breaking newsΔιεθνή

Ο πληροφοριακός πόλεμος στην Αρμενία – Προετοιμάζοντας ένα έθνος για παράδοση

Άρθρο του Ara Nazarian στο Armenian Weekly

Μετάφραση , επιμέλεια: Γιαγουπιάν Αρντασές

Για σχεδόν μία δεκαετία, οι Αρμένιοι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πολιτική στρατηγική επικοινωνίας που ακολουθεί ένα αναγνωρίσιμο και βαθιά επιζήμιο μοτίβο: πρώτα έρχεται η κατηγορηματική άρνηση, έπειτα η ειρωνεία και η απαξίωση κάθε ανησυχίας, στη συνέχεια η σταδιακή κανονικοποίηση αυτού που προηγουμένως παρουσιαζόταν ως αδιανόητο, και τέλος η αποδοχή ακριβώς εκείνης της εξέλιξης που μέχρι χθες θεωρούνταν «αδύνατη». Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε ξανά και ξανά: στο Αρτσάχ, στις εδαφικές παραχωρήσεις, στις συνταγματικές αλλαγές, στις σχέσεις με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν, στον λεγόμενο «διάδρομο» και πλέον στις συζητήσεις γύρω από την εγκατάσταση Αζέρων στην ίδια την Αρμενία.

Ο κίνδυνος αυτής της στρατηγικής δεν είναι μόνο πολιτικός. Είναι βαθιά ψυχολογικός. Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, διότι μία από τις πιο επίμονες ψευδείς εξισώσεις στον αρμενικό δημόσιο διάλογο σήμερα είναι ο ισχυρισμός ότι τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση επιδίδονται απλώς σε διαφορετικές μορφές κινδυνολογίας ή «gaslighting». Δεν ισχύει κάτι τέτοιο.

Οι κυβερνώντες επανειλημμένα αρνήθηκαν κινδύνους, χλεύασαν ανησυχίες και παρουσίασαν προειδοποιήσεις ως υστερία ή ξένη χειραγώγηση, μόνο και μόνο για να καταλήξουν αργότερα να κανονικοποιούν, να εφαρμόζουν ή ακόμη και να υπερασπίζονται ακριβώς εκείνες τις εξελίξεις που προηγουμένως διαβεβαίωναν ότι «δεν πρόκειται ποτέ να συμβούν». Η αντιπολίτευση, αντίθετα, βρέθηκε κυρίως σε αμυντική θέση, προσπαθώντας συνεχώς να καταγράφει αντιφάσεις, να διατηρεί τη συλλογική μνήμη και να προειδοποιεί την κοινωνία πριν οι συνέπειες γίνουν πραγματικότητα.

Αυτή η διαφορά έχει σημασία για όσους ενδιαφέρονται για την αλήθεια και την υπεράσπιση των συμφερόντων του αρμενικού έθνους.

Η μία πλευρά μετακινεί συνεχώς την ίδια την πραγματικότητα. Η άλλη προσπαθεί, έστω και ατελώς, να παρακολουθήσει ένα πολιτικό τοπίο όπου οι κόκκινες γραμμές καταρρέουν διαρκώς. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς ο «φόβος». Είναι η αξιοπιστία.

Οι Αρμένιοι δεν φαντάζονται ότι τα τελευταία έξι χρόνια σημειώθηκαν τεράστιες εθνικές ανατροπές. Αντιδρούν σε απτά πολιτικά αποτελέσματα: την απώλεια του Αρτσάχ, την εθνοκάθαρση των Αρμενίων του Αρτσάχ, τη μεταβαλλόμενη ρητορική γύρω από την αρμενική κυριαρχία, τις συζητήσεις περί συνταγματικής αναθεώρησης, την επίθεση κατά της Αρμενικής Εκκλησίας, της ιστορίας και των αξιών, την αυξανόμενη κανονικοποίηση των τουρκικών και αζερικών απαιτήσεων, καθώς και έναν δημόσιο λόγο που παλαιότερα θα ήταν πολιτικά αδιανόητος.

