Σφοδρή απάντηση στον καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου Θανάση Διαμαντόπουλο έδωσε ο Σάββας Καλεντερίδης, μετά τις πρωτοφανείς καταγγελίες που διατύπωσε ο πρώτος από τη συχνότητα της ΕΡΤ για υποτιθέμενα μαζικά εγκλήματα του Ελληνικού Στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Ο κ. Διαμαντόπουλος, μιλώντας στην εκπομπή «Newsroom» κατά τη διάρκεια της μετάδοσης της γαλλικής στρατιωτικής παρέλασης, κάλεσε την ελληνική Πολιτεία να αναγνωρίσει επισήμως «τα εγκλήματα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία». Έφτασε μάλιστα στο σημείο να μιλήσει για μαζικούς βιασμούς μουσουλμανίδων και για κατασκευή κομπολογιών από τις θηλές βιασμένων και δολοφονημένων γυναικών, ισχυριζόμενος ότι τέτοιες πράξεις πραγματοποιούνταν με την ανοχή αξιωματικών.
Τις δηλώσεις ανέδειξε με ιδιαίτερα αιχμηρό άρθρο του στη «Δημοκρατία» ο Παναγιώτης Λιάκος. Ο αρθρογράφος καυτηρίασε τόσο τις καταγγελίες του καθηγητή όσο και την αντίδραση του παρουσιαστή Γιώργου Σιαδήμα, ο οποίος απέφυγε να απαντήσει επί της ουσίας και επέλεξε να στρέψει τη συζήτηση πίσω στο πρόγραμμα της γαλλικής παρέλασης.
Ο Παναγιώτης Λιάκος έθεσε παράλληλα ζήτημα για τον ρόλο της δημόσιας τηλεόρασης, υπογραμμίζοντας ότι μια τόσο βαριά κατηγορία εναντίον του Ελληνικού Στρατού μεταδόθηκε χωρίς αντίλογο και χωρίς καμία υπεράσπιση των στρατιωτών που έπεσαν στη Μικρά Ασία, πολεμώντας για την προστασία των ελληνικών πληθυσμών.
«Ελευθερία του λόγου, αλλά και υποχρέωση απάντησης»
Ο Σάββας Καλεντερίδης ξεκαθάρισε εξαρχής ότι σέβεται απολύτως την ακαδημαϊκή ελευθερία και το δικαίωμα κάθε πολίτη να εκφράζει τη γνώμη του. Υπογράμμισε, όμως, ότι η ελευθερία του λόγου δεν σημαίνει πως οι απόψεις –τεκμηριωμένες, μερικώς τεκμηριωμένες ή εντελώς ατεκμηρίωτες– πρέπει να μένουν αναπάντητες.
«Η κοινωνία οφείλει να δίνει απαντήσεις», σημείωσε, εξηγώντας ότι οι δηλώσεις του καθηγητή απαιτούν ιστορικό έλεγχο και όχι παθητική αποδοχή λόγω της ακαδημαϊκής ιδιότητας εκείνου που τις διατυπώνει.
Ο Καλεντερίδης δεν υποστήριξε ότι σε έναν πόλεμο είναι αδύνατον να σημειωθούν βιαιότητες ή μεμονωμένα εγκλήματα. Αντιθέτως, αναγνώρισε ότι τέτοιες πράξεις μπορεί να συμβούν, επισημαίνοντας όμως την κρίσιμη διαφορά ανάμεσα σε ένα μεμονωμένο έγκλημα και σε μια οργανωμένη πολιτική του κράτους ή της στρατιωτικής διοίκησης.
Ανέφερε, μάλιστα, περιπτώσεις Ευζώνων οι οποίοι, σύμφωνα με στοιχεία που έχει μελετήσει, οδηγήθηκαν σε στρατοδικείο και εκτελέστηκαν για παράνομες πράξεις στη Μικρά Ασία. Αυτό, όπως τόνισε, δείχνει ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν αποτελούσαν επίσημη γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης ή του Ελληνικού Στρατού, αλλά διώκονταν και τιμωρούνταν.
Τι πραγματικά αναφέρει το άρθρο 59
Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος επικαλέστηκε το άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάννης ως απόδειξη ότι η Ελλάδα είχε αναγνωρίσει εγκλήματα του στρατού της στη Μικρά Ασία.
Ο Σάββας Καλεντερίδης αντέτεινε ότι το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται γενικά στην υποχρέωση της Ελλάδας να επανορθώσει ζημιές που προκλήθηκαν στην Ανατολία από πράξεις του Ελληνικού Στρατού ή της ελληνικής διοίκησης, οι οποίες ήταν αντίθετες προς τους νόμους του πολέμου. Δεν περιγράφει, όμως, ούτε κατονομάζει τις φρικιαστικές πράξεις που παρουσίασε ως δεδομένες ο καθηγητής.
Παράλληλα, το ίδιο άρθρο ορίζει ότι η Τουρκία, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας μετά τον πόλεμο, παραιτούνταν οριστικά από κάθε απαίτηση επανορθώσεων σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης.
