πολύτιμες ναυτικές μονάδες στη Μάγχη και στη Βαλτική.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής Telegraph, αξιωματούχος του ΝΑΤΟ υποστηρίζει ότι από τον Ιούνιο δεν υπάρχει ρωσική ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο. Εφόσον η πληροφορία ανταποκρίνεται πλήρως στην επιχειρησιακή εικόνα, πρόκειται για μια εξέλιξη που υπερβαίνει κατά πολύ μια προσωρινή αναδιάταξη δυνάμεων.

Αποκαλύπτει ότι το ρωσικό Ναυτικό δυσκολεύεται πλέον να διατηρήσει ταυτόχρονα παρουσία σε όλα τα μέτωπα που έχουν ανοίξει: στην Ουκρανία, στη Μαύρη Θάλασσα, στη Βαλτική, στον Βόρειο Ατλαντικό, στη Μάγχη και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τέλος σε μια μόνιμη παρουσία από το 2013

Η Ρωσία είχε συγκροτήσει το 2013 μόνιμη ναυτική δύναμη στη Μεσόγειο, επαναφέροντας ουσιαστικά ένα μοντέλο προβολής ισχύος που παρέπεμπε στη σοβιετική εποχή.

Η δύναμη αυτή αποτέλεσε βασικό εργαλείο της ρωσικής επέμβασης στη Συρία, προστάτευσε τις γραμμές ανεφοδιασμού προς το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ και επέτρεψε στη Μόσχα να παρακολουθεί τις κινήσεις του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η απουσία ρωσικών πλοίων από την περιοχή σημαίνει ότι η Μόσχα χάνει, έστω προσωρινά, ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: τη δυνατότητα άμεσης ναυτικής αντίδρασης σε μια ζώνη που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και τη Διώρυγα του Σουέζ.

Δεν σημαίνει ότι η Ρωσία έπαψε να αποτελεί σημαντική ναυτική δύναμη. Ο Βόρειος Στόλος, τα πυρηνικά υποβρύχια και οι στρατηγικές δυνατότητές της παραμένουν ισχυρά. Καταδεικνύει, όμως, τη δυσκολία του ρωσικού στόλου επιφανείας να διατηρεί μακροχρόνιες αναπτύξεις σε μεγάλη απόσταση από τις βάσεις του.

Το δίλημμα που δημιούργησε το ΝΑΤΟ

Πίσω από το ρωσικό κενό στη Μεσόγειο βρίσκεται ένα σκληρό επιχειρησιακό δίλημμα.

Η Μόσχα χρησιμοποιεί εκατοντάδες παλαιά δεξαμενόπλοια, συχνά με ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς και προβληματική ασφαλιστική κάλυψη, προκειμένου να συνεχίζει τις εξαγωγές πετρελαίου παρακάμπτοντας τις δυτικές κυρώσεις. Τα έσοδα αυτά αποτελούν κρίσιμη πηγή χρηματοδότησης του πολέμου στην Ουκρανία.

Οι δυτικές χώρες έχουν αρχίσει να αυξάνουν τις επιθεωρήσεις, τις νομικές ενέργειες και τις επιχειρήσεις επιβίβασης. Η Βρετανία έχει ανακοινώσει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις της μπορούν να πραγματοποιούν νηοψίες σε πλοία που τελούν υπό κυρώσεις και διέρχονται από βρετανικά ύδατα, στο πλαίσιο της πίεσης κατά του ρωσικού δικτύου μεταφοράς πετρελαίου. Η σχετική βρετανική απόφαση άνοιξε τον δρόμο για πιο ενεργητικές επιχειρήσεις.

Η κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου «Smyrtos» από Βρετανούς Royal Marines στη Μάγχη αποτέλεσε ένα από τα σοβαρότερα επεισόδια αυτής της νέας αντιπαράθεσης.

