breaking newsΆποψη

«Η Τουρκία είναι το νέο Ιράν». «Να ανακοπεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός πριν γίνει γεωγραφικός»

Ο Ισραηλινός αναλυτής γεωπολιτικής Σέι Γκαλ μιλά στη «δημοκρατία» για την τριμερή συμμαχία Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου, τον Ερντογάν και την κατοχή της βόρειας Κύπρου

Συνέντευξη στον Γιώργο Χαρβαλιά (Α’ Μέρος)

Ο Σέι Γκαλ (Shai Gal) ανήκει στο «νέο αίμα» των Ισραηλινών αναλυτών γεωπολιτικής και σε μια σχολή με αυξανόμενη επιρροή, που θεωρεί την τριμερή συμμαχία Ισραήλ – Ελλάδας – Κύπρου κλειδί για την ανάσχεση της τουρκικής απειλής στην ανατολική Μεσόγειο. Έχει εργαστεί για τα υπουργεία Άμυνας και Οικονομικών του Ισραήλ, υπήρξε σύμβουλος υπουργών και άλλων κυβερνητικών αξιωματούχων, ενώ υπηρέτησε και στην επίλεκτη μονάδα «8200» των IDF, μία από τις κορυφαίες παγκοσμίως στη διεξαγωγή σύγχρονου ηλεκτρονικού πολέμου, ανάλογη με την αμερικανική Νational Security Agency (NSA).

Προ ημερών ο κ. Γκαλ βρέθηκε στην Ελλάδα καλεσμένος για μία κλειστή διάλεξη σε επιλεγμένο ακροατήριο μελών και φίλων του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών (ΕΛΙΣΜΕ), που εξελίσσεται στο αντίπαλο δέος του εθνομηδενιστικού ΕΛΙΑΜΕΠ, υπό την ηγεσία του «αεικίνητου» αντιστράτηγου Ιωάννη Μπαλτζώη.

Οι απόψεις του Σέι Γκαλ για την Τουρκία και τον δομικό κίνδυνο που αυτή εκπροσωπεί ομολογουμένως κατέπληξαν, αφού σε πολλά θέματα υπήρξαν πιο προχωρημένες και από τις θέσεις των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου. Βεβαίως όλα αυτά ακούγονται πολύ ωραία στα ελληνικά αυτιά, αλλά οι διακρατικές συμπράξεις, ειδικά όταν παίρνουν μορφή «αμυντικής συμμαχίας», όπως αυτή που οραματίζεται ο Ισραηλινός αναλυτής, και αρκετοί που συμμερίζονται τις ιδέες του στις τρεις εμπλεκόμενες χώρες προϋποθέτουν, εκτός από το δικαίωμα επίκλησης σε περιόδους κρίσης, και υποχρεώσεις αμοιβαίας συνδρομής.

Σαφείς απαντήσεις

Το γεγονός αυτό, όπως ισχυρίζονται κάποιοι που αντιτίθενται στην ιδέα μιας στενότερης συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ, θα μπορούσε να παρασύρει τη χώρα μας σε μία εξ αντανακλάσεως σύγκρουση με την Τουρκία ή -ακόμη χειρότερα- σε εμπλοκή με τις πολεμικές περιπέτειες του εβραϊκού κράτους σε άλλα μέτωπα.

Στην προσπάθεια επίλυσης αυτής της περίπλοκης εξίσωσης η «δημοκρατία» ζήτησε από τον κ. Γκαλ να μας παραχωρήσει μία συνέντευξη, ακούγοντας τον προβληματισμό μας και εκθέτοντας τις απόψεις του έναντι της κριτικής την οποία δέχεται. Έμπειρος στη «δημοσιογραφική ανάκριση», ο Σέι Γκαλ έδωσε πρόθυμα ουσιώδεις και σαφείς απαντήσεις.

Είστε από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της τριμερούς στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας, Ισραήλ και Κύπρου υπό την αιγίδα των ΗΠΑ (3+1). Οι ενθουσιώδεις δηλώσεις σας σχετικά με την ανάγκη απελευθέρωσης του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου είναι πραγματικά εντυπωσιακές – ακόμη πιο προωθημένες από εκείνες της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης. Πιστεύετε ότι αυτή η τριμερής συνεργασία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα επίσημο αμυντικό σύμφωνο με δεσμευτικές «υποχρεώσεις αμοιβαίας συνδρομής» για τα μέλη του;

Ναι. Γιατί ένα αμυντικό σύμφωνο δεν πρέπει να επινοεί μια πραγματικότητα. Πρέπει να την αναγνωρίζει. Και αυτή η πραγματικότητα πλέον υπάρχει. Η Άγκυρα έχει συγχωνεύσει την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο, το Αιγαίο, τη Συρία, τη Λιβύη, τον Βόσπορο, τη Γάζα, την ενέργεια, τη μετανάστευση, τα drones, τη Χαμάς, τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ σε ένα ενιαίο σύστημα πίεσης. Αν η Τουρκία συνδέει νοητά τον χάρτη, τότε το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς.

Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ δεν χρειάζονται άλλες διακηρύξεις. Χρειάζονται ισχύ. Με τον χρόνο αυτή η ισχύς μπορεί να κωδικοποιηθεί σε ένα αμυντικό σύμφωνο. Προσέξτε: Αμοιβαία συνδρομή δεν σημαίνει αυτόματα πόλεμο. Σημαίνει αυτόματη ευθυγράμμιση: όρια ενεργοποίησης, διαβούλευση, αποτροπή και το τέλος της απομόνωσης ως τουρκικής μεθόδου επιβολής. Η Ελλάδα δεν πρέπει να παρασυρθεί στους πολέμους του Ισραήλ και το Ισραήλ δεν πρέπει να παρασυρθεί σε κάθε ελληνοτουρκικό επεισόδιο.

Οι σύμμαχοι δεν παραδίδουν την κρίση τους. Τη θωρακίζουν. Η Αμερική από την άλλη πλευρά πρέπει να παραμείνει κοντά. Αλλά δεν μπορεί να αποτελεί το θεμέλιο. Στην εποχή Τραμπ κανένα σοβαρό κράτος δεν εκχωρεί την κυριαρχία του στην ατζέντα της Ουάσινγκτον, στους υπολογισμούς της Τουρκίας ή σε πολιτικά παζάρια. Πρέπει να συνεργαζόμαστε με την Αμερική, όχι να σερνόμαστε πίσω της.

«Μια σοβαρή συμμαχία είναι εργαλείο αποτροπής πολέμου»

Συνειδητοποιείτε, ωστόσο, ότι το Ισραήλ είναι μια ενεργή στρατιωτική υπερδύναμη που αυτή τη στιγμή εμπλέκεται σε πολλαπλά ανοιχτά πολεμικά μέτωπα (Γάζα, Λίβανος, Συρία, Ιράν, Υεμένη), ενώ η Ελλάδα, παρότι αντιμετωπίζει μια ανοιχτή στρατιωτική απειλή, δεν έχει εμπλακεί σε εκτεταμένες πολεμικές περιπέτειες από το 1974. Είναι επομένως φυσικό ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης να αντιμετωπίζει με σημαντική επιφύλαξη τη «συμμαχία άμυνας» που προτείνετε, καθώς μια τέτοια συμμαχία θα δημιουργούσε υποχρεώσεις και για τις δύο πλευρές, και υπάρχει εύλογος φόβος ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να παρασυρθεί σε μια σύγκρουση με την Τουρκία «εξ αντανακλάσεως». Πώς σχολιάζετε αυτή την ανησυχία;

Η ανησυχία είναι απολύτως θεμιτή. Η Ελλάδα έχει αποφύγει τον πόλεμο από το 1974. Όμως η αποφυγή του πολέμου δεν είναι το ίδιο με την αποτροπή του πολέμου. Όταν η αυτοσυγκράτηση μετατρέπεται σε προβλεψιμότητα, η Άγκυρα τη διαβάζει σαν πράσινο φως για την επιθετικότητά της. Δεν μιλάμε ωστόσο για εμπλοκή της Ελλάδας στους πολέμους του Ισραήλ, αλλά για το τέλος μιας εποχής που η Τουρκία μπορούσε να «τεστάρει» τον καθένα μας ξεχωριστά. Μια σοβαρή συμμαχία δεν είναι μηχανισμός πρόκλησης πολέμου. Είναι εργαλείο αποτροπής. Και ο φόβος της Άγκυρας απέναντι σε μια τέτοια συμμαχία είναι δικαιολογημένος. Αυτό ακριβώς την καθιστά απαραίτητη. Η αποτροπή, δηλαδή, αρχίζει όταν η Τουρκία κατανοήσει ότι η Κύπρος, η Ελλάδα και το Ισραήλ δεν αποτελούν πλέον τρεις ξεχωριστές περιπτώσεις. Έτσι αποτρέπεται ο πόλεμος πριν καν προκληθεί.

