breaking newsΔιεθνή

Προκλητική ανάλυση από τον Τζεμ Γκιουρντενίζ για Ελλάδα – Το τεχνητό «Ανάχωμα» της Δύσης και η γεωπολιτική της ψευδαίσθησης

Η γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου Πελάγους παραμένει διαχρονικά εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο εντάσεων, εξοπλιστικών ανταγωνισμών και ρητορικών εξάρσεων. Ενώ οι διπλωμάτες αναζητούν διαύλους επικοινωνίας και οι κοινωνίες μοιράζονται κοινά πολιτισμικά στοιχεία, το βαθύ κράτος της Άγκυρας συνεχίζει να διαμορφώνει μια σκληρή θεωρητική βάση που αμφισβητεί εκ θεμελίων την ιστορική και νομική υπόσταση της Ελλάδας. Στο επίκεντρο αυτής της σχολής σκέψης βρίσκεται ο ναύαρχος ε.α. Τζεμ Γκιουρντενίζ, ο άνθρωπος που αποτύπωσε το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan). Σε μια εκτενή και εξαιρετικά προκλητική ανάλυση, ο Τούρκος ανώτατος αξιωματικός ξετυλίγει το νήμα της συγκρότησης του ελληνικού κράτους, επιχειρώντας να αποδομήσει αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «μύθο του ελληνισμού» και να ερμηνεύσει τη συστηματική, όπως την περιγράφει, «τουρκοφοβία» της Αθήνας.

Η προσέγγιση του Γκιουρντενίζ δεν αποτελεί απλώς μια στρατιωτική αξιολόγηση των σύγχρονων ισορροπιών δυνάμεων. Αποτελεί μια βαθιά ιδεολογική και ιστορική επίθεση, η οποία χρησιμοποιεί εργαλειακά την αρχαιολογία, τη γλωσσολογία και τη διπλωματική ιστορία για να εξυπηρετήσει τις τρέχουσες αναθεωρητικές βλέψεις της Τουρκίας.

Η Ίδρυση του 1830 ως Δυτικό Κατασκεύασμα και η «Ψεύτικη» Ταυτότητα

Ο ναύαρχος Γκιουρντενίζ ξεκινά την ανάλυσή του από την αφετηρία του σύγχρονου ελληνικού κράτους, τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830. Σύμφωνα με τη θεωρία του, η Ελλάδα δεν γεννήθηκε ως αποτέλεσμα μιας αυθεντικής εθνικής αφύπνισης των λαών της περιοχής, αλλά ως ένα τεχνητό, «συστημικό» προϊόν της δυτικής αποικιοκρατίας και του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.

Ο Γκιουρντενίζ υποστηρίζει ότι η Δυτική Ευρώπη, έχοντας ολοκληρώσει την πρώτη βιομηχανική επανάσταση και οδεύοντας προς τη δεύτερη, είχε άμεση ανάγκη από νέες αγορές, πόρους και, κυρίως, από ένα γεωπολιτικό «ανάχωμα» (buffer state) ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική. Η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άνοιγε τον δρόμο για τη διείσδυση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής –κυρίως της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Για να νομιμοποιήσουν αυτή την παρέμβαση και να δημιουργήσουν έναν πιστό δορυφόρο στα νότια Βαλκάνια, οι δυτικές ελίτ χρειάζονταν ένα ισχυρό πολιτισμικό αφήγημα.

Αυτό το αφήγημα, κατά τον Τούρκο ναύαρχο, ήταν ο «Χριστιανικός Ελληνισμός». Ο Γκιουρντενίζ χρησιμοποιεί μια καυστική παρομοίωση, παρομοιάζοντας τη Δύση με έναν «νεόπλουτο» που επισκέπτεται ένα παζάρι παλαιών αντικειμένων για να αγοράσει το πορτρέτο ενός ευγενούς πασά, ώστε να κρεμάσει στον τοίχο του και να εφεύρει μια αριστοκρατική καταγωγή που δεν είχε ποτέ. Με τον ίδιο τρόπο, η Δύση, που κατά τον Μεσαίωνα βρισκόταν σε χαμηλό πολιτισμικό επίπεδο, «φόρεσε» στους κατοίκους της περιοχής τον μανδύα του Σωκράτη, του Αριστοτέλη και της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας.