Ο στόχος δεν είναι απλώς να πειστεί η αρμενική κοινωνία να αποδεχθεί μια συγκεκριμένη πολιτική θέση. Ο στόχος είναι να εξαντληθεί η εμπιστοσύνη του λαού στη δική του μνήμη, διαίσθηση και βιωμένη εμπειρία, μέχρις ότου η κοινωνία συνηθίσει ψυχολογικά να αποδέχεται εξελίξεις που παλαιότερα θα θεωρούνταν αδιανόητες.

Γι’ αυτό και ολοένα περισσότεροι Αρμένιοι χρησιμοποιούν όρους όπως «gaslighting», «ύπνωση», «ηθική αποσύνθεση» και «ψυχολογικός πόλεμος» για να περιγράψουν τον δημόσιο διάλογο γύρω από το σημερινό καθεστώς εξουσίας.

Η βασική διαμαρτυρία δεν είναι απλώς ότι η κυβέρνηση πήρε αντιδημοφιλείς αποφάσεις. Αυτό συμβαίνει συχνά σε κάθε χώρα. Η διαμαρτυρία είναι ότι ο κόσμος αισθάνεται πλέον πως του ζητούν να μην εμπιστεύεται την ίδια του τη μνήμη.

Δεν υπήρχε θέμα διαδρόμου.

Και μετά υπήρξε.

Δεν θα εγκαταλειπόταν το Αρτσάχ.

Ήρθε ο πόλεμος και οι 44 ημέρες εξαπάτησης.

Στη συνέχεια το Αρτσάχ αναγνωρίστηκε ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν.

Δεν θα υπήρχε διάβρωση της κυριαρχίας.

Και τώρα γίνονται συζητήσεις για εξωτερικά ελεγχόμενες μεταφορικές διαδρομές και συνταγματικές αλλαγές προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του Αζερμπαϊτζάν.

Οι ανησυχίες γύρω από τις αφηγήσεις περί «επιστροφής» Αζέρων παρουσιάζονταν ως παράνοια. Σήμερα, όμως, Αζέροι αξιωματούχοι μιλούν ανοιχτά για το «Δυτικό Αζερμπαϊτζάν», για επιστροφή Αζέρων στην Αρμενία και για ιστορικές διεκδικήσεις επί αρμενικών εδαφών. Και οι αρμενικές αρχές όχι μόνο δεν απορρίπτουν αυτές τις αφηγήσεις, αλλά πλέον μιλούν ανοιχτά γι’ αυτές.

Πρώτα έρχεται η συναισθηματικά φορτισμένη εθνικιστική ρητορική: «Το Αρτσάχ είναι Αρμενία και τέλος». Έπειτα η άρνηση του κινδύνου. Μετά η χλεύη προς όσους εκφράζουν ανησυχίες. Στη συνέχεια η σταδιακή αναδιατύπωση: ίσως χρειάζεται συμβιβασμός, ίσως οι ιστορικές παραδοχές ήταν λανθασμένες, ίσως οι εθνικές προσδοκίες ήταν μη ρεαλιστικές. Και τελικά έρχεται η πλήρης ανατροπή: το Αρτσάχ είναι Αζερμπαϊτζάν, το θέμα έκλεισε, προχωρήστε παρακάτω.

Πολλοί Αρμένιοι αισθάνονται ψυχολογικά χειραγωγημένοι από τη συνεχή μετατόπιση των πολιτικών «κόκκινων γραμμών». Και αυτό δεν αφορά απλώς μια πολιτική διαφωνία. Αφορά την εμπιστοσύνη. Ο αρμενικός λαός θυμάται ότι του έλεγαν πως δεν θα υπάρξουν παραχωρήσεις. Θυμάται ότι του έλεγαν πως δεν υπήρχε θέμα διαδρόμου. Θυμάται τις διαβεβαιώσεις ότι η κυριαρχία δεν θα θιγεί. Θυμάται ότι οι Αρμένιοι του Αρτσάχ δεν θα εγκαταλειφθούν.