Κατά την Telegraph, δύο ημέρες αργότερα η ρωσική φρεγάτα «Admiral Grigorovich» έριξε προειδοποιητικές βολές κοντά σε ιστιοφόρο νοτίως της νήσου Wight. Η Μόσχα φέρεται να αντικατέστησε στη συνέχεια τη συγκεκριμένη φρεγάτα με τη «Neustrashimy», διατηρώντας ουσιαστικά πολεμικό πλοίο στη Μάγχη για τη συνοδεία ρωσικών ή συνδεόμενων με τη Ρωσία εμπορικών πλοίων.

Έτσι, το ΝΑΤΟ υποχρεώνει το Κρεμλίνο να επιλέξει: είτε θα προστατεύσει τα δεξαμενόπλοια που χρηματοδοτούν τον πόλεμο είτε θα διατηρήσει πολεμικά πλοία στη Μεσόγειο για την προβολή ισχύος του.

Προς το παρόν, η Μόσχα φαίνεται να έχει επιλέξει τα πετρελαϊκά της έσοδα.

Τα προβλήματα ανεφοδιασμού

Η πίεση δεν αφορά μόνο τον αριθμό των διαθέσιμων πολεμικών πλοίων. Αφορά και την εφοδιαστική υποστήριξή τους.

Σύμφωνα με τις πηγές που επικαλείται η Telegraph, η Ρωσία αντιμετωπίζει έλλειψη διαθέσιμων δεξαμενόπλοιων ανεφοδιασμού, γεγονός που περιορίζει την αυτονομία των φρεγατών και των αντιτορπιλικών της.

Η φερόμενη χρήση επισκευαστικού πλοίου κλάσης «Amur» για ανεφοδιασμό πλοίου με πλοίο στη Βόρεια Θάλασσα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Η Μόσχα καλείται να υποστηρίξει παλαιές μονάδες επιφανείας σε μεγάλες αποστάσεις, χωρίς να διαθέτει επαρκή αριθμό σύγχρονων βοηθητικών πλοίων.

Αυτό είναι το πραγματικό αδύναμο σημείο του ρωσικού Ναυτικού: όχι η έλλειψη ισχυρών οπλικών συστημάτων, αλλά η αδυναμία διατήρησης πολλών ναυτικών σχηματισμών σε διαφορετικές θάλασσες για μεγάλα χρονικά διαστήματα.

Το βαρύ κόστος της Ουκρανίας

Ο πόλεμος στην Ουκρανία επιδείνωσε δραματικά την κατάσταση.

Το Κίεβο υποστηρίζει ότι έχει καταστρέψει ή προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε δεκάδες ρωσικά πολεμικά πλοία και βοηθητικά σκάφη, υποχρεώνοντας τον Στόλο της Μαύρης Θάλασσας να περιορίσει τη δράση του και να απομακρύνει σημαντικές μονάδες από την Κριμαία.

Τα ουκρανικά μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας, οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και τα πλήγματα σε ναυτικές υποδομές απέδειξαν ότι ακόμη και ένας αριθμητικά ισχυρότερος στόλος μπορεί να τεθεί υπό ασφυκτική πίεση από ασύμμετρα μέσα.

Στη Βαλτική, η ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ έχει επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη ρωσική θέση. Ο Στόλος της Βαλτικής βρίσκεται πλέον σε μια θάλασσα που περιβάλλεται σχεδόν ολοκληρωτικά από κράτη-μέλη της Συμμαχίας και υποχρεώνεται να επικεντρώνεται στην παράκτια άμυνα και στη συνοδεία του «σκιώδους στόλου».

Υποχώρηση και στη Συρία

Το δεύτερο μεγάλο πλήγμα για τη ρωσική στρατηγική έρχεται από τη Συρία.

