Γράφει ο Παντελής Σαββίδης
Οι τελευταίες τοποθετήσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για την Τουρκία δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες από την ελληνική πλευρά. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποδείξει διαχρονικά ότι αντιμετωπίζει τις διεθνείς σχέσεις μέσα από το πρίσμα της ισχύος και των πολιτικών ανταλλαγμάτων, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντικές τις αναφορές του σε μια ενδεχόμενη αναβάθμιση της αμυντικής συνεργασίας με την Άγκυρα.
Οι συζητήσεις που αφορούν τα F-35, τους κινητήρες μαχητικών αεροσκαφών και τη συνολικότερη επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον-Άγκυρας δεν περιορίζονται στην προμήθεια στρατιωτικού υλικού. Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τον γεωπολιτικό της ρόλο, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως αναντικατάστατο παράγοντα της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, επιθυμεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη θεσμική βαρύτητα, φιλοξενώντας νέες νατοϊκές δομές και μετατρέποντας τη στρατηγική της θέση σε πολιτικό πλεονέκτημα.
Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς. Η Άγκυρα εξακολουθεί να διατηρεί σε ισχύ το casus belli απέναντι στην Αθήνα, αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και αξιοποιεί τη συμμετοχή της στη Συμμαχία για να προωθεί τις πάγιες αναθεωρητικές της επιδιώξεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, η περαιτέρω στρατιωτική και θεσμική της ενίσχυση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ανισορροπίες.
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να εγκαταλείψει τη λογική της χαμηλής έντασης και να χαράξει σαφείς κόκκινες γραμμές. Μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική απαιτεί ξεκάθαρες θέσεις και ενεργητική διπλωματία, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ζητήματα που αφορούν την εθνική κυριαρχία και την ασφάλεια.
Εξίσου σημαντικό είναι το ίδιο το ΝΑΤΟ να επιδείξει συνέπεια στις αρχές που επικαλείται. Είναι δύσκολο να γίνεται λόγος για συμμαχική αλληλεγγύη όταν ένα κράτος-μέλος διατηρεί επίσημη απειλή πολέμου εναντίον ενός άλλου και ταυτόχρονα απολαμβάνει διαρκώς αναβαθμισμένο ρόλο. Εάν η Συμμαχία επιδιώκει μεγαλύτερη συνοχή και ζητά αυξημένες αμυντικές συνεισφορές από τα ευρωπαϊκά κράτη, οφείλει να αντιμετωπίσει και το ζήτημα του τουρκικού αναθεωρητισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα θα μπορούσε να κινηθεί σε τρεις βασικούς άξονες. Πρώτον, να επαναφέρει επισήμως στους συμμάχους το θέμα του casus belli, ζητώντας την οριστική κατάργησή του. Δεύτερον, να αποτρέψει κάθε απόφαση ή θεσμική ρύθμιση που θα μπορούσε να ενσωματώνει, άμεσα ή έμμεσα, τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Και τρίτον, εφόσον απαιτηθεί, να αξιοποιήσει τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτει, ακόμη και το δικαίωμα άσκησης βέτο.
Η χρήση του βέτο δεν συνιστά πράξη αντιπαράθεσης, αλλά αποτελεί θεσμοθετημένο μέσο προάσπισης των εθνικών συμφερόντων. Αντίστοιχα, ακόμη και σε ένα ενδεχόμενο τουρκικής αναβάθμισης εντός της Συμμαχίας, η Ελλάδα θα μπορούσε να θέσει ως αναγκαίες προϋποθέσεις τόσο την κατάργηση του casus belli όσο και την ενίσχυση της δικής της νατοϊκής παρουσίας και υποδομής. Διαφορετικά, η ισορροπία ασφαλείας στην περιοχή θα διαταραχθεί προς όφελος της Άγκυρας.
Οι εξελίξεις των επόμενων μηνών αναμένεται να αποτελέσουν κρίσιμο τεστ για την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η στάση της Αθήνας θα δείξει εάν θα επιλέξει την ενεργητική υπεράσπιση των εθνικών της θέσεων ή εάν θα περιοριστεί σε μια διακριτική παρακολούθηση των εξελίξεων. Σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών ανακατατάξεων, η απουσία ξεκάθαρης αντίδρασης ενδέχεται να εκληφθεί ως αποδοχή τετελεσμένων, με συνέπειες που μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα σοβαρές.