breaking newsΕλλάδα

Μπαίνουμε στην εποχή της ολοκληρωτικής ψηφιακής επιτήρησης

Μια αποκαλυπτική συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη, τη βιομετρική επιτήρηση, τα ψηφιακά νομίσματα, τις εκλογές, τα κατασκοπευτικά λογισμικά και το Predator φιλοξένησε ο Γιώργος Σαχίνης στην εκπομπή «Αντιθέσεις», με καλεσμένο τον ειδικό σε θέματα κυβερνοασφάλειας και κυβερνοστρατηγικής, Φεντερίκο Καράσκο.

Ο Γιώργος Σαχίνης έθεσε από την αρχή το μεγάλο ερώτημα: αν η τεχνολογία αιχμής οδηγεί την ανθρωπότητα σε πρόοδο ή αν μπορεί να γίνει εργαλείο απόλυτου ελέγχου. Στο ίδιο πλαίσιο έβαλε ζητήματα όπως η ηλεκτρονική επιτήρηση, τα βιομετρικά δεδομένα, η αναγνώριση προσώπου, η αναγνώριση από την περπατησιά και η δυνατότητα να μετατραπεί ο άνθρωπος σε «αντικείμενο» μέσα στον ψηφιακό χωροχρόνο.

Ο Φεντερίκο Καράσκο εμφανίστηκε ξεκάθαρος: η ανθρωπότητα, όπως είπε, βαδίζει μεθοδικά σε μια εποχή ολοκληρωτικής επιτήρησης. Παρότι ο ίδιος προέρχεται από τον χώρο της πληροφορικής και δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως τεχνοφοβικός, υπογράμμισε ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Κατά την ανάλυσή του, αποτελεί εργαλείο της άρχουσας τάξης, των τεχνολογικών ελίτ και ενός συστήματος που αναζητά νέα πεδία κέρδους και ελέγχου.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην τεχνητή νοημοσύνη, λέγοντας ότι υπόσχεται πολύ περισσότερα από όσα μπορεί σήμερα να προσφέρει για το καλό των κοινωνιών. Αναγνώρισε ότι τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα αποτελούν σημαντικό τεχνολογικό βήμα, όμως προειδοποίησε ότι η πίεση να «πετύχει πάση θυσία» η τεχνητή νοημοσύνη συνδέεται με οικονομικά συμφέροντα και με την ανάγκη των συστημάτων εξουσίας να ελέγξουν κοινωνίες που βρίσκονται μπροστά σε μεγάλες αναταράξεις.

Στη συνέχεια η συζήτηση πέρασε στη «τεχνοθεολογία», όπως την περιέγραψε ο Καράσκο, αναφερόμενος σε πρόσωπα όπως ο Πίτερ Τιλ, ο Ίλον Μασκ, ο Ντέιβιντ Σακς και άλλοι ισχυροί παράγοντες της τεχνολογικής βιομηχανίας. Ο ίδιος υποστήριξε ότι γύρω από αυτές τις προσωπικότητες διαμορφώνεται μια νέα ιδεολογία, όπου η τεχνολογία, το χρήμα και η εξουσία ενώνονται σε ένα μοντέλο που διεκδικεί όχι απλώς οικονομική επιρροή, αλλά έλεγχο πάνω στην ανθρώπινη ζωή.

Μεγάλο μέρος της εκπομπής αφιερώθηκε στα δεδομένα και στα cloud συστήματα. Ο Καράσκο ανέφερε ότι μεγάλες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας έχουν βαθιές σχέσεις με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας και τις υπηρεσίες ασφαλείας. Σημείωσε ότι τα κράτη που παραδίδουν κρίσιμα δεδομένα πολιτών σε ξένες πλατφόρμες cloud εκχωρούν, στην πράξη, μέρος της ψηφιακής τους κυριαρχίας.

