Βαθιά αλλαγή στην εξωτερική πολιτική και στην εθνική στρατηγική της Αρμενίας σηματοδοτούν οι προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού Νικόλ Πασινιάν ενώπιον της αρμενικής Εθνοσυνέλευσης.
Παρουσιάζοντας το κυβερνητικό πρόγραμμα για την περίοδο 2026-2031, μετά την πρόσφατη εκλογική του νίκη, ο Πασινιάν ανακοίνωσε ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα της εξωτερικής πολιτικής του Ερεβάν.
Παράλληλα, δήλωσε ότι η κυβέρνησή του δεν σκοπεύει να συνεχίσει το λεγόμενο «κίνημα του Καραμπάχ», βάζοντας ουσιαστικά τέλος σε έναν από τους ιστορικότερους άξονες της αρμενικής εθνικής πολιτικής μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι δύο τοποθετήσεις δεν αποτελούν αποσπασματικές δηλώσεις. Εντάσσονται στη συνολική προσπάθεια του Πασινιάν να αναδιαμορφώσει την εξωτερική πολιτική, το Σύνταγμα και την ίδια την εθνική αφήγηση της Αρμενίας, ώστε να διευκολύνει τη συμφωνία με το Αζερμπαϊτζάν, την εξομάλυνση με την Τουρκία και τη συμμετοχή της χώρας στους νέους οικονομικούς και μεταφορικούς διαδρόμους του Νοτίου Καυκάσου.
Εκτός ατζέντας η διεθνής εκστρατεία αναγνώρισης
Η Γενοκτονία των Αρμενίων αποτελούσε επί δεκαετίες εμβληματικό στοιχείο της εξωτερικής πολιτικής του Ερεβάν και βασικό πεδίο δράσης της πολυπληθούς αρμενικής Διασποράς.
Η διεθνής αναγνώρισή της χρησιμοποιήθηκε ως μέσο ιστορικής δικαίωσης, διατήρησης της εθνικής μνήμης και άσκησης πίεσης προς την Τουρκία, η οποία εξακολουθεί να αρνείται τον γενοκτονικό χαρακτήρα των διωγμών και των μαζικών σφαγών των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Ο Πασινιάν, ωστόσο, ανακοίνωσε ότι η κυβέρνησή του αποφάσισε να μην αντιμετωπίζει πλέον τη διεθνή αναγνώριση ως προτεραιότητα της αρμενικής διπλωματίας.
Η διατύπωση δεν συνιστά τυπική άρνηση της Γενοκτονίας από την αρμενική κυβέρνηση. Σηματοδοτεί, όμως, τη σταδιακή απομάκρυνση του ζητήματος από τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, με προφανή στόχο τη μείωση των ιστορικών και πολιτικών εμποδίων στις σχέσεις με την Άγκυρα.
Η εξέλιξη προκαλεί ήδη έντονο προβληματισμό στην Αρμενία και στη Διασπορά, καθώς πολλοί θεωρούν ότι η νέα γραμμή της κυβέρνησης μετατρέπει ένα ζήτημα ιστορικής δικαιοσύνης σε διαπραγματεύσιμο στοιχείο της περιφερειακής πολιτικής.
Η αναφορά στο Ισραήλ
Για να αιτιολογήσει τη θέση του, ο Αρμένιος πρωθυπουργός υποστήριξε ότι ξένα κράτη χρησιμοποιούν κατά περίπτωση το ζήτημα της Γενοκτονίας για την εξυπηρέτηση των δικών τους γεωπολιτικών επιδιώξεων, χωρίς να ενδιαφέρονται πραγματικά για τη δικαίωση του αρμενικού λαού.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε το Ισραήλ. Σύμφωνα με τον Πασινιάν, η ισραηλινή κυβέρνηση προώθησε με μεγάλη ένταση τη διαδικασία αναγνώρισης, αλλά στη συνέχεια την εγκατέλειψε με την ίδια αποφασιστικότητα.
Ο Αρμένιος πρωθυπουργός κατηγόρησε, ουσιαστικά, διεθνείς δυνάμεις ότι μετατρέπουν τη μνήμη των θυμάτων σε όπλο στις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις, ενώ το πολιτικό και εθνικό κόστος εξακολουθούν να το υφίστανται οι ίδιοι οι Αρμένιοι.
Φιλοκυβερνητικά αρμενικά μέσα ενημέρωσης υποστηρίζουν ότι η διαδικασία αναγνώρισης από το Ισραήλ, η οποία είχε κινηθεί στα τέλη Ιουνίου 2026, αφαιρέθηκε τελικά από την ημερήσια διάταξη της Κνεσέτ και δεν οδηγήθηκε σε ψηφοφορία.
Κατά τις ίδιες αναφορές, καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν οι πολιτικές πιέσεις του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο διατηρεί στενότατες στρατηγικές σχέσεις με το Ισραήλ.
Το Μπακού αποτελεί σημαντικό ενεργειακό εταίρο του Ισραήλ, ενώ το Τελ Αβίβ έχει προσφέρει στο Αζερμπαϊτζάν προηγμένα οπλικά συστήματα και στρατιωτική τεχνογνωσία. Ισραηλινής κατασκευής μέσα χρησιμοποιήθηκαν και στις συγκρούσεις με τις αρμενικές δυνάμεις στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Η αναφορά Πασινιάν στο Ισραήλ, πάντως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η νέα πολιτική του Ερεβάν εξυπηρετεί πρωτίστως την προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με την Τουρκία.
Οι ήττες που άλλαξαν την Αρμενία
Η στροφή της κυβέρνησης Πασινιάν δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις στρατιωτικές ήττες της Αρμενίας απέναντι στο Αζερμπαϊτζάν και την απώλεια του Ναγκόρνο Καραμπάχ.
