Από τον Νότιο Καύκασο έως την Ανατολική Μεσόγειο: Γιατί Ελλάδα, Κύπρος και Αρμενία βρίσκονται στην ίδια γεωπολιτική εξίσωση
Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών αποδεικνύουν ότι η Ανατολική Μεσόγειος και ο Νότιος Καύκασος δεν αποτελούν πλέον δύο ανεξάρτητα γεωπολιτικά πεδία. Αντίθετα, συνδέονται ολοένα και περισσότερο μέσω της στρατηγικής της Τουρκίας, η οποία επιδιώκει να διαμορφώσει έναν ενιαίο χώρο πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής επιρροής που εκτείνεται από το Αιγαίο έως την Κασπία Θάλασσα.
Η Άγκυρα εφαρμόζει μια συνεκτική αναθεωρητική πολιτική, προσαρμόζοντας τα μέσα της ανάλογα με τις συνθήκες κάθε περιοχής. Άλλοτε χρησιμοποιεί τη στρατιωτική ισχύ, άλλοτε την οικονομική διείσδυση, άλλοτε τη διπλωματία και άλλοτε τον έλεγχο κρίσιμων ενεργειακών και μεταφορικών διαδρόμων. Κοινός παρονομαστής είναι η σταδιακή ανατροπή του υφιστάμενου περιφερειακού συσχετισμού ισχύος προς όφελός της.
Το Αζερμπαϊτζάν ως προέκταση της τουρκικής στρατηγικής
Η στρατηγική σχέση μεταξύ Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια μιας παραδοσιακής συμμαχίας. Το δόγμα «Ένα έθνος, δύο κράτη» έχει αποκτήσει ουσιαστικό στρατηγικό περιεχόμενο.
Η στρατιωτική συνεργασία, οι κοινές ασκήσεις, η ανταλλαγή πληροφοριών, η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και ο συντονισμός της εξωτερικής πολιτικής επιτρέπουν στην Άγκυρα να προβάλλει ισχύ στον Νότιο Καύκασο χωρίς να εμπλέκεται πάντοτε άμεσα.
Η εμπειρία του πολέμου του 2020 και τα γεγονότα που οδήγησαν στον βίαιο εκτοπισμό του αρμενικού πληθυσμού από το Αρτσάχ κατέδειξαν ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό εργαλείο πίεσης. Σήμερα, η πίεση ασκείται κυρίως μέσω διπλωματικών, οικονομικών και συγκοινωνιακών απαιτήσεων, με κυριότερη τον λεγόμενο «Διάδρομο του Ζανκεζούρ» ή TRIPP.
Η Άγκυρα και το Μπακού παρουσιάζουν το σχέδιο αυτό ως έργο περιφερειακής συνδεσιμότητας. Ωστόσο, για την Αρμενία το ζήτημα δεν αφορά τη δημιουργία συγκοινωνιακών συνδέσεων – κάτι που έχει ήδη αποδεχθεί στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου – αλλά την απαίτηση δημιουργίας ενός διαδρόμου που θα λειτουργεί εκτός του πλήρους κυριαρχικού της ελέγχου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την κυριαρχία της Αρμενίας στην περιοχή Σιουνίκ, θα αποδυνάμωνε τον ρόλο του Ιράν ως βασική χερσαία δίοδος προς τον Καύκασο και θα παρείχε στην Τουρκία μια απευθείας γεωπολιτική σύνδεση με τον τουρκικό κόσμο της Κεντρικής Ασίας.
Από το Αιγαίο στον Καύκασο: Διαφορετικά μέτωπα, ίδια στρατηγική
Παρότι οι γεωγραφικές αποστάσεις είναι μεγάλες, η λογική που ακολουθεί η Τουρκία εμφανίζει αξιοσημείωτες ομοιότητες.
Στο Αιγαίο αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία σε νησιά και θαλάσσιες ζώνες.
Στην Κύπρο συνεχίζει να διατηρεί στρατεύματα κατοχής επί περισσότερο από μισό αιώνα, προωθεί τη λύση δύο κρατών και αμφισβητεί τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της.
Στον Νότιο Καύκασο στηρίζει πλήρως τις επιδιώξεις του Αζερμπαϊτζάν, επιδιώκοντας την αλλαγή των περιφερειακών ισορροπιών υπέρ του τουρκοαζερικού άξονα.
Οι τρεις αυτές περιπτώσεις δεν αποτελούν αποσπασματικές κρίσεις. Εντάσσονται σε μια ενιαία στρατηγική που επιδιώκει να αυξήσει τη γεωπολιτική επιρροή της Τουρκίας μέσω της δημιουργίας νέων τετελεσμένων.
Η νέα γεωπολιτική διάσταση του Ισραήλ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αυξανόμενη στρατηγική σημασία του Αζερμπαϊτζάν για το Ισραήλ.
