breaking newsΔιεθνή

Σάι Γκαλ: «Το Ιράν ήταν η πρόβα – Ο τουρκικός φάκελος είναι ανοικτός»

Την Τουρκία ως ένα σύνθετο, μακροπρόθεσμο και διαρκώς εξελισσόμενο στρατηγικό πρόβλημα για το Ισραήλ, την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου περιγράφει ο Ισραηλινός στρατηγικός σύμβουλος Σάι Γκαλ, σε εκτενή συνέντευξή του στο World Geostrategic Insights – WGI.World.

Ο ιδρυτής της Line of State και πρώην αντιπρόεδρος Εξωτερικών Σχέσεων της Israel Aerospace Industries αναλύει τη διεύρυνση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας, την ανάγκη δημιουργίας αυτόνομων δυνατοτήτων άμυνας στην Ανατολική Μεσόγειο, τη στρατηγική σημασία του οικονομικού διαδρόμου IMEC, τους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τον ρόλο της δημόσιας ισχύος στον σύγχρονο υβριδικό πόλεμο.

«Η Τουρκία είναι πιο σύνθετο πρόβλημα από το Ιράν»

Ο Σάι Γκαλ χαρακτηρίζει το Ιράν έναν πιο ευδιάκριτο αντίπαλο, καθώς η Τεχεράνη οικοδόμησε την απειλή της έξω από το δυτικό σύστημα και σε ευθεία αντιπαράθεση με αυτό. Η Τουρκία, αντίθετα, συγκεντρώνει ισχύ και επιρροή μέσα από το ίδιο το δυτικό σύστημα.

Παραμένει μέλος του ΝΑΤΟ, έχει πρόσβαση σε δυτικές αγορές, τεχνολογία, χρηματοδότηση και πολιτικά κέντρα, ενώ παράλληλα οικοδομεί στρατηγική αυτονομία και στρατιωτικές δυνατότητες που της επιτρέπουν να δρα πέρα από τους περιορισμούς των συμμάχων της.

Ο Γκαλ επισημαίνει ότι η τουρκική ισχύς δεν προβάλλεται πλέον μόνο από την Ανατολία. Η στρατιωτική και υλικοτεχνική παρουσία της Άγκυρας εκτείνεται στη Συρία, στα κατεχόμενα της Κύπρου, στη Λιβύη και στη Σομαλία, σχηματίζοντας ένα δίκτυο βάθους, πρόσβασης, πληροφοριών και επιχειρησιακής εμβέλειας γύρω από την ευρύτερη περίμετρο του Ισραήλ.

Στο ίδιο σύστημα εντάσσει την ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, των βαλλιστικών δυνατοτήτων, των μη επανδρωμένων συστημάτων, της ναυτικής ισχύος και της αεροδιαστημικής τεχνολογίας. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον πυρηνικό σταθμό του Ακούγιου, ο οποίος κατασκευάστηκε και λειτουργεί υπό ρωσικό έλεγχο, αλλά και στην πολιτική και οικονομική προστασία που, κατά τον ίδιο, παρέχει η Άγκυρα στη Χαμάς.

Ο Ισραηλινός αναλυτής θεωρεί ότι οι στρατιωτικές επεμβάσεις της Τουρκίας στη Λιβύη, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και στη Συρία απέδειξαν πως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι διατεθειμένος να μετατρέπει τη ρητορική σε στρατιωτικό τετελεσμένο.

Για τον λόγο αυτό, οι απειλές εναντίον του Ισραήλ και της Ελλάδας δεν πρέπει, κατά την εκτίμησή του, να αντιμετωπίζονται ως ρητορική για εσωτερική κατανάλωση. Όπως υποστηρίζει, η δηλωμένη πρόθεση της Τουρκίας, οι δυνατότητες που αποκτά και η προηγούμενη συμπεριφορά της αρχίζουν πλέον να ευθυγραμμίζονται.

«Ο φάκελος δεν αφορά μόνο τον Ερντογάν»

Ο Γκαλ προειδοποιεί ότι το Ισραήλ δεν πρέπει να θεωρεί πως η τουρκική αναθεωρητική πολιτική θα τερματιστεί αυτομάτως με την αποχώρηση του Ερντογάν από την εξουσία.

Όπως εξηγεί, ο κεμαλισμός και ο ισλαμισμός του σημερινού Τούρκου προέδρου αποτελούν διαφορετικά πολιτικά σχέδια. Παρ’ όλα αυτά, η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας, η περιφερειακή πρωτοκαθεδρία, το Κυπριακό, το Αιγαίο και η αντίσταση στους εξωτερικούς περιορισμούς αποκαλύπτουν μια βαθύτερη συνέχεια της τουρκικής κρατικής πολιτικής.