«Η κατοχή της Κύπρου είναι ήδη ζήτημα για το Τελ Αβίβ»

Σε κάθε περίπτωση, οι θέσεις σας -ιδιαίτερα όσον αφορά την απελευθέρωση των κατεχόμενων εδαφών στην Κύπρο- δεν αποτελούν, τουλάχιστον προς το παρόν, επίσημες θέσεις της ισραηλινής κυβέρνησης. Πιστεύετε ότι αυτές οι ιδέες κερδίζουν έδαφος στην ισραηλινή πολιτική σκηνή ή στους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση της αμυντικής πολιτικής της χώρας σας;

Η τουρκική κατοχή της βόρειας Κύπρου αποτελεί ήδη ζήτημα για το Ισραήλ. Η Ιερουσαλήμ γνωρίζει καλά τι έχει μεταφέρει η Άγκυρα εκεί και σε τι απειλή θα μπορούσε να εξελιχθεί. Γιατί προσφέρει στρατηγικό βάθος, υποδομές drones, κάλυψη πληροφοριών, ναυτική επιρροή, σκιώδη χρηματοοικονομικά δίκτυα, δίκτυα της Χαμάς και ένα τουρκικό προπύργιο απέναντι στην περίμετρο ενεργειακής ασφάλειας του Ισραήλ. Για χρόνια το Ισραήλ αντιμετώπιζε τη βόρεια Κύπρο ως κυπριακό ή ελληνικό ζήτημα. Αυτή η ανάγνωση έχει τελειώσει.

Η Τουρκία έχει ενσωματώσει το κατεχόμενο βόρειο τμήμα σε μια ευρύτερη περίμετρο που συνδέει την Κύπρο, τη Συρία, τη Γάζα, τη ναυτική προβολή ισχύος και τους ενεργειακούς διαδρόμους. Πλέον αποτελεί μέρος του χάρτη ασφαλείας του Ισραήλ. Το Ισραήλ, ξέρετε, δεν ανακοινώνει τις κόκκινες γραμμές πριν αυτές ωριμάσουν. Προετοιμάζεται.

Τα σοβαρά κράτη προετοιμάζονται για τα όρια πριν αυτά ξεπεραστούν – και αυτό το είδαμε με την «Οργή του Ποσειδώνα». Η Άγκυρα, λοιπόν, θα πρέπει να μελετήσει πολύ προσεκτικά τα ισραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν τον Ιούνιο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026. Πριν και από τις δύο επιχειρήσεις, πολλοί υπέθεταν ότι το Ισραήλ δεν θα ενεργούσε. Πίστευαν ότι το κόστος ήταν πολύ υψηλό, η απόσταση υπερβολικά μεγάλη και ο κίνδυνος υπερβολικά συστημικός. Έκαναν λάθος. Όταν ένα εχθρικό σύστημα υπερβεί το όριο, το Ισραήλ αλλάζει την εξίσωση.

Ο Ισραηλινός αναλυτής γεωπολιτικής Σέι Γκαλ στην Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία

Ένας παράγοντας που ενισχύει τον ελληνικό σκεπτικισμό αφορά τις διακυμάνσεις στις τουρκοϊσραηλινές σχέσεις. Θα σας υπενθυμίσω ότι στο παλαιότερο σχέδιο A Clean Break: A New Strategy for Securing the Realm, που είχε συνταχθεί για τον Νετανιάχου, η Τουρκία -μαζί με την Ιορδανία- παρουσιαζόταν ως χώρα με την οποία συνίσταται στρατηγική σύγκλιση. Τι έχει αλλάξει από τότε;

Τι άλλαξε; Το Ισραήλ έμαθε την Τουρκία. Το A Clean Break παρερμήνευσε την Τουρκία της δεκαετίας του 1990 ως έναν κοσμικό (μη θεοκρατικό) σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Αλλά το σπουδαιότερο λάθος ήταν η πεποίθηση ότι το τουρκικό πρόβλημα ήταν μόνο ισλαμιστικό. Δεν είναι. Στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στους Κούρδους, στη Συρία, στο Ισραήλ και στην τουρκική πρωτοκαθεδρία, ισλαμιστές και κεμαλιστές συχνά διαφέρουν στη γλώσσα, όχι στο τι οραματίζονται και επιδιώκουν. Ο ένας λέει «αυτοκρατορία». Ο άλλος λέει «Ευρώπη». Και οι δύο όμως υπερασπίζονται την ίδια περίμετρο. Ο Ερντογάν δεν επινόησε αυτό το ανακλαστικό. Απλώς το απογύμνωσε από την ευγένεια. Φιλοξενεί τη Χαμάς, εργαλειοποιεί τη Γάζα, ασκεί πίεση στην Ελλάδα και την Κύπρο, παρεμβαίνει στη Συρία και τη Λιβύη, διαπραγματεύεται με τη Ρωσία και κρύβει τον αναθεωρητισμό μέσα στο ΝΑΤΟ. Η αυταπάτη όμως πέθανε. Η Τουρκία δεν είναι πλέον εταίρος σύγκλισης. Είναι ένα σύστημα καταναγκασμού.