Και τώρα ακούγονται ολοένα συχνότερα συζητήσεις που παλαιότερα θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητες: συνταγματικές αλλαγές προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του Αζερμπαϊτζάν, περιφερειακές «επικοινωνίες» με εξωτερική εποπτεία, εξομάλυνση σχέσεων χωρίς αμοιβαιότητα και ρητορική που υποβαθμίζει ή επαναπροσδιορίζει θεμελιώδεις αρμενικές εθνικές ανησυχίες.

Το ζήτημα δεν είναι αν κάθε φόβος που κυκλοφορεί στην αρμενική κοινωνία θα πραγματοποιηθεί ακριβώς όπως περιγράφεται. Το ζήτημα είναι ότι η αρμενική κοινωνία πλέον δεν εμπιστεύεται την ίδια τη διαδικασία της πολιτικής επικοινωνίας.

Αυτή η δυναμική φαίνεται ιδιαίτερα στις συζητήσεις γύρω από το ενδεχόμενο επιστροφής Αζέρων στην Αρμενία. Ένα από τα πιο φορτισμένα ζητήματα στον αρμενικό δημόσιο διάλογο αφορά την πιθανότητα εγκατάστασης μεγάλων αζερικών πληθυσμών — περίπου 300.000 ανθρώπων — μέσα στην ίδια την Αρμενία, συμπεριλαμβανομένων περιοχών όπως το Σιουνίκ, το Γκεγκαρκουνίκ, το Ταβούς και άλλες.

Οι επικριτές της κυβέρνησης δεν επικαλούνται αφηρημένες θεωρίες συνωμοσίας, αλλά τις ίδιες τις δηλώσεις του Αζερμπαϊτζάν περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν», οργανωμένα συνέδρια που προωθούν αφηγήσεις «επιστροφής» Αζέρων, καθώς και την ολοένα πιο κανονικοποιημένη δημόσια συζήτηση περί «δικαιώματος επιστροφής» Αζέρων στην Αρμενία — κάτι που επιβεβαιώνεται και από μέλη της αρμενικής κυβερνητικής ελίτ.

Κάποιος μπορεί να συζητήσει το ακριβές μέγεθος ή την αμεσότητα αυτών των κινδύνων. Όμως γίνεται ολοένα δυσκολότερο να απορρίπτονται αυτές οι ανησυχίες ως καθαρή φαντασία, όταν οι ίδιοι οι Αζέροι αξιωματούχοι προωθούν δημόσια αυτές τις αφηγήσεις και οι αρμενικές αρχές δεν κάνουν τίποτα για να τις αντικρούσουν.

Ένας σχολιασμένος χάρτης που κυκλοφορεί ευρέως στις αρμενικές πολιτικές συζητήσεις και αναφέρεται συχνά σε πρόσφατες αναλύσεις, επισημαίνει περιοχές όπου περίπου 150 χωριά κατανέμονται σε στρατηγικά ευαίσθητες ζώνες της Αρμενίας. Αυτές οι πιθανές ζώνες εγκατάστασης δεν αποτελούν τυχαίες δημογραφικές τοποθεσίες, αλλά συνδέονται άμεσα με την ευρύτερη αφήγηση περί «Δυτικού Αζερμπαϊτζάν» που προωθούν κύκλοι συνδεδεμένοι με το αζερικό κράτος.

Ο χάρτης προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία λόγω των στρατηγικών περιοχών που αναδεικνύει. Μεγάλες συγκεντρώσεις εμφανίζονται κατά μήκος της ανατολικής περιοχής της λίμνης Σεβάν και σε ολόκληρο το Σιουνίκ — περιοχές που ελέγχουν ορισμένες από τις σημαντικότερες αρτηρίες μεταφορών της Αρμενίας, υψώματα στρατηγικής σημασίας και κρίσιμους υδάτινους πόρους. Ειδικά στο Σιουνίκ, η μαζική εγκατάσταση αζερικών πληθυσμών θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να δημιουργήσει δημογραφική και πολιτική πίεση στη μοναδική αξιόπιστη χερσαία σύνδεση της Αρμενίας με το Ιράν — τη σημαντικότερη στρατηγική δίοδο της χώρας εκτός τουρκικής και αζερικής επιρροής.