Ο Ερντογάν, σύμφωνα με τον ίδιο, άλλαξε περισσότερο το λεξιλόγιο και τον τρόπο προβολής της τουρκικής ισχύος παρά τον πυρήνα της.

Η ισραηλινή στρατηγική, επομένως, δεν μπορεί να στηρίζεται στην ελπίδα ότι μια μελλοντική τουρκική κυβέρνηση θα εγκαταλείψει τις στρατιωτικές βάσεις, τις υποδομές, τα περιφερειακά ερείσματα και την αμυντική ισχύ που έχει ήδη αποκτήσει η χώρα.

«Το Ιράν καθόρισε το δόγμα», σημειώνει ο Γκαλ, εξηγώντας ότι για το Ισραήλ η απόσταση δεν προσφέρει πλέον ασφάλεια και ότι ένα εχθρικό στρατιωτικό σύστημα πρέπει να αντιμετωπίζεται πριν παγιωθεί.

Το μήνυμά του προς την Άγκυρα είναι σαφές: η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ δεν μπορεί να της προσφέρει ασυλία, εάν οικοδομήσει στρατιωτικές υποδομές που περιορίζουν την ασφάλεια ή την επιχειρησιακή ελευθερία του Ισραήλ.

Τα κατεχόμενα ως «αβύθιστο αεροπλανοφόρο»

Ιδιαίτερα αιχμηρός είναι ο Σάι Γκαλ αναφορικά με την Κύπρο. Περιγράφει τα κατεχόμενα όχι ως μια περιοχή «παγωμένης σύγκρουσης», αλλά ως «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» και προκεχωρημένο στρατιωτικό βάθος της Τουρκίας μέσα στον χώρο ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναγνωρίζει ότι το τριμερές πλαίσιο συνεργασίας Ελλάδας, Κυπριακής Δημοκρατίας και Ισραήλ είναι υπαρκτό, αλλά υποστηρίζει ότι δεν έχει μετατραπεί ακόμη σε ολοκληρωμένη και αυτόνομη αρχιτεκτονική αποτροπής.

Οι κοινές ασκήσεις και η ανταλλαγή πληροφοριών δεν αρκούν. Πραγματική αποτροπή, κατά τον Γκαλ, υπάρχει όταν οι τρεις χώρες μπορούν να εντοπίσουν από κοινού μια απειλή, να λάβουν απόφαση πριν η Άγκυρα εκμεταλλευθεί τον δισταγμό τους, να αποκρούσουν την πρώτη κίνηση και να παραμείνουν επιχειρησιακά ενεργές χωρίς να περιμένουν άδεια από εξωτερικές δυνάμεις.

«Οι ΗΠΑ είναι πολλαπλασιαστής ισχύος, όχι προϋπόθεση δράσης»

Ο Γκαλ απορρίπτει την αντίληψη ότι Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ προστατεύονται από μία ενιαία αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας.

Η Ελλάδα ανήκει στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κυπριακή Δημοκρατία ανήκει στην ΕΕ, αλλά όχι στο ΝΑΤΟ. Το Ισραήλ δεν ανήκει σε κανέναν από τους δύο οργανισμούς και δεν διαθέτει συνθήκη αμοιβαίας άμυνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ.

Αυτή η γεωμετρία καθιστά, κατά τον Ισραηλινό αναλυτή, μη βιώσιμη την απόλυτη εξάρτηση από την Ουάσινγκτον. Η αμερικανική ισχύς μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή, δεν πρέπει όμως να αποτελεί προϋπόθεση για την ενεργοποίησή της.

Ο Γκαλ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο Άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε κράτος-μέλος που δέχεται ένοπλη επίθεση. Υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός πρέπει να μετατραπεί εκ των προτέρων σε επιχειρησιακό σχέδιο, με καθορισμένες δυνάμεις, υποδομές, διοίκηση, υλικοτεχνική υποστήριξη, βιομηχανική παραγωγή και πολιτική εξουσιοδότηση.

Μια εγγύηση που αρχίζει να ερμηνεύεται μετά την εκδήλωση της επίθεσης, υπογραμμίζει, έχει ήδη αποτύχει.