Ο ναύαρχος ισχυρίζεται ότι ο όρος «Έλληνας» και «Ελληνισμός» επανεφευρέθηκε τεχνητά, καθώς οι πληθυσμοί που ζούσαν υπό οθωμανικό έλεγχο αυτοπροσδιορίζονταν ως «Ρωμιοί» (Ρωμαίοι) και δεν είχαν καμία φυλετική ή πολιτισμική συνέχεια με τους αρχαίους κατοίκους της Σπάρτης ή της Αθήνας. Οι αιώνες των επιδρομών, των μεταναστεύσεων Σλάβων, Αλβανών, Λατίνων και Τούρκων είχαν αλλοιώσει πλήρως το δημογραφικό τοπίο. Το μόνο που ένωνε αυτούς τους πληθυσμούς ήταν η κοινή χρήση της ελληνικής γλώσσας ως εμπορικής διαλέκτου (lingua franca) και η Ορθόδοξη πίστη.

Γιατί η Ιωνία Δεν Είναι Ελληνική: Η Αρχαιολογική Αμφισβήτηση της Μικράς Ασίας

Το πιο προκλητικό και ριζοσπαστικό κομμάτι της ανάλυσης του Γκιουρντενίζ αφορά την πολιτισμική κληρονομιά της Μικράς Ασίας και της Ιωνίας. Η επίσημη ιστοριογραφία αναγνωρίζει την Ιωνία ως το λίκνο του ελληνικού φιλοσοφικού και επιστημονικού στοχασμού, τη γενέτειρα του Θαλή, του Αναξίμανδρου και του Ηράκλειτου. Ο Γκιουρντενίζ, ωστόσο, απορρίπτει πλήρως αυτή τη σύνδεση, χαρακτηρίζοντάς την ως μια ακόμα δυτική απάτη.

Για να στηρίξει τη θέση του, ο ναύαρχος επικαλείται μια σειρά από ιστορικές και αρχαιολογικές θεωρίες, ξεκινώντας από το κίνημα της «Γαλάζιας Ανατολίας» (Mavi Anadolu) που διαμορφώθηκε στην Τουρκία στα μέσα του 20ού αιώνα από διανοούμενους όπως ο Χαλικάρνασος Ψαράς (Τζεβάτ Σακίρ Καμπααγατσλί), η Αζρά Εράτ και ο Σελαχατίν Εγιούμπογλου. Αυτή η σχολή σκέψης υποστηρίζει ότι οι πολιτισμοί της Μικράς Ασίας (Λύκιοι, Λύδιοι, Κάρες, Χετταίοι, Λούβιοι) ήταν αυτόχθονες, καίριας σημασίας και προγενέστεροι των ελληνικών φύλων.

Ο Γκιουρντενίζ προχωρά περισσότερο, παρουσιάζοντας τρία συγκεκριμένα βιβλία που, κατά την άποψή του, γκρεμίζουν το ελληνικό αφήγημα:

  1. «Μαύρη Αθηνά» (Black Athena) του Μάρτιν Μπερνάλ (1987): Ο ναύαρχος αναφέρει το έργο του Βρετανού καθηγητή για να δείξει ότι οι ρίζες του κλασικού πολιτισμού δεν είναι ευρωπαϊκές ή «άρειες», αλλά έχουν βαθιές αφροασιατικές και ανατολικές επιρροές. Η πολιτισμική ώθηση ήρθε από την Αίγυπτο και τη Φοινίκη προς το Αιγαίο, και όχι το αντίθετο.

