
Η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό ενοικιαστών στην ΕΕ που φοβούνται απώλεια κατοικίας μέσα στους επόμενους μήνες.
Η στεγαστική κρίση πλήττει πλέον όχι μόνο τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά και τη μεσαία τάξη.
Το Eurofound προειδοποιεί ότι οι επιδοματικές πολιτικές δεν επαρκούν χωρίς αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικές και οικονομικές απειλές για την Ευρώπη, με την Ελλάδα να καταγράφει τις πιο δυσμενείς επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εκτόξευση των ενοικίων, η στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων και η αδυναμία των νοικοκυριών να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος ζωής δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας για χιλιάδες πολίτες.
Τα στοιχεία της νέας έκθεσης του Eurofound για το 2025 αποτυπώνουν με σκληρή σαφήνεια την κατάσταση που βιώνουν οι Έλληνες ενοικιαστές. Σύμφωνα με την έρευνα, το 29,2% των ενοικιαστών στην Ελλάδα δηλώνει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την κατοικία του μέσα στους επόμενους τρεις μήνες, επειδή αδυνατεί να καλύψει τις οικονομικές του υποχρεώσεις.
Το ποσοστό αυτό είναι το υψηλότερο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και υπερδιπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 12,4%. Η ελληνική επίδοση καταγράφει μια κοινωνική πραγματικότητα που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από γενικές αναφορές περί ανάπτυξης, επενδύσεων και ανθεκτικότητας της οικονομίας.
Μετά την Ελλάδα ακολουθούν η Σλοβακία με 21,8%, η Λετονία με 21,2% και η Βουλγαρία με 20,8%. Στον αντίποδα, χώρες όπως η Αυστρία παρουσιάζουν εντελώς διαφορετική εικόνα, καθώς μόλις το 1,9% των ενοικιαστών δηλώνει ότι φοβάται πιθανή απώλεια κατοικίας. Χαμηλά ποσοστά καταγράφονται επίσης στη Μάλτα, με 4,4%, και στη Γερμανία, με 5%.
Η στεγαστική πίεση χτυπά και τη μεσαία τάξη
Η έκθεση δείχνει ότι η οικονομική πίεση δεν περιορίζεται πλέον στα χαμηλότερα εισοδήματα. Επεκτείνεται με ταχύτητα και στη μεσαία τάξη, η οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πιο προστατευμένη από τις ακραίες μορφές στεγαστικής ανασφάλειας.
Το ποσοστό των νοικοκυριών με μεσαία εισοδήματα που δηλώνει ότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες αυξήθηκε από 21% το 2020 σε 30% το 2025. Στα χαμηλά εισοδήματα, η πίεση έχει λάβει ακόμη πιο οριακές διαστάσεις, καθώς το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει πλέον το 61%.
Παράλληλα, αυξάνεται ο αριθμός των πολιτών που δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να βγάλουν οικονομικά τον μήνα. Η επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα έντονη στις ηλικίες 50 έως 64 ετών, όπου το ποσοστό όσων αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες αυξήθηκε μέσα σε πέντε χρόνια από περίπου 27% σε 40%. Στους άνω των 65 ετών, το αντίστοιχο ποσοστό ανέβηκε από 17% σε σχεδόν 29%.
Αποκαλυπτική είναι και η εικόνα των αποταμιεύσεων. Περισσότεροι από τους μισούς Ευρωπαίους που συμμετείχαν στην έρευνα, ποσοστό 53%, δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν καθόλου αποταμιεύσεις ή έχουν στην άκρη ποσό που επαρκεί για λιγότερο από τρεις μήνες δαπανών.
Αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση ενοικίου, μια απώλεια εργασίας, μια ασθένεια ή ένα έκτακτο οικογενειακό έξοδο μπορεί να οδηγήσει πολύ γρήγορα σε οικονομικό αδιέξοδο. Η στέγη παύει να λειτουργεί ως σταθερό σημείο ασφάλειας και μετατρέπεται σε καθημερινή πηγή άγχους για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Η έρευνα καταγράφει επίσης άνοδο στις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Το 18% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει ήδη καθυστερήσει πληρωμές λογαριασμών κοινής ωφέλειας, ενώ το 20% εκτιμά ότι θα αντιμετωπίσει ανάλογες δυσκολίες μέσα στους επόμενους μήνες. Το πρόβλημα πλήττει εντονότερα τα χαμηλά εισοδήματα, τις μονογονεϊκές οικογένειες και τα πολυμελή νοικοκυριά.
Νέοι εργαζόμενοι και ακριβή κατοικία
Σύμφωνα με το Eurofound, η κρίση συνδέεται άμεσα με την εκρηκτική άνοδο του κόστους κατοικίας στην Ευρώπη. Από το 2000 έως το 2025, οι μέσες τιμές κατοικιών στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 55,4%, ενώ τα ενοίκια ενισχύθηκαν κατά 26,7%. Σε αρκετές χώρες, οι τιμές των ακινήτων έχουν υπερτριπλασιαστεί, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου συγκεντρώνονται οι θέσεις εργασίας και η ζήτηση για κατοικία.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη για τους νέους εργαζόμενους, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με χαμηλότερους μισθούς, ασταθείς μορφές απασχόλησης και ενοίκια δυσανάλογα υψηλά σε σχέση με το εισόδημά τους. Η πρόσβαση στην ανεξάρτητη διαβίωση γίνεται ολοένα πιο δύσκολη, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι νέοι να παραμένουν στο πατρικό σπίτι μέχρι τα 30 ή και αργότερα.
Το 2024, η μέση ηλικία αποχώρησης από το γονικό σπίτι στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στα 26,2 έτη. Στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Κροατία και στην Ισπανία, όμως, οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό μετά τα 30. Στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών, περίπου το 30% των νέων στην ΕΕ συνεχίζει να ζει με τους γονείς του.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι νεότερες ηλικίες επιβαρύνονται δυσανάλογα από το στεγαστικό κόστος. Το 23% των ατόμων ηλικίας 18-29 ετών δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση, ενώ στις ηλικίες 30-39 ετών το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 12%.
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι επιδοματικές πολιτικές, από μόνες τους, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν το βάθος του προβλήματος. Απαιτείται ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών, μέσα από νέες κατασκευές, αξιοποίηση κενών ακινήτων και εναλλακτικά μοντέλα πρόσβασης στη στέγη, όπως η ενοικίαση με δικαίωμα αγοράς και η συμμετοχική ιδιοκτησία.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον Δεκέμβριο του 2025 το πρώτο Ευρωπαϊκό Σχέδιο Προσιτής Στέγης, αναγνωρίζοντας ότι το στεγαστικό ζήτημα απειλεί πλέον την κοινωνική συνοχή και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Για την Ελλάδα, όμως, το πρόβλημα έχει ήδη πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Η κατοικία μετατρέπεται από βασικό κοινωνικό δικαίωμα σε οικονομικό προνόμιο, ενώ η πολιτεία καλείται να δώσει απαντήσεις που θα υπερβαίνουν τα προσωρινά επιδόματα και τις αποσπασματικές παρεμβάσεις.
primenews.