Οι στενές σχέσεις των δύο χωρών βασίζονται στην ενεργειακή συνεργασία, στην αμυντική βιομηχανία και στην κοινή αντίληψη περί ασφάλειας έναντι του Ιράν. Το Αζερμπαϊτζάν έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές πετρελαίου του Ισραήλ, ενώ το Ισραήλ αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικότερους προμηθευτές προηγμένων οπλικών συστημάτων προς το Μπακού. Συστήματα μη επανδρωμένων αεροσκαφών, πυραυλικά συστήματα ακριβείας και τεχνολογίες επιτήρησης ισραηλινής προέλευσης διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Αζερμπαϊτζάν κατά τη διάρκεια του πολέμου του Αρτσάχ το 2020.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της σύγκρουσης, ανεξάρτητες δημοσιογραφικές έρευνες και στοιχεία από πλατφόρμες παρακολούθησης πτήσεων κατέγραψαν δεκάδες πτήσεις μεταγωγικών αεροσκαφών μεταξύ Ισραήλ και Αζερμπαϊτζάν, γεγονός που ενίσχυσε τις εκτιμήσεις ότι συνεχίστηκε η μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού ακόμη και εν μέσω των πολεμικών επιχειρήσεων. Η εικόνα αυτή ενίσχυσε την αντίληψη στην Αρμενία ότι η στρατιωτική υπεροχή του Μπακού δεν οφειλόταν μόνο στην οικονομική του ισχύ και στην τουρκική υποστήριξη, αλλά και στη στενή αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ.
Η συνεργασία αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η γεωγραφία της περιοχής. Στο βορειοδυτικό Ιράν κατοικεί μια ιδιαίτερα μεγάλη κοινότητα Αζέρων, η οποία αριθμεί αρκετά εκατομμύρια πολίτες και αποτελεί τη μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αν και οι περισσότεροι Ιρανοί Αζέροι είναι πλήρως ενταγμένοι στο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα του Ιράν, η Τεχεράνη παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία κάθε προσπάθεια εργαλειοποίησης της κοινότητας αυτής από εξωτερικούς παράγοντες. Η ενίσχυση των σχέσεων Άγκυρας–Μπακού και η παρουσία ισραηλινών υποδομών πληροφοριών ή συνεργασίας κοντά στα βόρεια σύνορα του Ιράν αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους της δυσπιστίας της Τεχεράνης απέναντι στο Αζερμπαϊτζάν.
Παράλληλα, οι σχέσεις Ισραήλ–Αρμενίας παραμένουν διαχρονικά πιο ψυχρές από ό,τι θα ανέμενε κανείς, παρά την ιστορική παρουσία της αρμενικής κοινότητας στους Αγίους Τόπους. Τα τελευταία χρόνια, η Αρμενική Πατριαρχική Αδελφότητα της Ιερουσαλήμ έχει καταγγείλει έντονες πιέσεις και δικαστικές διαμάχες σχετικά με την αξιοποίηση τμημάτων ιστορικής αρμενικής περιουσίας στην Παλαιά Πόλη, ιδίως γύρω από την υπόθεση του γνωστού χώρου «Cow’s Garden». Εκπρόσωποι της κοινότητας εκφράζουν φόβους ότι εμπορικές επενδύσεις και τουριστικές αναπτύξεις θα μπορούσαν να αλλοιώσουν τον ιστορικό χαρακτήρα της αρμενικής συνοικίας και να περιορίσουν την παρουσία μιας κοινότητας που διατηρεί αδιάλειπτη παρουσία στην Ιερουσαλήμ επί πολλούς αιώνες.
Η πραγματικότητα αυτή δημιουργεί μια σύνθετη γεωπολιτική εξίσωση. Η στρατηγική συνεργασία Ισραήλ–Αζερμπαϊτζάν εξυπηρετεί τις επιδιώξεις του Τελ Αβίβ για τον περιορισμό της ιρανικής επιρροής και την ενίσχυση της ενεργειακής και αμυντικής του ασφάλειας. Ταυτόχρονα όμως, ενισχύει τις στρατιωτικές δυνατότητες του Μπακού, επηρεάζει άμεσα την ισορροπία ισχύος απέναντι στην Αρμενία και προσθέτει μια ακόμη διάσταση στον γεωπολιτικό ανταγωνισμό που εκτείνεται από τον Νότιο Καύκασο έως τη Μέση Ανατολή.
Ελλάδα, Κύπρος και Αρμενία: μια φυσική στρατηγική σύγκλιση
Μέσα σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αρμενίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Οι τρεις χώρες δεν συνδέονται μόνο με ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. Αντιμετωπίζουν επίσης παρόμοιες προκλήσεις όσον αφορά την προστασία της κυριαρχίας τους, τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και τη διατήρηση της περιφερειακής σταθερότητας.
Η συνεργασία αυτή δεν περιορίζεται πλέον στο διπλωματικό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια ενισχύεται σταθερά και στον τομέα της άμυνας, μέσω κοινών στρατιωτικών ασκήσεων, ανταλλαγής τεχνογνωσίας, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και στενότερης συνεργασίας μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων.