  2. «Ο Πολιτισμός Ξεκίνησε στην Ανατολία» του Καθηγητή Φαχρί Ισίκ (2010): Ο Ισίκ υποστηρίζει ότι η λεγόμενη «ελληνική τέχνη» και αρχιτεκτονική γεννήθηκε στην πραγματικότητα στα χώματα της Μικράς Ασίας, αντλώντας στοιχεία από τους Χετταίους και τους Λούβιους, και στη συνέχεια μεταλαμπαδεύτηκε στην ηπειρωτική Ελλάδα.

  3. «Η Γέννηση της Ιωνικής Αρχιτεκτονικής υπό το Φως των Ανασκαφών του Ναού της Αθηνάς στη Φώκαια» του Καθηγητή Ομέρ Οζγιγίτ (2023): Ο Γκιουρντενίζ εξαίρει το έργο του Οζγιγίτ, ο οποίος μέσα από συγκεκριμένα αρχαιολογικά ευρήματα στη Φώκαια ισχυρίζεται ότι ο ιωνικός ρυθμός (οι χαρακτηριστικοί κίονες) δεν εισήχθη από τη Δύση, αλλά αναπτύχθηκε σταδιακά στην Ανατολία, επηρεασμένος από την αιγυπτιακή αρχιτεκτονική.

Το συμπέρασμα του ναυάρχου είναι σαφές: Το γεγονός ότι στην Ιωνία μιλούσαν ελληνικά δεν καθιστά τον πολιτισμό της ελληνικό. Φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα τη Λατινική Αμερική, όπου η χρήση της ισπανικής γλώσσας δεν μετατρέπει τους κατοίκους της Γουατεμάλας σε Ισπανούς της Καστίλης, ή την Ινδία, όπου η χρήση της αγγλικής δεν καθιστά τους Ινδούς Βρετανούς. Κατά τον Γκιουρντενίζ, η ελληνική γλώσσα ήταν απλώς το εργαλείο επικοινωνίας μιας πολυπολιτισμικής Μικράς Ασίας, η οποία στη συνέχεια λεηλατήθηκε πολιτισμικά από τη δυτική ιστοριογραφία.

Το Σύνδρομο της «Μεγάλης Ιδέας» και η Συστηματική Τουρκοφοβία

Περνώντας στο πεδίο της σύγχρονης πολιτικής, ο Τζεμ Γκιουρντενίζ επιχειρεί να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η Αθήνα αντιμετωπίζει μόνιμα την Τουρκία ως υπαρξιακή απειλή. Ο ίδιος αποδίδει αυτή τη στάση σε ένα βαθύ ψυχολογικό και ιδεολογικό έλλειμμα του ελληνικού κατεστημένου, το οποίο περιγράφει ως «σύνδρομο της Μεγάλης Ιδέας» και «κρατική σχιζοφρένεια».

Ο ναύαρχος ισχυρίζεται ότι το ελληνικό κράτος έχει δομηθεί πάνω σε μια διαρκή πλύση εγκεφάλου (endoktrinasyon) των πολιτών του, η οποία ξεκινά από το δημοτικό σχολείο και την Εκκλησία και καταλήγει στα μέσα ενημέρωσης. Ενώ ο μέσος Τούρκος πολίτης δεν ξυπνά το πρωί σκεπτόμενος την Ελλάδα –παρά μόνο όταν προκύπτει κάποια συγκεκριμένη κρίση–, στην Ελλάδα η Τουρκία αποτελεί καθημερινό, εμμονικό θέμα συζήτησης στα δελτία ειδήσεων. Αυτό, κατά την ανάλυσή του, πηγάζει από το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί σε μια εικόνα εαυτού που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές της δυνατότητες.

