Σοβαρές καταγγελίες για τη διασύνδεση της Ρωσικής Εκκλησίας με μηχανισμούς πληροφοριών και πολιτικής επιρροής διατυπώνει ο Ιρλανδοαμερικανός συγγραφέας και αναλυτής, με αφορμή το βιβλίο «Wolves in Sheep’s Clothing: The Russian Orthodox Church’s Threat to European Security and Democracy», το οποίο συνυπογράφει με την Oksana Shadrina.
Η συνέντευξη, που δημοσιεύθηκε στις 27 Οκτωβρίου, περιλαμβάνει αναφορές στην Ελλάδα, στο Άγιον Όρος, στην αντιπαράθεση Μόσχας–Οικουμενικού Πατριαρχείου και στη στήριξη του πολέμου στην Ουκρανία από τη ρωσική εκκλησιαστική ηγεσία. Οι ισχυρισμοί για συγκεκριμένες επιχειρήσεις παρακολούθησης και εκβιασμού αποδίδονται στον ίδιο· στο δημοσίευμα δεν παρατίθενται τα πρωτογενή υπηρεσιακά έγγραφα που θα επέτρεπαν την ανεξάρτητη εξέτασή τους.
Οι αναφορές για τη Σούδα
Το σημαντικότερο σκέλος της συνέντευξης για την ελληνική ασφάλεια αφορά τη ναυτική βάση της Σούδας. Ο O’Hurley υποστηρίζει ότι αποτέλεσε ιδιαίτερο στόχο ρωσικών δραστηριοτήτων παρακολούθησης, οι οποίες πραγματοποιούνταν από ακίνητα που συνδέονται με τη Ρωσική Εκκλησία.
Επικαλείται εκτιμήσεις ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών και δημοσιογραφικές έρευνες, σύμφωνα με τις οποίες ακίνητα συνδεδεμένα με ρωσικούς και εκκλησιαστικούς φορείς, τόσο στην Κρήτη όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα, έχουν χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση ευαίσθητων στρατιωτικών και ναυτικών εγκαταστάσεων.
Ο αναλυτής συνδέει το ενδιαφέρον για τη Σούδα με τη στρατηγική σημασία της ως κόμβου εφοδιαστικής και επιχειρησιακής υποστήριξης, καθώς και με την παρουσία αμερικανικών και νατοϊκών δυνάμεων που επιχειρούν στη Μεσόγειο. Δεν κατονομάζει, πάντως, στη συνέντευξη συγκεκριμένα ακίνητα ούτε προσδιορίζει τον χρόνο και τα τεχνικά μέσα των φερόμενων επιχειρήσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο επαναφέρει τις απελάσεις Ρώσων διπλωματών από την Ελλάδα το 2018, συνδέοντάς τες με καταγγελίες για απόπειρες επηρεασμού προσώπων και παρεμβάσεις γύρω από τη Συμφωνία των Πρεσπών.
Ο Πετρόφσκι, το «kompromat» και ο Κύριλλος
Ξεχωριστή βαρύτητα έχουν οι ισχυρισμοί του για τον Ντμίτρι Ιβάνοβιτς Πετρόφσκι, τον οποίο περιγράφει ως λαϊκό συνεργάτη του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων της Ρωσικής Εκκλησίας.
Κατά τον O’Hurley, ο Πετρόφσκι ελέγχθηκε από τις αμερικανικές αρχές σε αεροδρόμιο των ΗΠΑ και πληροφορίες από τον φορητό υπολογιστή του παρέπεμπαν σε κοινές επιχειρήσεις της FSB και εκκλησιαστικών μηχανισμών, με στόχο τον εκβιασμό θρησκευτικών ηγετών.
Ο αναλυτής υποστηρίζει ότι τα στοιχεία αυτά υποδήλωναν γνώση του σχεδίου από τον Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο, αφήνοντας ανοιχτό και το ενδεχόμενο προσωπικής έγκρισής του. Πρόκειται για καταγγελία του συνεντευξιαζόμενου και όχι για δικαστική διαπίστωση που παρουσιάζεται στο δημοσίευμα.
Παράλληλα, αναφέρεται στη συλλογή επιβαρυντικού υλικού —του λεγόμενου «kompromat»— και ισχυρίζεται ότι τέτοιες πρακτικές χρησιμοποιήθηκαν σε προσπάθειες υπονόμευσης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου του 2016 στο Κολυμπάρι της Κρήτης.