Άλλες επισημασμένες ζώνες βρίσκονται κοντά σε βασικούς αυτοκινητόδρομους, ορεινά περάσματα και σημαντικά υδάτινα συστήματα στο Γκεγκαρκουνίκ, στο Ταβούς και στη βόρεια Αρμενία. Μια τέτοια δημογραφική τοποθέτηση θα μπορούσε σταδιακά να δημιουργήσει όχι μόνο προκλήσεις συνύπαρξης, αλλά και μακροπρόθεσμη στρατηγική ευαλωτότητα, δίνοντας σε αζερικούς πληθυσμούς εγγύτητα σε κρίσιμες υποδομές, διαδρόμους μεταφορών και ζωτικούς υδάτινους πόρους της Αρμενίας.

Και πάλι, το ζήτημα δεν είναι αν κάθε ακραία πρόβλεψη θα πραγματοποιηθεί ακριβώς όπως περιγράφεται — αν και οι Αρμένιοι έχουν ήδη δει πολλές «αδιανόητες» εξελίξεις να γίνονται πραγματικότητα. Το ζήτημα είναι ότι ζητείται από την αρμενική κοινωνία να αγνοήσει ανησυχίες που συνδέονται άμεσα με δημόσια διατυπωμένες αζερικές γεωπολιτικές αφηγήσεις, με τη στρατηγική γεωγραφία και με τη πρόσφατη ιστορική εμπειρία.

Ακριβώς εδώ θεωρεί η αντιπολίτευση ότι το κυβερνών καθεστώς ακολουθεί μια επικίνδυνη επικοινωνιακή στρατηγική: πρώτα η χλεύη, μετά η κανονικοποίηση.

Όσοι προειδοποιούν για αυτές τις εξελίξεις κατηγορούνται συχνά ότι καλλιεργούν φόβο. Ωστόσο, το βασικό επιχείρημα της αντιπολίτευσης δεν είναι ότι η κοινωνία πρέπει να πανικοβληθεί, αλλά ότι ο αρμενικός λαός οφείλει να προετοιμαστεί, να αναλύσει τα δεδομένα και να διαπραγματεύεται από θέση επίγνωσης και όχι άρνησης.

Για χρόνια, οι δημόσιες ανησυχίες γύρω από τέτοια ζητήματα απορρίπτονταν ως κινδυνολογία. Κι όμως, Αζέροι αξιωματούχοι και οργανισμοί που συνδέονται με το αζερικό κράτος μιλούν εδώ και καιρό ανοιχτά για το «Δυτικό Αζερμπαϊτζάν», για την εγκατάσταση Αζέρων στην Αρμενία και για ιστορικές διεκδικήσεις επί αρμενικών εδαφών. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν αυτές οι θέσεις μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα. Το ζήτημα είναι ότι οι Αρμένιοι αισθάνονται ολοένα περισσότερο πως ανησυχίες που χθες χλευάζονταν ως παράλογες, αργότερα αναγνωρίζονται σιωπηρά ως πραγματικές.

Ακριβώς έτσι καταρρέει η ψυχολογική εμπιστοσύνη.

Την ίδια στιγμή, προωθείται προς τη Διασπορά και το δυτικό κοινό ένα παράλληλο αφήγημα στην αγγλική γλώσσα. Σύμφωνα με αυτό, οι αρμενικές ανησυχίες παρουσιάζονται κυρίως ως παράλογος φόβος, συναισθηματική υπερβολή ή χειριστικός εθνικισμός. Ένα πρόσφατο άρθρο του EVN Report με τίτλο «It Has to Be Said» υποστηρίζει ότι η αρμενική κοινωνία καθοδηγείται από ρητορική βασισμένη στον φόβο και αναφέρει πως: «Ο φόβος δεν είναι πολιτική. Ο φόβος δεν μπορεί να αποτελεί στρατηγική». Σε θεωρητικό επίπεδο, αυτή η διαπίστωση είναι σωστή. Κανένα έθνος δεν μπορεί να επιβιώσει βασιζόμενο αποκλειστικά στον φόβο.