«Αν η Άγκυρα περάσει στην επιχειρησιακή απειλή, το Ισραήλ θα δράσει»

Τα σήματα παραμένουν αντιφατικά. Πώς μπορεί η Ελλάδα να εμπιστευτεί το Ισραήλ, όταν το τελευταίο συνέβαλε, έστω και έμμεσα, στην άνοδο του τζιχαντιστή Τζολάνι στην εξουσία στη Συρία και επίσης παρείχε στρατιωτική υποστήριξη στο Αζερμπαϊτζάν κατά την πρόσφατη σύγκρουση με την Αρμενία στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ;

Δεν αποδέχομαι αυτόν τον ισχυρισμό. Το Ισραήλ δεν μπορεί να απολογείται για την πτώση του Άσαντ ή για την απομάκρυνση του Ιράν και της Χεζμπολάχ από τη Συρία. Αυτό δεν ήταν λάθος. Ήταν διόρθωση. Ο Τζολάνι δεν είναι εταίρος. Ένας τζιχαντιστής με κοστούμι παραμένει τζιχαντιστής. Αν η Συρία μετατραπεί σε τουρκικό, ιρανικό ή τζιχαντιστικό προπύργιο, το Ισραήλ θα αναλάβει δράση. Όσον αφορά το Αζερμπαϊτζάν, το Μπακού δεν είναι η Άγκυρα. Το Αζερμπαϊτζάν είναι στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ. Το Ισραήλ δεν επιτρέπει στην Άγκυρα να καθορίζει τις συμμαχίες του, και τα σοβαρά κράτη δεν εγκαταλείπουν τους εταίρους τους επειδή αλλάζουν οι ισορροπίες στον χάρτη. Γιατί η εμπιστοσύνη δεν οικοδομείται πάνω στο συναίσθημα. Οικοδομείται πάνω στη σαφήνεια. Και η σαφήνεια είναι η εξής: η περίμετρος της Άγκυρας επεκτείνεται – Συρία, Κύπρος, Καύκασος, Γάζα, θαλάσσιες περιοχές. Το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν χρειάζεται να απολογούνται μεταξύ τους. Αντίθετα χρειάζονται αντίστοιχη στρατηγική αρχιτεκτονική.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η Τουρκία σήμερα συνιστά μια «εχθρική δύναμη» για το Ισραήλ. Τι επίπεδο στρατιωτικής απειλής θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει; Πιστεύετε ότι θα μπορούσε πραγματικά να εξελιχθεί σε ένα νέο Ιράν; Θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε σημείο άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης στο εγγύς μέλλον; Και θα μπορούσε αυτό ενδεχομένως να αποτελέσει ευκαιρία για την Ελλάδα;

Η Τουρκία είναι το νέο Ιράν. Όχι ως πιστό αντίγραφο, αλλά ως μέθοδος άσκησης γεωπολιτικής επιρροής: πίεση, πληρεξούσιοι, πύραυλοι, drones, Χαμάς, στρατηγικό βάθος και ιδεολογικός πόλεμος, αυτή τη φορά όμως με κάλυψη του ΝΑΤΟ, πρόσβαση στην Ευρώπη και ισχυρότερη βιομηχανική βάση. Το Ιράν έχτισε έναν άξονα έξω από το δυτικό σύστημα. Η Τουρκία χτίζει έναν από μέσα. Μια δομή διοίκησης της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη δεν αποτελεί συστατικό του ΝΑΤΟ. Το Άρθρο 5 δεν γράφτηκε για να προστατεύει τη Χαμάς. Αν το τουρκικό έδαφος μετατραπεί σε επιχειρησιακό καταφύγιο δυνάμεων εχθρικών προς το Ισραήλ, δεν θα περάσει απαρατήρητο. Το ΝΑΤΟ δεν δίνει ασυλία στην τρομοκρατία.