Εκκλησιαστικά ακίνητα κοντά σε κρίσιμες εγκαταστάσεις
Ο O’Hurley εντάσσει τις αναφορές για την Ελλάδα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Επικαλείται περιπτώσεις απελάσεων Ρώσων κληρικών από τη Βουλγαρία, την Εσθονία και τα Σκόπια, καθώς και την απόκτηση ακινήτων κοντά σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές.
Αναφέρεται ειδικότερα σε ναό κοντά σε αεροπορικό διάδρομο στη Σουηδία και σε εκκλησιαστική παρουσία κοντά στο Κέντρο Διακλαδικού Πολέμου του ΝΑΤΟ στο Σταβάνγκερ της Νορβηγίας. Κατά την εκτίμησή του, η επιλογή τέτοιων θέσεων δημιουργεί ερωτήματα για δραστηριότητες πέραν της εξυπηρέτησης των θρησκευτικών αναγκών.
Στη Μολδαβία, περιγράφει διαφορετικό μηχανισμό επιρροής: προσκυνηματικά ταξίδια στη Ρωσία, παροχές προς κληρικούς και προπληρωμένες κάρτες, με αντάλλαγμα, όπως καταγγέλλει, την αναπαραγωγή φιλορωσικών μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά την εκλογική περίοδο του 2025.
Άγιον Όρος και πολιτική εκμετάλλευση των πνευματικών δεσμών
Για τον Άθω, ο αναλυτής διακρίνει τους ιστορικούς πνευματικούς δεσμούς από την αξιοποίησή τους για κρατικές επιδιώξεις. Υποστηρίζει ότι η Μόσχα έχει εντάξει τη ρωσική παρουσία στο Άγιον Όρος σε μια ευρύτερη στρατηγική θρησκευτικής διπλωματίας.
Επικαλείται αναφορές για Ρώσους επισκέπτες με μοναχική ιδιότητα που παραμένουν στην Ελλάδα μετά τη λήξη της θεώρησής τους και μετακινούνται στη χώρα. Συνδέει ορισμένες τέτοιες περιπτώσεις με ανησυχίες των υπηρεσιών ασφαλείας, χωρίς να παρουσιάζει στη συνέντευξη συγκεκριμένες δικογραφίες ή αποφάσεις.
Η σχέση Πούτιν–Κυρίλλου και η σύγκρουση με το Φανάρι
Ο O’Hurley περιγράφει τη σχέση της ρωσικής πολιτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας ως σχέση αμοιβαίων ανταλλαγμάτων: η Εκκλησία προσφέρει πολιτική νομιμοποίηση, ενώ το κράτος ενισχύει την περιουσία, τα προνόμια και την κοινωνική επιρροή της.
Ασκεί ιδιαίτερα έντονη κριτική στη θρησκευτική δικαιολόγηση του πολέμου στην Ουκρανία. Κατά την άποψή του, η παρουσίαση της σύγκρουσης ως ιερής αποστολής υπηρετεί την κινητοποίηση της ρωσικής κοινωνίας και υποτάσσει την εκκλησιαστική λειτουργία στους κρατικούς στόχους.
Αντίστοιχα, ερμηνεύει την αντιπαράθεση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως διεκδίκηση ευρύτερης επιρροής στον ορθόδοξο κόσμο. Συνδέει τη θεωρία της «Τρίτης Ρώμης» με την ιδεολογία του «Ρωσικού Κόσμου» και υπερασπίζεται τον ρόλο του Φαναρίου στην ενότητα της Ορθοδοξίας.
Ο ίδιος, ο οποίος έχει τιμηθεί ως Άρχων Νομοφύλαξ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υποστηρίζει ακόμη ότι η επίκληση των «παραδοσιακών αξιών» από τη Μόσχα λειτουργεί ως μέσο πολιτικής συσπείρωσης και επιρροής. Αντιπαραθέτει σε αυτή τη χρήση την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την έμπρακτη κοινωνική μέριμνα.
Για την προοπτική εκκλησιαστικής συμφιλίωσης, θεωρεί αναγκαία την επανεξέταση της σχέσης της Ρωσικής Εκκλησίας με το κράτος. Εκτιμά ότι ο τερματισμός του πολέμου, από μόνος του, δεν αρκεί για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική της εκκλησιαστικής ηγεσίας.