Το πρόβλημα, όμως, αρχίζει όταν πραγματικές ανησυχίες εθνικής ασφάλειας παρουσιάζονται όχι ως αντίδραση σε υπαρκτές γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά κυρίως ως συναισθηματική παθολογία.

Το ίδιο άρθρο προειδοποιεί για την «εργαλειοποίηση του φόβου», ασκώντας κριτική στις αφηγήσεις περί εδαφικών απωλειών, επιστροφής Αζέρων και εθνικής ανασφάλειας. Ωστόσο, πολλές από τις ανησυχίες που εκφράζονται στον αρμενικό πολιτικό διάλογο δεν είναι επινοήσεις. Συνδέονται με σαφείς δηλώσεις Αζέρων αξιωματούχων, με ενέργειες της κυβερνώσας παράταξης στην Αρμενία, με τις συνεχιζόμενες περιφερειακές πιέσεις και με τη βιωμένη εμπειρία των Αρμενίων μετά την απώλεια και την εθνοκάθαρση του Αρτσάχ.

Αυτό δημιουργεί ένα ολοένα μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στον πολιτικό λόγο που διαμορφώνεται στα αρμενικά μέσα στην Αρμενία και στον αγγλόφωνο λόγο που απευθύνεται στη Διασπορά και στη Δύση.

Το ίδιο χάσμα φαίνεται όλο και περισσότερο και στις συζητήσεις γύρω από το οικονομικό μέλλον της Αρμενίας και το άνοιγμα των συνόρων με την Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν.

Οι κυβερνώντες παρουσιάζουν τα ανοιχτά σύνορα σχεδόν αποκλειστικά ως αυτονόητο αγαθό — ως σύμβολο ειρήνης, εκσυγχρονισμού και περιφερειακής ολοκλήρωσης. Παρ’ όλα αυτά, έχει υπάρξει ελάχιστη δημόσια συζήτηση για τις οικονομικές συνέπειες που θα έχουν αυτές οι εξελίξεις στους Αρμένιους παραγωγούς, αγρότες και επιχειρηματίες. Στην πραγματικότητα, υπάρχει τεράστια ανισορροπία τιμών ανάμεσα στα αρμενικά και τα τουρκικά προϊόντα, ιδιαίτερα στους τομείς της γεωργίας και της κλωστοϋφαντουργίας. Τα τουρκικά αγροτικά προϊόντα είναι κατά 10 έως 50% φθηνότερα από τα αντίστοιχα αρμενικά, ενώ τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα κοστίζουν δραματικά λιγότερο λόγω της βιομηχανικής κλίμακας και της παραγωγικής ανάπτυξης της Τουρκίας.

Η ανησυχία που εκφράζεται δεν αφορά την αντίθεση στο εμπόριο καθαυτό. Αφορά την αντίθεση στην είσοδο της Αρμενίας σε έναν ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό με μια πολύ μεγαλύτερη γειτονική οικονομία, χωρίς σοβαρό σχεδιασμό μετάβασης, χωρίς προστασία της εγχώριας παραγωγής και χωρίς εθνική οικονομική στρατηγική.

Αυτή η ανησυχία δεν είναι ούτε παράλογη ούτε «αντι-ειρηνική».

Η ίδια η σύγχρονη Τουρκία οικοδόμησε μεγάλο μέρος της βιομηχανικής της ισχύος κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 μέσω προστατευτικών οικονομικών πολιτικών, κρατικής στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και προσεκτικά ελεγχόμενης ανάπτυξης της αγοράς πριν από την πλήρη φιλελευθεροποίηση. Η σημερινή ηγεσία της Αρμενίας φαίνεται διατεθειμένη να εκθέσει τους εύθραυστους τομείς της αρμενικής γεωργίας και μεταποίησης σε άμεσο τουρκικό ανταγωνισμό, χωρίς ανάλογη προετοιμασία, επιδοτήσεις, βιομηχανική πολιτική ή μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.