Το ελληνικό σύνταγμα, σημειώνει ο Γκιουρντενίζ, ορίζει το κράτος ως Ανατολικό Ορθόδοξο, γεγονός που συνδέει άρρηκτα την κρατική ταυτότητα με τη θρησκεία. Αυτό το μείγμα «Πανανθρωπισμού», «Ένωσης», «Βυζαντινισμού» και «Ορθοδοξίας» δημιουργεί μια εικονική πραγματικότητα. Ο ναύαρχος ειρωνεύεται μάλιστα τις τελετές που πραγματοποιούν ελληνικά πολεμικά πλοία όταν διέρχονται από τα Στενά του Βοσπόρου μπροστά από την Αγία Σοφία, χαρακτηρίζοντάς τις ως εκδηλώσεις ενός ανεκπλήρωτου ιστορικού καημού.

Αυτή η «χρηστική ανοησία», όπως την αποκαλεί, επέτρεψε στην Ελλάδα να επεκτείνει τα σύνορά της επτά φορές από το 1830, εκμεταλλευόμενη πάντα τη στήριξη των ξένων δυνάμεων. Από τα Κυκλαδονήσια μέχρι τα Δωδεκάνησα και την Κρήτη, η Ελλάδα αποκτούσε εδάφη που προηγουμένως βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των Βενετών, των Γενοβέζων ή των Οθωμανών, χωρίς να έχει την ανάλογη στρατιωτική ισχύ να τα υποστηρίξει μόνη της.

Η Παρένθεση της Φιλίας και το Μάθημα της Μικρασιατικής Καταστροφής

Στην ιστορική του αναδρομή, ο Γκιουρντενίζ εντοπίζει μόνο μία περίοδο πραγματικής και ειλικρινούς προσέγγισης μεταξύ των δύο χωρών: την περίοδο 1930-1955. Μετά τη συντριβή του ελληνικού στρατού το 1922 –μια εμπειρία που ο ναύαρχος περιγράφει ωμά ως «ένα γερό χαστούκι» που ανάγκασε τους Έλληνες να επιστρέψουν στην πραγματικότητα– ο Ελευθέριος Βενιζέλος αντιλήφθηκε το μέγεθος της δυτικής προδοσίας.

Ο Γκιουρντενίζ τονίζει ότι το 1919, στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, ο Βενιζέλος χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι η Ιωνία είναι ελληνική λόγω γλώσσας και θρησκείας για να εξασφαλίσει την άδεια των Λόιντ Τζορτζ, Κλεμανσό και Ουίλσον να αποβιβαστεί στη Σμύρνη. Όταν όμως το μέτωπο κατέρρευσε, τα αμερικανικά, βρετανικά και γαλλικά πολεμικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Σμύρνης αρνήθηκαν να μαζέψουν ακόμα και τους στρατιώτες που κολυμπούσαν για να σωθούν. Η Δύση εγκατέλειψε την Ελλάδα μόλις τα συμφέροντά της άλλαξαν.

Η αναγνώριση αυτού του λάθους οδήγησε τον Βενιζέλο στην Άνκαρα το 1933, στη σύναψη συμφώνων φιλίας με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ακόμα και στην πρόταση να απονεμηθεί στον Ατατούρκ το Νόμπελ Ειρήνης. Αυτή η συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50, με την Ελλάδα να στηρίζει την Τουρκία στο ζήτημα του Μοντρέ για τα Στενά και την Τουρκία να στέλνει το πλοίο «Κουρτουλούς» με ανθρωπιστική βοήθεια για να σώσει τους Έλληνες από τον λιμό κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Ωστόσο, αυτή η ισορροπία ανατράπηκε βίαια όταν η Ελλάδα επανέφερε το ζήτημα της Ένωσης της Κύπρου, επιστρέφοντας, κατά τον Γκιουρντενίζ, στον δρόμο των γεωπολιτικών ψευδαισθήσεων.