Ο Καλεντερίδης παρουσίασε και το ιστορικό πλαίσιο της σχετικής διάταξης, επικαλούμενος παλαιότερη ανάλυση του Άγγελου Συρίγου. Πριν από τη Διάσκεψη της Λωζάννης, η Τουρκία, ως νικήτρια του πολέμου του 1919-1922, απαιτούσε από την Ελλάδα τέσσερα δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα και τον μισό ελληνικό στόλο.
Οι διαπραγματεύσεις είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Τελικά, η τουρκική πλευρά παραιτήθηκε από τις οικονομικές απαιτήσεις της, ενώ η Ελλάδα παραχώρησε το Καραγάτς, προάστιο της Αδριανούπολης, μαζί με δύο γειτονικά χωριά. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσίασε ο Καλεντερίδης, η διάταξη για τις ζημιές εντάχθηκε σε αυτόν τον σκληρό μεταπολεμικό συμβιβασμό και δεν συνιστούσε αναγνώριση των συγκεκριμένων εγκλημάτων που περιέγραψε ο κ. Διαμαντόπουλος.
«Να διαβάζουμε καλά τις συμβάσεις και όχι μόνο εκείνες που βολεύουν το τουρκικό αφήγημα», ήταν το μήνυμα του Καλεντερίδη προς τον καθηγητή.
Οι δηλώσεις έγιναν αμέσως «σημαία» στην Τουρκία
Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Σάββας Καλεντερίδης στη χρονική στιγμή κατά την οποία διατυπώθηκαν οι καταγγελίες. Όπως ανέφερε, ήρθαν μετά από ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με καταγγελίες για βιασμούς από την τουρκική πλευρά.
Οι δηλώσεις αναπαράχθηκαν αμέσως από το CNN Türk και άλλα τουρκικά μέσα, με την Άγκυρα να τις παρουσιάζει περίπου ως ελληνική παραδοχή εγκλημάτων. Ο Καλεντερίδης διευκρίνισε ότι δεν αποδίδει στον καθηγητή πρόθεση να υπηρετήσει την τουρκική προπαγάνδα. Τόνισε, όμως, ότι το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς αυτό: οι ισχυρισμοί του μετατράπηκαν σε εργαλείο συμψηφισμού και εξίσωσης.
Υπενθύμισε, επίσης, ότι η Τουρκία είχε επικαλεστεί το άρθρο 59 και το 2020, όταν δεχόταν πιέσεις λόγω των ανακοινώσεων για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Κατά τον Καλεντερίδη, η Άγκυρα επανέρχεται συστηματικά σε παλαιές συνθήκες, επιχειρώντας να τις ερμηνεύσει με τρόπο που ενισχύει τις σημερινές διεκδικήσεις της – από την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μέχρι τα χερσαία σύνορα στον Έβρο.
Η Συνθήκη των Σεβρών που αποσιωπήθηκε
Ο Σάββας Καλεντερίδης έθεσε και το κρίσιμο ερώτημα: γιατί ο Θανάσης Διαμαντόπουλος επικαλέστηκε το άρθρο 59 της Λωζάννης, αλλά δεν αναφέρθηκε στα άρθρα 142, 144 και 226 της Συνθήκης των Σεβρών;
Όπως εξήγησε, τα συγκεκριμένα άρθρα κατέγραφαν τις σφαγές, τους εκτοπισμούς, τις απαγωγές και τους βίαιους εξισλαμισμούς που είχαν υποστεί οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Προέβλεπαν ακόμη την παράδοση στις συμμαχικές δυνάμεις προσώπων που κατηγορούνταν για σφαγές και παραβιάσεις των νόμων του πολέμου.
Οι σχετικές διατυπώσεις, τόνισε, δεν αποτελούσαν ελληνικές θέσεις αλλά θέσεις των νικητριών συμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν καταγράψει επισήμως το καθεστώς τρομοκρατίας και τις διώξεις σε βάρος Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων.
Η πρόκληση του Καλεντερίδη
Ο Σάββας Καλεντερίδης έκλεισε την απάντησή του με μια ξεκάθαρη πρόκληση προς τον καθηγητή:
Να ερευνήσει τα αρχεία και να παρουσιάσει έστω μία επίσημη διαταγή ή ένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η ελληνική κυβέρνηση ή η στρατιωτική διοίκηση είχε δώσει εντολή για μαζικούς βιασμούς, δολοφονίες ή τις άλλες φρικαλεότητες που περιέγραψε.
Εάν βρεθεί ένα τέτοιο ντοκουμέντο, δήλωσε ότι θα το παρουσιάσει ο ίδιος, θα ζητήσει να διερευνηθεί και θα ενώσει τη φωνή του με όσους απαιτούν την αναγνώριση και τη συγγνώμη.
Μέχρι τότε, όμως, άλλο πράγμα αποτελεί η διερεύνηση πιθανών μεμονωμένων εγκλημάτων και εντελώς διαφορετικό η απόδοση μιας οργανωμένης εγκληματικής πολιτικής στον Ελληνικό Στρατό. Η ιστορική αυτοκριτική προϋποθέτει έγγραφα, διαταγές και αποδείξεις. Δεν μπορεί να στηρίζεται σε συγκλονιστικές αφηγήσεις που παρουσιάζονται ως δεδομένα και, μέσα σε λίγες ώρες, μετατρέπονται σε όπλο της τουρκικής προπαγάνδας.