Με την αποφασιστική στρατιωτική και πολιτική υποστήριξη της Τουρκίας, το Μπακού ανέτρεψε τους συσχετισμούς ισχύος, ανέκτησε τα εδάφη που είχαν περάσει υπό αρμενικό έλεγχο και οδήγησε στον μαζικό εκτοπισμό του αρμενικού πληθυσμού του Καραμπάχ.
Η ηγεσία του Ερεβάν, έχοντας χάσει το στρατιωτικό και διπλωματικό περιθώριο αντίδρασης, επέλεξε την προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα. Η πολιτική Πασινιάν βασίζεται στην εκτίμηση ότι η επιβίωση και η οικονομική ανάπτυξη της Αρμενίας περνούν πλέον μέσα από τη συμφωνία με το Μπακού, τη σταδιακή προσέγγιση με την Άγκυρα και το άνοιγμα των περιφερειακών συνόρων.
Η επιλογή αυτή, ωστόσο, συνεπάγεται βαρύ πολιτικό και ιστορικό τίμημα. Η αρμενική κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να απομακρύνει από την επίσημη κρατική πολιτική ζητήματα ταυτότητας και ιστορικής μνήμης, τα οποία θεωρούνται από σημαντικό τμήμα της κοινωνίας αδιαπραγμάτευτα.
«Τέλος» και στο κίνημα του Καραμπάχ
Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η θέση του Πασινιάν για το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Ο Αρμένιος πρωθυπουργός δήλωσε ότι η κυβέρνησή του αποφάσισε να μην συνεχίσει, αλλά να τερματίσει το «κίνημα του Καραμπάχ».
Η συγκεκριμένη αναφορά συνδέεται άμεσα με τη σχεδιαζόμενη συνταγματική μεταρρύθμιση. Ο Πασινιάν υποστήριξε ότι το νέο Σύνταγμα δεν θα πρέπει να παραπέμπει στη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας του 1990.
Το Αζερμπαϊτζάν έχει επανειλημμένως απαιτήσει αλλαγές στο αρμενικό Σύνταγμα και στην επίσημη κρατική ρητορική, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες αναφορές μπορούν να ερμηνευθούν ως εδαφικές διεκδικήσεις κατά του Μπακού.
Η κυβέρνηση Πασινιάν εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να προχωρήσει στις σχετικές αλλαγές, προκειμένου να απομακρύνει ένα από τα τελευταία εμπόδια για την οριστικοποίηση της ειρηνευτικής συμφωνίας.
Το σχέδιο TRIPP και οι νέοι διάδρομοι
Κεντρική θέση στο νέο κυβερνητικό πρόγραμμα καταλαμβάνει το σχέδιο μεταφορικών διαδρόμων TRIPP, το οποίο παρουσιάζεται ως ευκαιρία για την άρση της γεωγραφικής και οικονομικής απομόνωσης της Αρμενίας.
Ο Πασινιάν υποστήριξε ότι το έργο θα επιτρέψει την απευθείας σιδηροδρομική σύνδεση Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν και θα ενσωματώσει τη χώρα στο ευρύτερο διεθνές σιδηροδρομικό δίκτυο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο αποκλεισμός της Αρμενίας έχει ήδη αρχίσει να περιορίζεται. Από τον Νοέμβριο του 2025, το σιδηροδρομικό δίκτυο του Αζερμπαϊτζάν μέσω Γεωργίας χρησιμοποιείται για αρμενικές εισαγωγές και εξαγωγές. Τον Μάιο του 2026 άνοιξε και η διαδρομή Αχαλκαλάκι–Καρς, διευκολύνοντας περαιτέρω τις εμπορικές ροές της Αρμενίας μέσω τουρκικού εδάφους.
Μέσω του TRIPP, το Ερεβάν προσδοκά να αποκτήσει σιδηροδρομική πρόσβαση προς τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία μέσω Αζερμπαϊτζάν, αλλά και σύνδεση με το Ιράν. Το σχέδιο εντάσσεται στη δημιουργία ενός ευρύτερου άξονα ανάμεσα στον Περσικό Κόλπο, τον Νότιο Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα.
Μια νέα Αρμενία με βαρύ τίμημα
Η στρατηγική Πασινιάν είναι σαφής: εγκατάλειψη των πολιτικών που θεωρεί ότι κρατούσαν τη χώρα εγκλωβισμένη στις συγκρούσεις του παρελθόντος και προσανατολισμός στην οικονομική διασύνδεση, στην ειρήνευση με το Αζερμπαϊτζάν και στην εξομάλυνση με την Τουρκία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν πρόκειται για ρεαλιστική προσαρμογή μιας ηττημένης χώρας ή για σταδιακή εγκατάλειψη θεμελιωδών εθνικών ζητημάτων υπό την πίεση Άγκυρας και Μπακού.
Η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν παύει να αποτελεί ιστορικό και ηθικό αίτημα επειδή υποβαθμίζεται από μια κυβέρνηση. Ωστόσο, η απόφαση του Πασινιάν αφαιρεί από το ζήτημα τον επίσημο μηχανισμό προώθησης του αρμενικού κράτους και μεταφέρει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στην Εκκλησία, στη Διασπορά και στις οργανώσεις μνήμης.
Για πρώτη φορά, το Ερεβάν δείχνει έτοιμο να αφήσει ταυτόχρονα πίσω του τόσο τη διεθνή εκστρατεία αναγνώρισης της Γενοκτονίας όσο και το κίνημα του Καραμπάχ. Πρόκειται για πραγματικό τέλος εποχής — και για μια ιστορική στροφή, οι συνέπειες της οποίας θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα της Αρμενίας.