Επομένως μία άμεση σύγκρουση δεν θεωρείται πλέον αδιανόητη. Αν η Άγκυρα περάσει από την ατμόσφαιρα εχθρότητας στην επιχειρησιακή απειλή, το Ισραήλ θα αναλάβει δράση. Για την Ελλάδα, αυτό δεν αποτελεί ευκαιρία για πόλεμο. Αποτελεί ευκαιρία για ηγεσία. Η Ελλάδα μπορεί να εξελιχθεί σε πυλώνα της νότιας δημοκρατικής γραμμής – το κράτος που κατανόησε την τουρκική περίμετρο προτού οι άλλοι τολμήσουν καν να την κατονομάσουν.

Στο Β’ Μέρος: Τι λέει για το νομοσχέδιο Ερντογάν για το Αιγαίο, την πυρηνική απειλή του Ακούγιου και την κριτική στις πολεμικές μεθόδους του Ισραήλ.

Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξής του στη «δημοκρατία» ο Ισραηλινός αναλυτής γεωπολιτικής Σέι Γκαλ αναλύει όσα προσπαθεί να επιδιώξει ο «σουλτάνος» με τη «Γαλάζια Πατρίδα»

Συνέντευξη στον Γιώργο Χαρβαλιά (Β’ Μέρος)

Παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον την ομιλία σας στο EΛΙΣΜΕ, όπου δώσατε ιδιαίτερη έμφαση στον πυρηνικό σταθμό του Ακούγιου, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να αποτελέσει μια πιθανή ρωσική στρατιωτική απειλή η οποία δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή ούτε από τη Δύση (ΝΑΤΟ), δεδομένου ότι η εγκατάσταση βρίσκεται υπό ρωσικό έλεγχο. Ποια είναι η βάση αυτού του ισχυρισμού;

Η βάση δεν είναι η υποψία. Είναι η δομή του συγκεκριμένου εγχειρήματος. Το Ακούγιου βασίζεται στο μοντέλο της Rosatom «κατασκευή-ιδιοκτησία-λειτουργία» (build-own-operate): ρωσικό κεφάλαιο, ιδιοκτησία, καύσιμα, επιχειρησιακός έλεγχος και μοχλοί επιρροής πάνω σε τουρκικό έδαφος, εντός του ΝΑΤΟ, στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου. Αυτό δεν είναι βοήθεια. Είναι στρατηγική εγκατάσταση.

Ο Ερντογάν έχει ήδη απειλήσει την Αθήνα με πυραύλους. Η Τουρκία αναπτύσσει βαλλιστικές δυνατότητες. Προσθέστε ρωσικές πυρηνικές υποδομές, καταφύγιο για τη Χαμάς και στρατηγική φιλοδοξία, και το όριο παύει πλέον να είναι θεωρητικό.

Το Ιράν έκρυψε τον εμπλουτισμό, τους πυραύλους και τα δίκτυα πίσω από τη γλώσσα των δικαιωμάτων. Το Ισραήλ διάβασε σωστά το όριο. Όταν αυτό ξεπεράστηκε, το προστατευτικό πέπλο δέχθηκε πλήγμα. Η Άγκυρα, ξαναλέω, θα πρέπει να μελετήσει αυτό το μάθημα. Μια πυρηνική Τουρκία δεν θα ήταν μια «κανονική» Τουρκία με αντιδραστήρες. Θα ήταν ένα Ιράν με κάλυψη του ΝΑΤΟ, πρόσβαση στην Ευρώπη και καλύτερη γεωγραφική θέση.

Στην Ελλάδα ασφαλώς δεν υπάρχει παραδοσιακός αντισημιτισμός, και αυτό φάνηκε στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Αντιθέτως, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι μεταπολεμικά ο μέσος Έλληνας αισθάνεται πιο κοντά στον ισραηλινό λαό παρά στους Άραβες. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει αυξανόμενη δυσφορία στην ελληνική κοινή γνώμη σχετικά με τις μεθόδους ολοκληρωτικού πολέμου που έχει υιοθετήσει η χώρα σας, με παράπλευρες απώλειες αμάχων. Πιστεύετε ότι το Ισραήλ έχει υποστεί μια καθοριστική ήττα στη μάχη των εντυπώσεων, αποτυγχάνοντας να αποδείξει ότι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης στη Γάζα -και ακόμη περισσότερο στον Λίβανο- διεξάγονται στο πλαίσιο ενός «δίκαιου πολέμου»;

Το έχω πει αυτό και στο Ισραήλ: Η κριτική προς το Ισραήλ δεν είναι αντισημιτισμός. Οι φίλοι μπορούν να θέτουν δύσκολα ερωτήματα. Και οφείλουν να το κάνουν.