Παράλληλα, η Αθήνα, η Λευκωσία και οι Αρμένιοι έχουν κάθε λόγο να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τον πολιτικό τους συντονισμό σε διεθνείς οργανισμούς, να διευρύνουν τη συνεργασία τους στους τομείς της άμυνας, της ενεργειακής ασφάλειας, της κυβερνοασφάλειας, της αμυντικής βιομηχανίας και της ανταλλαγής πληροφοριών, καθώς και να αναπτύξουν κοινές πρωτοβουλίες απέναντι σε αναθεωρητικές πολιτικές που υπονομεύουν τη διεθνή νομιμότητα.
H εμβάθυνση των σχέσεων με χώρες όπως η Γαλλία και η Ινδία —οι οποίες έχουν αναπτύξει στενή αμυντική συνεργασία τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Αρμενία— καθώς και με άλλους εταίρους που ενδιαφέρονται για τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τον Νότιο Καύκασο, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τη στρατηγική θέση και των τριών χωρών.
Η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αρμενίας δεν αποτελεί συμμαχία εναντίον κάποιου κράτους αλλά αποτελεί επένδυση στη σταθερότητα, στην αποτροπή και στην υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου απέναντι σε αναθεωρητικές πολιτικές που αμφισβητούν τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών.
Η Γαλλία και η Ινδία ως νέοι στρατηγικοί εταίροι
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια σαφής σύγκλιση των αμυντικών επιλογών της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αρμενίας με δύο ολοένα και σημαντικότερους στρατηγικούς εταίρους: τη Γαλλία και την Ινδία.
Η Ελλάδα έχει αναβαθμίσει τη στρατηγική της σχέση με τη Γαλλία μέσω της αμυντικής συμφωνίας του 2021 και σημαντικών εξοπλιστικών προγραμμάτων, ενισχύοντας την αποτρεπτική της ισχύ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Παράλληλα, η Αρμενία έχει διαφοροποιήσει τις αμυντικές της συνεργασίες, με τη Γαλλία να αποτελεί πλέον βασικό δυτικό εταίρο στην αμυντική συνεργασία και την Ινδία να εξελίσσεται σε έναν από τους σημαντικότερους προμηθευτές αμυντικού εξοπλισμού και τεχνογνωσίας.
Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εμβαθύνει τη συνεργασία της με τη Γαλλία στους τομείς της άμυνας και της ναυτικής ασφάλειας, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσει ολοένα στενότερες σχέσεις με την Ινδία σε θέματα ασφάλειας, αμυντικής βιομηχανίας και περιφερειακής συνεργασίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου, Αρμενίας, Γαλλίας και Ινδίας, υπογραμμίζοντας ότι οι χώρες αυτές μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα και κοινή αντίληψη για τη σημασία της περιφερειακής σταθερότητας.
Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει τις κρίσεις αποσπασματικά
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα των τελευταίων ετών είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις κρίσεις με γεωγραφικό κατακερματισμό.
Άλλη πολιτική εφαρμόζεται στον Νότιο Καύκασο, άλλη στην Ανατολική Μεσόγειο και άλλη στη Μέση Ανατολή, παρότι οι εξελίξεις στις περιοχές αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
Η ευρωπαϊκή πολιτική δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα, στην αποτροπή νέων συγκρούσεων, στην ενεργειακή ασφάλεια και στον περιορισμό της ρωσικής επιρροής. Στο πλαίσιο αυτό, η Αρμενία αντιμετωπίζεται κυρίως μέσα από το γεωπολιτικό πρίσμα των σχέσεών της με τη Ρωσία, γεγονός που συχνά επισκιάζει τις εσωτερικές εξελίξεις και τις ανησυχίες της αρμενικής κοινωνίας.
Παράλληλα, δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα ενδείξεις ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα προχωρούσε σε άμεση στρατιωτική εμπλοκή για την υπεράσπιση της Αρμενίας σε περίπτωση νέας σύγκρουσης. Η στήριξή της αναμένεται να παραμείνει κυρίως πολιτική, διπλωματική και οικονομική.
Η σταθερότητα δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω σε γεωπολιτικούς υπολογισμούς. Όταν οι ανησυχίες μιας κοινωνίας, η ιστορική της μνήμη και η εθνική της ταυτότητα παραμερίζονται στο όνομα της περιφερειακής ισορροπίας, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για νέες κρίσεις. Αν η Ευρώπη επιθυμεί πραγματικά μια ασφαλή γειτονία από την Ανατολική Μεσόγειο έως τον Νότιο Καύκασο, οφείλει να αντιμετωπίσει τις εξελίξεις ως μέρη ενός ενιαίου στρατηγικού χώρου και όχι ως απομονωμένες περιφερειακές υποθέσεις.
Δείτε και τα μέρη Α’ και Β’ αυτού του άρθρου.