Οι Σύγχρονες Συμμαχίες: Από τη Δύση στο Ισραήλ και τον Σιωνισμό

Στο παρόν γεωπολιτικό περιβάλλον, ο Τζεμ Γκιουρντενίζ βλέπει την επανάληψη του ίδιου ιστορικού μοτίβου. Μετά το 2021, η Ελλάδα μετέτρεψε την επικράτειά της σε μια απέραντη αμερικανική βάση, ανανεώνοντας διαρκώς τις αμυντικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, ενώ η ίδια στρατηγική ακολουθείται και από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Το στοιχείο που προκαλεί την ιδιαίτερη έκπληξη, αλλά και την οργή του ναυάρχου, είναι η στρατηγική συμμαχία της Ελλάδας και της Κύπρου με το Ισραήλ. Ο Γκιουρντενίζ επιχειρεί μια ιστορική αναδρομή στις σχέσεις των δύο λαών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα ήταν η τελευταία χώρα του ΝΑΤΟ που αναγνώρισε το Ισραήλ και ότι ιστορικά υπήρχε βαθύ μίσος των Ελλήνων προς τους Εβραίους λόγω της θρησκευτικής παράδοσης του Ιούδα. Αναφέρεται μάλιστα σε διώξεις και παραδόσεις Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσσαλονίκη, θέματα που, όπως λέει, και οι δύο πλευρές αποσιωπούν σήμερα για χάρη της συγκυριακής τους συμμαχίας.

Κατά τον Γκιουρντενίζ, ο Σιωνισμός παίζει σήμερα τον ρόλο που έπαιζε η ευρωπαϊκή αποικιοκρατία το 1830. Το Ισραήλ χρησιμοποιεί τον ελληνικό φόβο απέναντι στην Τουρκία, υποσχόμενο προστασία, προκειμένου να δημιουργήσει ένα κοινό μέτωπο που θα εξυπηρετήσει τα δικά του σχέδια στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται, κατά την άποψή του, για μια ακόμα παγίδα που παρασύρει την Αθήνα σε δαπανηρούς εξοπλισμούς (όπως οι αγορές γαλλικών φρεγατών και μαχητικών) και σε μια πολιτική που υπονομεύει την ευημερία του ίδιου του ελληνικού λαού.

Η Προειδοποίηση για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το Μέλλον

Ο ναύαρχος κλείνει την ανάλυσή του με μια ξεκάθαρη, αυστηρή προειδοποίηση προς την ελληνική ηγεσία και την κοινωνία. Διαμηνύει ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα με παράδοση αυτοκρατορίας, η οποία δεν πρόκειται να υποχωρήσει ούτε σπιθαμή από τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο, όπως αυτά αποτυπώνονται στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Ο Γκιουρντενίζ καλεί τους Έλληνες να μην εμπιστεύονται τις υποσχέσεις των ΗΠΑ, της Γαλλίας ή του Ισραήλ, υπενθυμίζοντας τις οικονομικές θυσίες και την κρίση που υπέστη η Ελλάδα μετά το 2008. «Το να ζεις σε ειρήνη με τους Τούρκους είναι πολύ καλύτερο και φθηνότερο από το να πολεμάς μαζί τους», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η Τουρκία, καταλήγει, ζητά μόνο όσα της ανήκουν βάσει της γεωγραφίας και της γεωπολιτικής της ισχύος και δεν πρόκειται να επιτρέψει στα «ρομαντικά παραμύθια του δυτικού ελληνισμού» να καθορίσουν το μέλλον της περιοχής.

Η ανάλυση αυτή, αν και ακραία αναθεωρητική και προκλητική για τα ελληνικά δεδομένα, αποτελεί το ξεκάθαρο αποτύπωμα του τρόπου με τον οποίο το στρατιωτικό και θεωρητικό κατεστημένο της Τουρκίας αντιλαμβάνεται τις σχέσεις με την Ελλάδα: όχι ως μια διένεξη μεταξύ δύο ισότιμων κρατών, αλλά ως μια διαρκή αναμέτρηση ανάμεσα σε μια περιφερειακή υπερδύναμη και ένα τεχνητό δυτικό προπύργιο.

Back to top button