Ακολούθως, η ανάλυση πέρασε στην κατάσταση της δημοκρατίας διεθνώς. Ο Καράσκο παρουσίασε την εικόνα ενός κόσμου όπου η ελευθερία του Τύπου, το κράτος δικαίου και η πραγματική δημοκρατία αποτελούν πλέον εξαίρεση και όχι κανόνα. Για την Ελλάδα, έκανε ειδική αναφορά στη χαμηλή θέση της χώρας σε διεθνείς δείκτες ελευθερίας του Τύπου και κράτους δικαίου, συνδέοντας το ζήτημα με την ποιότητα της δημοκρατίας και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.

Η συζήτηση άγγιξε και το θέμα των μετρητών και της οικονομικής επιτήρησης. Ο Καράσκο σημείωσε ότι η Ελλάδα έχει από τα αυστηρότερα όρια συναλλαγών με μετρητά στην Ευρώπη, ενώ προειδοποίησε για τον κίνδυνο τα ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών να οδηγήσουν σε απόλυτο οικονομικό έλεγχο. Κατά την ανάλυσή του, όταν κάθε συναλλαγή γίνεται ψηφιακά, τότε το κράτος ή οι πλατφόρμες μπορούν να γνωρίζουν όχι μόνο τι αγοράζει κάποιος, αλλά και να περιορίσουν ή να βαθμολογήσουν τη συμπεριφορά του.

Στο κομμάτι της βιομετρικής επιτήρησης, παρουσιάστηκαν παραδείγματα αναγνώρισης προσώπου, φωνής, DNA, δακτυλικών αποτυπωμάτων, ψηφιακών διαβατηρίων και ακόμη και εμφυτευμάτων RFID. Ο Καράσκο τόνισε ότι όλα αυτά μπορούν να συνδεθούν σε μία βάση δεδομένων και να δημιουργήσουν ένα πλήρες προφίλ του κάθε πολίτη. Αναφέρθηκε επίσης σε λογισμικά που αναπτύχθηκαν την περίοδο της πανδημίας για να αναγνωρίζουν ποιος φορά μάσκα και ποιος όχι, δείχνοντας πώς μια τεχνολογία που παρουσιάζεται ως υγειονομική μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό κοινωνικής συμμόρφωσης.

Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στο κινεζικό μοντέλο κοινωνικής βαθμολόγησης. Ο Καράσκο υπογράμμισε ότι δεν θα ήθελε να ζει ως πολίτης σε ένα σύστημα όπου η συμπεριφορά βαθμολογείται από το κράτος, ακόμη κι αν αυτό συνοδεύεται από υπερσύγχρονες υποδομές. Το κρίσιμο, όπως είπε, είναι ότι ανάλογα μοντέλα εμφανίζονται σταδιακά και στη Δύση, όχι πάντα με την ίδια ονομασία, αλλά με παρόμοια λογική.

Στο σκέλος των εκλογών, ο Καράσκο έθεσε σοβαρά ερωτήματα για την ψηφιακή ασφάλεια των εκλογικών διαδικασιών. Μίλησε για τρεις βασικούς τρόπους χειραγώγησης: την ψυχολογική επιρροή πριν από την κάλπη, την παρακολούθηση και συλλογή δεδομένων πολιτών, και την τεχνολογική παρέμβαση σε λογισμικά ή συστήματα μετάδοσης αποτελεσμάτων. Παρουσίασε παραδείγματα από bot farms, συσκευές συλλογής κινητών τηλεφώνων σε συγκεντρώσεις και τεχνικές αλλοίωσης αποτελεσμάτων σε ηλεκτρονικά συστήματα ψηφοφορίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ουσία δεν είναι να βγαίνουν γρήγορα τα αποτελέσματα, αλλά να είναι απολύτως φερέγγυα. Προειδοποίησε ότι όταν ένα αποτέλεσμα ανακοινώνεται άμεσα και διαμορφώνει δημόσια αντίληψη, είναι εξαιρετικά δύσκολο την επόμενη ημέρα να αμφισβητηθεί, ακόμη κι αν υπάρχουν ενδείξεις απόκλισης. Γι’ αυτό και ζήτησε διακομματικούς μηχανισμούς ελέγχου, καθαρούς εκλογικούς καταλόγους και διαδικασίες που δεν θα εξαρτώνται από ιδιωτικές εταιρείες.