Όμως απορρίπτω τον όρο «ολοκληρωτικός πόλεμος». Το Ισραήλ δεν βρίσκεται σε πόλεμο με πληθυσμούς. Πολεμά εχθρούς που έχουν στρατιωτικοποιήσει την ίδια την πολιτική ζωή των αμάχων. Η Χαμάς στη Γάζα και η Χεζμπολάχ στον Λίβανο δεν κρύβονται απλώς ανάμεσα στους αμάχους. Μετατρέπουν τους τόπους κατοικίας των αμάχων σε πεδίο μάχης. Κατοικίες, σήραγγες, σχολεία, τζαμιά, χωριά, εκτοξευτές, κέντρα διοίκησης – ένα ενιαίο πεδίο μάχης. Αυτή είναι η στρατηγική τους.

Η ηθική ασυμμετρία είναι σαφής. Το Ισραήλ πολεμά για να προστατεύσει τους πολίτες του, κρατώντας όσους δεν εμπλέκονται εκτός στόχου. Η Χαμάς και η Χεζμπολάχ πολεμούν πίσω από τους δικούς τους αμάχους, ενώ στοχοποιούν τους δικούς μας. Όταν αποτυγχάνουν στρατιωτικά, επιδιώκουν τη νίκη σε επίπεδο εντυπώσεων: θύματα, ερείπια, αγανάκτηση. Το Ισραήλ φέρει ένα βαρύ φορτίο επειδή είναι κράτος, όχι πολιτοφυλακή. Και έχει πληρώσει βαρύ τίμημα στο επίπεδο της προσλαμβάνουσας παράστασης. Η Γάζα και ο Λίβανος συχνά έγιναν πρώτα εικόνα και μετά επιχειρήματα.

Όμως η αποτυχία στη μάχη των εντυπώσεων δεν ισοδυναμεί με ηθική ήττα. Ένας δίκαιος πόλεμος δεν είναι κατ’ ανάγκην καθαρός πόλεμος. Δεν υπάρχει καθαρός πόλεμος απέναντι σε εχθρούς που κρύβουν τον πόλεμο μέσα στην πολιτική ζωή των αμάχων.

Η ελληνοϊσραηλινή στρατιωτική συνεργασία έχει προχωρήσει σημαντικά. Υπάρχουν περαιτέρω βήματα που θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς «εξωτερικές συνέπειες», όπως η παραχώρηση πεδίων βολής στην Ελλάδα για ισραηλινή χρήση, και, αντίστοιχα, η δυνατότητα ανεφοδιασμού ελληνικών μαχητικών που περιπολούν στην ανατολική Μεσόγειο σε ισραηλινές βάσεις;

Το επόμενο βήμα δεν είναι οι βάσεις. Είναι η πρόσβαση. Η Ελλάδα δεν είναι ισραηλινή βάση και το Ισραήλ δεν είναι ελληνική βάση. Κυρίαρχοι σύμμαχοι δεν ανταλλάσσουν έδαφος. Δημιουργούν εμβέλεια. Πεδία βολής, εναέριος χώρος, ανεφοδιασμός, έκτακτες προσγειώσεις, ναυτική υποστήριξη και προστασία υποθαλάσσιων υποδομών δεν είναι απλά χειρονομίες. Είναι υποδομές αποτροπής.

Το Ισραήλ εκπαιδεύτηκε στην Ελλάδα τους μήνες πριν από τον πόλεμο με το Ιράν. Αυτό το γεγονός έχει σημασία. Η ελληνική γεωγραφία, οι ισραηλινές δυνατότητες και η επιχειρησιακή εμπιστοσύνη συνδυάστηκαν απέναντι σε μια μακρινή, σύνθετη και επικίνδυνη απειλή. Τα σοβαρά κράτη δεν αυτοσχεδιάζουν την ημέρα που ξεσπά η φωτιά. Προετοιμάζονται γι’ αυτήν.

Θα υπάρξουν εξωτερικές συνέπειες; Φυσικά. Η πραγματική ισχύς έχει αντίκτυπο. Η Άγκυρα θα αντιταχθεί σε κάθε σοβαρή ελληνοϊσραηλινή επιχειρησιακή συνεργασία. Αυτό δεν αποτελεί λόγο για να σταματήσει. Συχνά είναι η απόδειξη ότι η αποτροπή αρχίζει να λειτουργεί. Ο σκοπός είναι μια ανατολική Μεσόγειος όπου αεροσκάφη, λιμάνια, καλώδια, πλατφόρμες και θαλάσσιοι διάδρομοι προστατεύονται από κράτη που γνωρίζουν πώς να ενεργούν μαζί.