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρεί ότι η άμυνα της Κύπρου δεν μπορεί να έχει ως τελικό αποτέλεσμα απλώς την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση. Εάν η Τουρκία χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική υποδομή των κατεχομένων για να εκδηλώσει επίθεση, τότε η ίδια η υποδομή της κατοχής γίνεται μέρος του αμυντικού προβλήματος. Ως τελικός στόχος τίθεται η αποκατάσταση της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

IMEC: Το δίκτυο που δεν πρέπει να ελέγχει κανένας «θυρωρός»

Αναφερόμενος στον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, ο Σάι Γκαλ υποστηρίζει ότι οι σημερινές γεωπολιτικές εντάσεις μπορεί να καθυστερούν το πρόγραμμα, αλλά ταυτόχρονα καθιστούν την υλοποίησή του ακόμη πιο αναγκαία.

Ο IMEC δεν πρέπει να αποτελεί μία μοναδική εμπορική γραμμή, ευάλωτη σε έναν πόλεμο, έναν αποκλεισμό ή μια πολιτική απόφαση τρίτης χώρας. Πρέπει να εξελιχθεί σε πλέγμα εναλλακτικών λιμένων, διαδρομών, ασφαλιστικών μηχανισμών, χρηματοδοτικών φορέων, τελωνειακών υποδομών, δικτύων δεδομένων και ενεργειακών κόμβων.

Στη συνολική αυτή αρχιτεκτονική εντάσσει τον EastMed, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις της Μεσογείου και τον Κάθετο Διάδρομο, ο οποίος μπορεί να μεταφέρει ενέργεια προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουκρανία.

Ο Γκαλ προειδοποιεί ότι η μεταφορά ευρωπαϊκών εμπορικών και ενεργειακών ροών από τη Ρωσία προς διαδρόμους που ελέγχει η Τουρκία δεν αποτελεί πραγματική διαφοροποίηση. Απλώς μεταφέρει το δικαίωμα άσκησης βέτο από τη Μόσχα στην Άγκυρα.

Ως κρίσιμο δείκτη εισάγει την «έκθεση σε βέτο»: πόσες εξωτερικές κυβερνήσεις, τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ρυθμιστικές αρχές ή κράτη διέλευσης μπορούν να διακόψουν μια στρατηγική ροή σε περίοδο κρίσης.

Ο στόχος δεν πρέπει να είναι ένας φιλικότερος μονοπωλιακός ελεγκτής, αλλά ένα σύστημα στο οποίο κανένα κράτος και κανένας κόμβος δεν θα μπορεί να ασκήσει καταναγκασμό.

Πυρηνική ενέργεια στη Σαουδική Αραβία και η κόκκινη γραμμή

Ο Γκαλ θεωρεί ότι ένα σαουδαραβικό πρόγραμμα πυρηνικής ενέργειας, ενταγμένο σε αυστηρό αμερικανικό πλαίσιο, θα μπορούσε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Ισραήλ.

Θέτει, ωστόσο, συγκεκριμένες προϋποθέσεις: εφαρμογή του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, απαγόρευση αυτόνομου εμπλουτισμού και επανεπεξεργασίας, εξωτερικό έλεγχο του κύκλου των πυρηνικών καυσίμων και αποκλεισμό της Τουρκίας και του Πακιστάν από ευαίσθητους τομείς του προγράμματος.

Η απόλυτη κόκκινη γραμμή του Ισραήλ είναι η στρατιωτικοποίηση: η εκτροπή πυρηνικών υλικών, η δημιουργία μυστικών εγκαταστάσεων ή η απόκτηση αυτόνομης δυνατότητας κατασκευής όπλου.

Στην περίπτωση που μια πυρηνική υποδομή, όπως εκείνη που οικοδομείται στην Τουρκία, μετατραπεί σε συγκαλυμμένη στρατιωτική ικανότητα, ο Γκαλ θεωρεί ότι η εναέρια εξουδετέρωσή της μπορεί να καταστεί επιχειρησιακή επιλογή.

Τεχνητή νοημοσύνη: Ταχύτητα χωρίς κρίση σημαίνει ταχύτερο λάθος

Μεγάλο μέρος της συνέντευξης αφιερώνεται στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο Σάι Γκαλ εξηγεί ότι η προγνωστική τεχνητή νοημοσύνη δεν καταργεί τον παραδοσιακό κύκλο πληροφοριών, αλλά συμπιέζει τα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στη συλλογή, την ανάλυση και την εκτέλεση.

Το σύστημα μπορεί να εντοπίζει πρότυπα και ανωμαλίες με ταχύτητα που δεν μπορεί να επιτύχει ένας ανθρώπινος μηχανισμός. Δεν μπορεί, όμως, να αντιληφθεί με βεβαιότητα την πρόθεση του αντιπάλου. Η μηχανή υπολογίζει πιθανότητες, ενώ ο διοικητής εξακολουθεί να φέρει την ευθύνη για τις συνέπειες.