Το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν θα είναι μια υγιής ενσωμάτωση, αλλά μια ασύμμετρη οικονομική απορρόφηση. Αν οι Αρμένιοι καταναλωτές στραφούν — όπως είναι αναμενόμενο — στα φθηνότερα τουρκικά προϊόντα, πολλοί Αρμένιοι παραγωγοί ενδέχεται απλώς να καταρρεύσουν υπό το βάρος του άνισου ανταγωνισμού. Μικροί αγρότες, παραγωγοί κλωστοϋφαντουργικών και τοπικές βιοτεχνίες, που ήδη λειτουργούν κάτω από δύσκολες συνθήκες, θα βρεθούν αντιμέτωποι με την αδυναμία επιβίωσης.

Αυτό δεν είναι αφηρημένος εθνικισμός. Είναι το ερώτημα αν η Αρμενία σκοπεύει να διατηρήσει μια παραγωγική εθνική οικονομική βάση ή αν θα μετατραπεί σταδιακά σε μια χώρα εξαρτημένη από τις οικονομίες των γειτόνων της.

Κι όμως, αυτές οι ανησυχίες απορρίπτονται συχνά στον αγγλόφωνο δημόσιο λόγο ως απλή συναισθηματική αντίσταση στην ειρήνη ή ως παράλογος εθνικισμός, αντί να αντιμετωπίζονται ως εύλογα ζητήματα οικονομικής κυριαρχίας, σχεδιασμού μετάβασης και κρατικής ευθύνης.

Μέσα στην Αρμενία, ολοένα περισσότεροι πολίτες αισθάνονται μια υπαρξιακή ανασφάλεια.

Έξω από την Αρμενία, όμως, ο αγγλόφωνος «ανεξάρτητος» σχολιασμός παρουσιάζει συχνά αυτές τις ίδιες ανησυχίες κυρίως ως εκδηλώσεις τραύματος, χειραγώγησης ή παράλογου εθνικισμού. Το ζήτημα εδώ δεν είναι αν κάθε αρμενικός φόβος είναι αντικειμενικά σωστός. Το ζήτημα είναι αν οι αρμενικές ανησυχίες παρουσιάζονται με δίκαιο και ισορροπημένο τρόπο. Όταν μέσα ενημέρωσης υποβαθμίζουν συστηματικά τη μία πλευρά της εθνικής αγωνίας, ενώ παράλληλα ενισχύουν το πλαίσιο αφήγησης που προτιμούν οι κυβερνώντες και οι διεθνείς τους εταίροι, τότε εύλογα προκύπτουν ερωτήματα για την ανεξαρτησία τους, την ευθυγράμμιση της αφήγησης και τη διαμόρφωση της ατζέντας.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η σύγχρονη πολιτική πειθώ δεν λειτουργεί κυρίως μέσω των γεγονότων και μόνο.

Δεκαετίες ερευνών στην επικοινωνία δείχνουν ότι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πολιτική πραγματικότητα μέσα από την ταυτότητα, το συναίσθημα, την εμπιστοσύνη και την κοινωνική επιβεβαίωση. Η πιο αποτελεσματική πολιτική αφήγηση σπάνια είναι εκείνη με τις περισσότερες λεπτομέρειες ή τα περισσότερα στοιχεία. Είναι εκείνη που διαμορφώνει τον συναισθηματικό τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται η πραγματικότητα.

Γι’ αυτό και ο απλός έλεγχος των γεγονότων συχνά δεν αρκεί. Η πραγματική μάχη αφορά το πλαίσιο ερμηνείας.