«Η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι μια αρχιτεκτονική ελέγχου»

Πείτε μου όμως, αυτό το τελευταίο πώς θα εξυπηρετηθεί αφού η Τουρκία ετοιμάζει δικό της «νόμο» για να κάνει το Αιγαίο θάλασσα ειδικού επιχειρησιακού καθεστώτος, όπου κάθε δραστηριότητα θα προϋποθέτει τη δική της άδεια;

Προσέξτε: Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι ναυτικό δόγμα. Είναι μια αρχιτεκτονική ελέγχου. Η Άγκυρα παρουσιάζει τη «θαλάσσια ζώνη ειδικού καθεστώτος» ως Δίκαιο. Είναι ο «Νόμος της Περιμέτρου»: παράνομη χαρτογραφία που μετατρέπεται σε διοικητική εξουσία και αυτή η εξουσία σε εντολές που εκτείνονται στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο.

Ένα κράτος εκτός της UNCLOS δεν μπορεί να νομοθετεί για τις θάλασσες. Δεν γίνεται η Τουρκία από τη μία να απορρίπτει το Δίκαιο της Θάλασσας και έπειτα να επιβάλλει ένα θαλάσσιο καθεστώς κατασκευασμένο από την ίδια, στην Ευρώπη, στο ΝΑΤΟ και στους γείτονές της. Το Αιγαίο δεν είναι τουρκικός διοικητικός χώρος. Η ανατολική Μεσόγειος δεν είναι παράρτημα της Άγκυρας. Ούτε η Μαύρη Θάλασσα. Δεν είναι δυνατόν κάθε θάλασσα γύρω από την Τουρκία να είναι σε τουρκική ζώνη διοίκησης.

Μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το κόστος δεν ήταν αρκετά υψηλό. Η Άγκυρα έμαθε ότι η παράνομη χαρτογραφία μπορούσε να επιβιώσει. Τώρα θέλει αυτή η χαρτογραφία να κυβερνά. Αυτό δεν είναι ελληνικό ζήτημα. Είναι μια ευρωπαϊκή, νατοϊκή και διεθνής δοκιμασία: αν ένα κράτος μπορεί να «ξεπλύνει» την αυθαίρετη θαλάσσια οριοθέτηση μέσω εσωτερικής νομοθεσίας και στη συνέχεια να αποστείλει πλοία για να την επιβάλει, θα ήταν σαν ο κόσμος ολόκληρος να υπαγόταν στο Κοινοβούλιο της Άγκυρας.

Απέναντι στον «Νόμο της Περιμέτρου» η απάντηση δεν είναι η διαμαρτυρία. Είναι μια αντίθετη περίμετρος που η Τουρκία δεν έχει ακόμη συναντήσει: νομική, ναυτική, διπλωματική, οικονομική – και επιχειρησιακή. Αν η Τουρκία επιχειρήσει να μεταφέρει τις μεγαλοϊδεατικές φαντασιώσεις της στη θάλασσα, θα πρέπει να μη βρει απέναντι μία επιστολή διαμαρτυρίας, αλλά πραγματικό κόστος. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός πρέπει να ανακοπεί προτού μετατραπεί σε γεωγραφία.

«Επικίνδυνη φράση ο όρος ισραηλινός εποικισμός της Κύπρου»

Θα ήθελα και ένα σχόλιο για αυτό που ερμηνεύεται ως «ισραηλινός εποικισμός της Κύπρου», κάτι που έχει προκαλέσει αντιδράσεις -υπερβολικές κατά τη γνώμη μου- κυρίως από την Αριστερά, αλλά και από φωνές της Άκρας Δεξιάς.

Η Κύπρος έχει κάθε δικαίωμα να ρυθμίζει τις ξένες επενδύσεις, τις αγορές γης, τη διαφάνεια και τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Αυτό είναι κυριαρχία. Το Ισραήλ οφείλει να το σέβεται και οι Ισραηλινοί πρέπει να υπακούν στην κυπριακή νομοθεσία. Όμως ο όρος «ισραηλινός εποικισμός» είναι μια λανθασμένη και επικίνδυνη φράση. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα εποικισμού σήμερα στην Κύπρο και αυτό εδραιώνεται από την τουρκική στρατιωτική παρουσία στον κατεχόμενο Βορρά.