Στο τελευταίο και πιο αιχμηρό μέρος της εκπομπής, η συζήτηση πέρασε στο Predator και στις παρακολουθήσεις στην Ελλάδα. Ο Καράσκο εξήγησε τις διαφορετικές κατηγορίες spyware: το zero-click, όπου ο χρήστης μολύνεται χωρίς να πατήσει τίποτα, το one-click, όπου απαιτείται πάτημα σε σύνδεσμο, τη φυσική πρόσβαση στη συσκευή και τα θεσμικά συστήματα επισύνδεσης. Εξήγησε ότι το Predator ανήκει στην κατηγορία των μισθοφορικών λογισμικών κατασκοπίας, ενώ το Pegasus αποτελεί παράδειγμα ακόμη πιο προηγμένου λογισμικού zero-click.

Ο ειδικός κυβερνοασφάλειας ανέφερε ότι ένα μολυσμένο κινητό μετατρέπεται σε πλήρη μηχανισμό παρακολούθησης. Το μικρόφωνο, η κάμερα, τα μηνύματα, οι εφαρμογές, τα αρχεία, ακόμη και οι επικοινωνίες σε εφαρμογές όπως Signal, WhatsApp, Viber και Telegram μπορούν να παρακολουθούνται, καθώς ο εισβολέας βλέπει ουσιαστικά ό,τι βλέπει και ο χρήστης.

Στάθηκε επίσης στο κόστος του Predator, εκτιμώντας ότι για δεκάδες στόχους μπορεί να απαιτείται ποσό δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ. Με βάση αυτό, έθεσε το ερώτημα πώς μπορεί ένας ιδιώτης να δαπανήσει τέτοια ποσά για να παρακολουθήσει πολιτικούς, δημοσιογράφους, υπουργούς ή στρατιωτικούς, χωρίς κάποιο ευρύτερο κίνητρο ή θεσμική γνώση.

Στο ίδιο πλαίσιο ανέφερε περιπτώσεις προσώπων που φέρονται να παρακολουθήθηκαν είτε από την ΕΥΠ είτε από Predator είτε και με τις δύο μεθόδους, μεταξύ των οποίων πολιτικοί, δημοσιογράφοι και σημαίνοντα δημόσια πρόσωπα. Για τον Καράσκο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος παρακολουθούσε, αλλά γιατί το πολιτικό σύστημα δεν αντέδρασε συνολικά.

Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η σύγκρισή του με δύο γυναίκες που υπήρξαν θύματα revenge porn και προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη. Ο Καράσκο είπε ότι αυτές οι γυναίκες έδειξαν μεγαλύτερο θάρρος από ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, επειδή υπερασπίστηκαν την προσωπικότητά τους και τα δικαιώματά τους, ενώ πολιτικοί και θεσμικοί παράγοντες που παρακολουθήθηκαν δεν κινήθηκαν με την ίδια αποφασιστικότητα.

Η εκπομπή έκλεισε με ευρύτερο προβληματισμό για το αν το Predator, τα Τέμπη, η διαχείριση της ψηφιακής πληροφορίας και η απουσία λογοδοσίας αποτελούν σημάδια ενός μεγαλύτερου πειράματος πάνω στην ελληνική κοινωνία. Ο Καράσκο συνέδεσε την τεχνολογική επιτήρηση με την πολιτική αδράνεια, την κρίση του κράτους δικαίου και την απαξίωση της ίδιας της ζωής όταν δεν αποδίδεται δικαιοσύνη.

Το βασικό συμπέρασμα της εκπομπής ήταν σαφές: η τεχνολογία μπορεί να γίνει εργαλείο προόδου μόνο όταν υπηρετεί τον άνθρωπο. Όταν όμως παραδίδεται ανεξέλεγκτα σε κράτη, εταιρείες, μυστικές υπηρεσίες και τεχνολογικές ελίτ, μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό επιτήρησης, χειραγώγησης και ψηφιακού ολοκληρωτισμού.

Back to top button