Είναι η ανησυχία για την κυριαρχία: παράλογη παράνοια ή θεμιτή εθνική επαγρύπνηση;

Είναι η αντίσταση σε εξωτερικά επιβαλλόμενες παραχωρήσεις: «εξτρεμισμός» ή εθνική αυτοσυντήρηση;

Είναι ο δημόσιος σκεπτικισμός απέναντι στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις: οπισθοδρόμηση ή στρατηγικός ρεαλισμός για ένα μικρό και ευάλωτο κράτος;

Αυτά δεν είναι απλώς διαφωνίες γύρω από γεγονότα. Είναι συγκρουόμενες αφηγήσεις ταυτότητας. Γι’ αυτό και η αρμενική κοινωνία πρέπει να γίνει πιο ώριμη και πιο προσεκτική τόσο στην αξιολόγηση των γεγονότων όσο και στην αναγνώριση των τεχνικών πολιτικής επικοινωνίας.

Ένα από τα πιο σημαντικά συμπεράσματα της σύγχρονης συμπεριφορικής επιστήμης είναι η λεγόμενη «θεωρία του εμβολιασμού» (inoculation theory): όταν οι άνθρωποι εκπαιδεύονται εκ των προτέρων στο πώς λειτουργεί η χειραγώγηση, γίνονται πολύ πιο ανθεκτικοί απέναντί της.

Οι Αρμένιοι δεν χρειάζεται να συμφωνούν με κάθε επιχείρημα της αντιπολίτευσης. Ούτε είναι υποχρεωμένοι να αποδέχονται κάθε απαισιόδοξη πρόβλεψη. Πρέπει όμως να μάθουν να αναγνωρίζουν επαναλαμβανόμενες τεχνικές πειθούς:

Άρνηση που ακολουθείται από σταδιακή κανονικοποίηση.

Χλεύη προς πολίτες που εκφράζουν ανησυχία.

Παρουσίαση της εθνικής μνήμης ως «συναισθηματικής υπερβολής».

Παρουσίαση της υποχώρησης ως «πραγματισμού».

Ταύτιση της εθνικής επαγρύπνησης με τον εξτρεμισμό.

Χρήση της κόπωσης και της απελπισίας για τη μείωση της κοινωνικής αντίστασης.

Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι η Αρμενία πρέπει να απορρίψει την ειρήνη, τη διπλωματία ή την περιφερειακή συνεργασία. Όμως πραγματική ειρήνη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ψυχολογική εξάντληση, στις χειραγωγημένες προσδοκίες ή στη διάβρωση των εθνικών συμφερόντων, αξιών, της ιστορίας, της μνήμης και της αυτοπεποίθησης ενός λαού.

Ένα έθνος που χάνει την εμπιστοσύνη στη δική του μνήμη, αργά ή γρήγορα χάνει και την πίστη στο ίδιο του το δικαίωμα να υπάρχει πολιτικά. Και αυτός είναι ο βαθύτερος φόβος που αναδύεται σήμερα σε μεγάλα τμήματα της αρμενικής κοινωνίας.

Οι Αρμένιοι δεν χρειάζονται περισσότερες «διαχειριζόμενες αφηγήσεις» που στόχο έχουν να τους συνηθίσουν ώστε να αποδέχονται κάθε νέα παραχώρηση ως αναπόφευκτη.

Χρειάζονται ειλικρίνεια.

Χρειάζονται διαφάνεια.

Χρειάζονται ηγέτες και θεσμούς που να είναι πρόθυμοι να μιλήσουν ξεκάθαρα για τους κινδύνους, τα ανταλλάγματα και τις εθνικές συνέπειες.

Και πάνω απ’ όλα, χρειάζονται να ξαναβρούν την εμπιστοσύνη στη δική τους ικανότητα να αναγνωρίζουν την πραγματικότητα χωρίς να οδηγούνται ψυχολογικά σε υποταγή.

Γιατί στο τέλος, η επιβίωση ενός έθνους δεν εξαρτάται μόνο από τα εδάφη ή τη στρατιωτική ισχύ, αλλά από το αν ο λαός του διατηρεί ακόμη τη διαύγεια, την αυτοπεποίθηση και τη συνείδηση που απαιτούνται για να υπερασπιστεί το συλλογικό του μέλλον.

 

Back to top button