Ο σοβαρότερος κίνδυνος είναι η δημιουργία μιας ψευδούς, αλλά φαινομενικά ολοκληρωμένης εικόνας. Ένας αντίπαλος που γνωρίζει τα δεδομένα, τις συνήθειες συλλογής και τα όρια ενεργοποίησης ενός αλγορίθμου μπορεί να τροφοδοτήσει το σύστημα με παραπλανητικές ενδείξεις και να το οδηγήσει σε λάθος συμπέρασμα.

Ο Γκαλ θεωρεί ανεπαρκή ακόμη και τη γενική αρχή του «ανθρώπου μέσα στον κύκλο», όταν ο άνθρωπος απλώς επικυρώνει την εισήγηση του συστήματος. Οι διοικητές πρέπει να γνωρίζουν τα όρια, τις παραδοχές και τις πιθανές αστοχίες των μοντέλων, να εξετάζουν ανταγωνιστικές υποθέσεις και να διατηρούν τη δυνατότητα επιχειρήσεων ακόμη και χωρίς πρόσβαση στην τεχνητή νοημοσύνη.

«Το πλεονέκτημα ανήκει στη δύναμη που θα αποφασίσει πρώτη, χωρίς να εξαπατηθεί πρώτη», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η κυριαρχία δεν λειτουργεί από μόνη της

Η κεντρική ιδέα που διατρέχει ολόκληρη τη συνέντευξη είναι ότι η τυπική κυριαρχία, οι διακηρύξεις και οι διεθνείς συμφωνίες δεν αρκούν εάν δεν μετατρέπονται σε πραγματική δυνατότητα δράσης.

Κατά τον Σάι Γκαλ, μια κυβερνητική απόφαση δεν αποτελεί από μόνη της στρατιωτική ικανότητα. Ένας προϋπολογισμός δεν δημιουργεί αυτομάτως παραγωγή, μια προμήθεια δεν ισοδυναμεί με παράδοση και ένα μνημόνιο συνεργασίας δεν εξασφαλίζει πρόσβαση.

Τα κράτη πρέπει να αγοράζουν ετοιμότητα και όχι απλώς οπλικά συστήματα. Η ετοιμότητα περιλαμβάνει αποθέματα, βιομηχανικό βάθος, γραμμές παραγωγής, δυνατότητα επισκευών, εναλλακτικούς προμηθευτές, εγχώρια τεχνογνωσία και δυνατότητα αύξησης της παραγωγής σε περίοδο πολέμου.

Αντίστοιχα, η προστασία της εθνικής θέσης δεν μπορεί να περιορίζεται στην επικοινωνία ή στη διαχείριση της εικόνας. Ο Γκαλ ορίζει τη δημόσια ισχύ ως την ικανότητα ενός κράτους να μετατρέπει την πραγματικότητα, την αξιοπιστία και τη θεσμική του επιρροή σε χώρο λήψης αποφάσεων.

Η επιτυχία δεν μετριέται σε προβολές και αναρτήσεις, αλλά στο κατά πόσο ένα κοινοβούλιο ψηφίζει, ένας σύμμαχος παραμένει, μια άδεια εγκρίνεται, μια αγορά ανοίγει ή ένας αντίπαλος υποχρεώνεται να αναθεωρήσει τον σχεδιασμό του.

Η αξιοπιστία, καταλήγει, είναι στρατηγικό απόθεμα που οικοδομείται πριν από την κρίση και καταναλώνεται κατά τη διάρκειά της. Ένα κράτος δεν μπορεί να καλύψει με επικοινωνιακές τεχνικές πολιτικές και ενέργειες που διαψεύδουν το ίδιο του το μήνυμα.

Το τελικό συμπέρασμα του Σάι Γκαλ συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο, την τεχνητή νοημοσύνη, την αμυντική βιομηχανία και τη δημόσια ισχύ κάτω από την ίδια αρχή: η κυριαρχία δεν είναι ένας νομικός τίτλος που λειτουργεί αυτόματα. Απαιτεί υποδομές, δυνατότητες, κοινωνική νομιμοποίηση, βιομηχανική αντοχή και πολιτική βούληση.

Για την Ελλάδα, την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ισραήλ, αυτό σημαίνει ότι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από εξωτερικούς προστάτες. Οι τρεις χώρες πρέπει να είναι σε θέση να κρατήσουν τη γραμμή από την πρώτη ώρα, η Ευρώπη να διαθέτει την ικανότητα να τις στηρίξει και οι Ηνωμένες Πολιτείες να λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής ισχύος — όχι ως κάτοχος του κλειδιού.

Back to top button