breaking newsΔιεθνή

Εθνικό όπλο ήπιας ισχύος η ελληνική γλώσσα

Η ελληνική γλώσσα ως εθνικό όπλο ήπιας ισχύος ανέδειξε ο Γιώργος Κουμουτσάκος στο ΕΛΙΣΜΕ, συνδέοντας ευθέως την πολιτιστική διπλωματία με το συνολικό κεφάλαιο ισχύος της χώρας. Στην ομιλία του, ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO υποστήριξε ότι η Ελλάδα, αν και γεωστρατηγικά είναι μια μικρή ή μεσαία δύναμη, πολιτιστικά μπορεί να λειτουργεί ως υπερδύναμη, αρκεί να καταλάβει τι ακριβώς διαθέτει και πώς θα το αξιοποιήσει.

Ο κεντρικός άξονας της παρέμβασής του ήταν σαφής: η ελληνική γλώσσα δεν είναι απλώς ένα στοιχείο εθνικής υπερηφάνειας ή ένα πολιτιστικό κειμήλιο. Είναι εργαλείο ισχύος. Και μάλιστα εργαλείο με διεθνή εμβέλεια, που μπορεί να ενισχύσει τη θέση της χώρας πολύ πέρα από τα περιορισμένα μεγέθη της οικονομίας ή της στρατιωτικής της ισχύος.

Ο Κουμουτσάκος στάθηκε ιδιαίτερα στη διάκριση ανάμεσα στη σκληρή και την ήπια ισχύ, επιμένοντας ότι δεν πρόκειται για ανταγωνιστικά μεγέθη, αλλά για δύο στοιχεία που μαζί συγκροτούν το συνολικό εθνικό κεφάλαιο ισχύος. Σε μια περίοδο όπου, όπως είπε, το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από κυνισμό, αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου και επιστροφή των ωμών συσχετισμών δύναμης, η ήπια ισχύς δεν χάνει την αξία της. Το αντίθετο. Αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ιδίως για κράτη όπως η Ελλάδα, που δεν μπορούν να επιβληθούν διεθνώς μόνο με όρους σκληρής ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε ότι οι δύο βασικοί παράγοντες μέσω των οποίων η Ελλάδα μπορεί να προβάλλει πραγματική διεθνή ισχύ είναι ο πολιτισμός της και η ναυτιλία της. Και μέσα στον πυρήνα αυτού του πολιτιστικού κεφαλαίου τοποθέτησε την ελληνική γλώσσα, την οποία χαρακτήρισε στοιχείο με μοναδική ιστορική διαχρονία, επιδραστικότητα και παγκόσμια ακτινοβολία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην ομόφωνη απόφαση της UNESCO να ανακηρύξει την 9η Φεβρουαρίου, ημέρα θανάτου του Διονυσίου Σολωμού, ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας. Όπως εξήγησε, η απόφαση αυτή δεν ήταν ένα τυπικό πολιτιστικό γεγονός, αλλά ένα διπλωματικό επίτευγμα με ισχυρό γεωπολιτικό αποτύπωμα. Και αυτό γιατί, για πρώτη φορά, η αξία της ελληνικής γλώσσας αναγνωρίστηκε σε παγκόσμιο επίπεδο από τον καθ’ ύλην αρμόδιο διεθνή οργανισμό.

Ο ίδιος αποκάλυψε μάλιστα ότι η διαδρομή μέχρι την υιοθέτηση της απόφασης μόνο εύκολη δεν ήταν. Όπως είπε, υπήρξαν τρεις μεγάλες δυσκολίες. Η πρώτη ήταν να σπάσει το παγιωμένο κριτήριο ότι διεθνείς ημέρες για γλώσσες δικαιολογούνται μόνο για γλώσσες που μιλιούνται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Η δεύτερη ήταν να ξεπεραστεί η γενικευμένη επιφυλακτικότητα πολλών κρατών, κυρίως δυτικών, απέναντι στον πληθωρισμό διεθνών ημερών. Και η τρίτη, η πιο κρίσιμη, ήταν να εξασφαλιστεί ομοφωνία και όχι απλή πλειοψηφία, ώστε να μην υπάρχει ούτε σκιά αμφισβήτησης για την αξία της ελληνικής γλώσσας.

Σύμφωνα με τον Κουμουτσάκο, η μάχη δόθηκε κυριολεκτικά “πόρτα-πόρτα”, με συντονισμένες επαφές χώρα προς χώρα και αντιπροσωπεία προς αντιπροσωπεία. Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να καταθέσει την πρότασή της με 88 χώρες να τη συνυπογράφουν, αριθμός που χαρακτήρισε ιστορικό ρεκόρ. Αυτή η διπλωματική δυναμική, όπως εξήγησε, οδήγησε τελικά στην ομόφωνη έγκριση τόσο στο Εκτελεστικό Συμβούλιο όσο και στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO.

Σημαντική ήταν και η επισήμανσή του ότι η αναγνώριση αυτή δεν αφορά μόνο την αρχαία ελληνική, αλλά το σύνολο της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας. Εκεί εντόπισε και μια από τις μεγαλύτερες νίκες της προσπάθειας, καθώς απέτρεψε τον κίνδυνο να αντιμετωπιστεί η ελληνική ως “νεκρή” γλώσσα, αποκομμένη από τη σύγχρονη ζωντανή της συνέχεια.

Ο Κουμουτσάκος επέμεινε ακόμη ότι το κείμενο της απόφασης της UNESCO πρέπει να μπει στα σχολεία και να διδάσκεται συστηματικά, όχι μόνο για λόγους γνώσης αλλά και για λόγους εθνικής αυτοπεποίθησης. Όπως είπε, η υπερηφάνεια λειτουργεί ως κλειδί που ανοίγει τον δρόμο στη γνώση. Και ακριβώς γι’ αυτό, η ελληνική γλώσσα δεν πρέπει να παρουσιάζεται μόνο ως ένδοξο παρελθόν, αλλά ως ζωντανή πηγή ταυτότητας, συνέχειας και επιρροής.

Το συνολικό μήνυμα της ομιλίας ήταν καθαρό: η Ελλάδα έχει στα χέρια της ένα τεράστιο πολιτιστικό όπλο, αλλά το ερώτημα είναι αν θα αποφασίσει να το αξιοποιήσει στρατηγικά. Γιατί, όπως φάνηκε και από την παρέμβαση στο ΕΛΙΣΜΕ, η γλώσσα δεν είναι απλώς υπόθεση πολιτισμού. Είναι υπόθεση ισχύος.

Back to top button