Αν ένας Ισραηλινός παραβιάζει τη νομοθεσία περί ιδιοκτησίας, να διωχθεί. Αν ξένα κεφάλαια αλλοιώνουν τις τοπικές κοινότητες, να ρυθμιστούν. Όμως μη μετατρέπετε απλές εβραϊκές οικογένειες, επενδυτές ή κοινότητες στην Κυπριακή Δημοκρατία σε εργαλεία θεωριών συνωμοσίας. Αυτή η γλώσσα δεν προστατεύει την Κύπρο. Εξυπηρετεί την κατοχή, αποσπώντας την προσοχή από αυτήν.

Ο πραγματικός εποικισμός της Κύπρου δεν είναι το ισραηλινό κεφάλαιο στη Λεμεσό ή στην Πάφο. Είναι η τουρκική ισχύς στην Κερύνεια, στην Αμμόχωστο και την κατεχόμενη Λευκωσία.

Τέλος, μιλήστε μου για τις προσωπικές σας φιλοδοξίες. Έχετε υπηρετήσει ως σύμβουλος ισραηλινών κυβερνήσεων και κρατικών φορέων. Ασχολείστε ενεργά με στρατηγικά ζητήματα, προωθώντας θέσεις που στηρίζουν τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Βλέπετε τον εαυτό σας να εμπλέκεται στην πολιτική ή να αναλαμβάνει κάποιον άλλον κυβερνητικό ρόλο στο μέλλον;

Πρώτα απ’ όλα, θα το διατύπωνα διαφορετικά. Δεν προωθώ τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα ως μια ξένη υπόθεση. Βλέπω μια βαθιά στρατηγική σύγκλιση ανάμεσα στα συμφέροντα του Ισραήλ, της Ελλάδας, της Κύπρου και της Ευρώπης. Μια ισχυρότερη Ελλάδα, μια κυρίαρχη Κύπρος, μια ασφαλέστερη Ευρώπη και ένα πιο ασφαλές Ισραήλ δεν είναι ξεχωριστοί στόχοι. Είναι μέρη της ίδιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

Το Ισραήλ δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά είναι ήδη μέρος της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η Κύπρος και η Ελλάδα είναι το σημείο όπου το Ισραήλ συναντά την Ευρώπη – όχι ως τουριστική αφετηρία, όχι ως περιστασιακός εταίρος, αλλά ως κράτος που μοιράζεται το ίδιο περιβάλλον απειλών, τους ίδιους θαλάσσιους διαδρόμους, τις ίδιες υποδομές και το ίδιο βασικό ερώτημα: αν οι κυρίαρχες Δημοκρατίες μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους πριν άλλοι καθορίσουν τα όρια της ισχύος τους.

Όταν η Τουρκία ασκεί πίεση στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στην ενέργεια, στις υποδομές, στα σύνορα και στην ιστορική μνήμη, αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό πρόβλημα. Είναι ευρωπαϊκό πρόβλημα. Υπό αυτή την έννοια, το Ισραήλ δεν βρίσκεται εκτός της ευρωπαϊκής απάντησης. Είναι μέρος της.

Όσο για εμένα, δεν συγχέω το αξίωμα με την προσφορά. Τα αξιώματα έρχονται και παρέρχονται. Η ευθύνη παραμένει.

Έχω υπηρετήσει το κράτος του Ισραήλ στο παρελθόν, στην κυβέρνηση, στους δημόσιους θεσμούς και στον αμυντικό χώρο. Συνεχίζω να το κάνω και σήμερα με διαφορετικό τρόπο.

Είναι η πολιτική ή ένας μελλοντικός κυβερνητικός ρόλος στο τραπέζι; Δεν κυνηγώ αξιώματα, αλλά ούτε θεωρώ την κρατική υπηρεσία ξένη προς τη ζωή μου. Αν κάποια ημέρα προκύψει ένα σοβαρό κάλεσμα για προσφορά, θα το αντιμετωπίσω ως τέτοιο: όχι ως προσωπική ευκαιρία, αλλά ως εθνικό καθήκον.

Προς το παρόν η φιλοδοξία μου είναι απλούστερη και δυσκολότερη: να βοηθήσω το Ισραήλ, την Ελλάδα, την Κύπρο και την Ευρώπη να σκεφτούν ως κυρίαρχες δυνάμεις πριν τις αναγκάσει η Ιστορία.

ΠΗΓΗ:Δημοσιεύεται στη «δημοκρατία»

onisilos.

Back to top button