Η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024 αφαίρεσε από τη Μόσχα τον βασικό πολιτικό εγγυητή της στρατιωτικής παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ύστερα από περίπου 18 μήνες διαπραγματεύσεων, Μόσχα και Δαμασκός κατέληξαν σε συμφωνία που μεταβάλλει το καθεστώς των βάσεων στην Ταρτούς και στη Χμεϊμίμ. Η Συρία ανακτά τον έλεγχο πολιτικών και εμπορικών εγκαταστάσεων, ενώ στρατιωτικά τμήματα πρόκειται να λειτουργήσουν ως κοινά συρορωσικά εκπαιδευτικά κέντρα.

Η Ρωσία δεν εκδιώκεται πλήρως από τη Συρία. Χάνει, όμως, την ελευθερία κινήσεων και το σχεδόν αποκλειστικό καθεστώς που απολάμβανε επί Άσαντ.

Ιδιαίτερα η Ταρτούς είχε μοναδική σημασία, καθώς αποτελούσε το βασικό ρωσικό κέντρο επισκευής και ανεφοδιασμού στη Μεσόγειο. Ο περιορισμός της λειτουργίας της καθιστά κάθε μελλοντική ανάπτυξη ρωσικών πολεμικών πλοίων ακριβότερη, δυσκολότερη και περισσότερο εξαρτημένη από πολιτικές συμφωνίες με τρίτες χώρες.

Η λύση της Λιβύης δεν είναι εύκολη

Η Μόσχα επιχειρεί πλέον να μεταφέρει μέρος του στρατηγικού της βάρους στη Λιβύη. Η Telegraph αναφέρει σχέδια χρηματοδότησης έργων σε έξι λιβυκές αεροπορικές βάσεις, καθώς και προσπάθεια ενίσχυσης της ρωσικής ναυτικής παρουσίας στο Τομπρούκ.

Η Λιβύη, ωστόσο, δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει τη Συρία.

Η χώρα παραμένει πολιτικά διαιρεμένη, δεν διαθέτει το ίδιο σταθερό νομικό και στρατιωτικό πλαίσιο, ενώ μια ρωσική βάση στο Τομπρούκ θα προκαλούσε ισχυρές αντιδράσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρωπαϊκή Ένωση και χώρες της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Επιπλέον, η γεωγραφική θέση της Ταρτούς προσέφερε στη Ρωσία άμεση πρόσβαση στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή. Η Λιβύη προσφέρει εγγύτητα στην κεντρική Μεσόγειο και στο Σαχέλ, όχι όμως τις ίδιες επιχειρησιακές δυνατότητες.

Πραγματικό αποτέλεσμα της δυτικής πίεσης

Το Βασιλικό Ναυτικό αφιέρωσε 21 ημέρες τον Ιούλιο στην παρακολούθηση ρωσικών πολεμικών και εμπορικών πλοίων, χρόνος αυξημένος κατά 25% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Βρετανικές πηγές συνδέουν ευθέως την αυξημένη δραστηριότητα με την αντιμετώπιση του «σκιώδους στόλου».

Το κενό στη Μεσόγειο αποτελεί, συνεπώς, την πρώτη απτή ένδειξη ότι η δυτική πίεση δεν προκαλεί μόνο οικονομικό κόστος. Παράγει και άμεσα επιχειρησιακά αποτελέσματα.

Η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει πυρηνική αποτροπή, ισχυρό υποβρύχιο στόλο και σημαντικές δυνατότητες στον Βορρά. Δεν μπορεί, όμως, να βρίσκεται παντού ταυτόχρονα.

Και για μια χώρα που διεκδικεί τον τίτλο της παγκόσμιας δύναμης, η απουσία από τη Μεσόγειο δεν αποτελεί απλή αναδιάταξη. Αποτελεί εμφανή στρατηγική υποχώρηση και απόδειξη ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία, ο «σκιώδης στόλος» και η απώλεια του καθεστώτος Άσαντ έχουν αρχίσει να εξαντλούν τα όρια της ρωσικής ναυτικής ισχύος.

Back to top button