breaking newsΔιεθνή

Στενεύει ο κλοιός για την Τουρκία: Ιρανικό αέριο ή ρήξη με τον Τραμπ – Τι αναφέρει το Bloomberg

a turkey flag flying in front of a city

Αντιμέτωπη με ένα σοβαρό ενεργειακό και γεωπολιτικό δίλημμα βρίσκεται η Τουρκία, καθώς η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ απειλεί με οικονομικές κυρώσεις όσες χώρες εξακολουθήσουν να συναλλάσσονται με το Ιράν μετά την εκπνοή της προθεσμίας που αναμένεται να θέσει η Ουάσιγκτον.

Η Άγκυρα είναι σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της Τεχεράνης και εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις εισαγωγές ιρανικού φυσικού αερίου. Ενδεχόμενη συμμόρφωσή της με τις αμερικανικές απαιτήσεις θα μπορούσε να της στερήσει έναν από τους σημαντικότερους και γεωγραφικά εγγύτερους ενεργειακούς προμηθευτές της.

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, οι προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον δημιουργούν πλέον σοβαρά ερωτήματα για το πώς η Τουρκία θα διαχειριστεί μια πιθανή διακοπή ή δραστική μείωση των οικονομικών και ενεργειακών δεσμών της με το Ιράν.

Η Άγκυρα δεν διέκοψε τις εισαγωγές ιρανικού φυσικού αερίου ούτε κατά τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης, όταν, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Τουρκία αποτέλεσε στόχο τεσσάρων ιρανικών πυραύλων. Η επιλογή αυτή δείχνει τη σημασία που αποδίδει η τουρκική κυβέρνηση στη διατήρηση των ενεργειακών ροών, ακόμη και σε συνθήκες μεγάλης περιφερειακής αστάθειας.

Από το Ιράν το 13% του φυσικού αερίου

Το 2025 η Τουρκία εισήγαγε από το Ιράν περίπου 7,7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Η ποσότητα αντιστοιχούσε περίπου στο 13% της συνολικής κατανάλωσης της χώρας, σύμφωνα με στοιχεία της τουρκικής ρυθμιστικής αρχής ενέργειας.

Το Ιράν ήταν ο τέταρτος μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Τουρκίας, μετά τη Ρωσία, το Αζερμπαϊτζάν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι ροές μέσω αγωγού συνεχίστηκαν ακόμη και μετά την έναρξη των αμερικανικών και ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών στην Ισλαμική Δημοκρατία στα τέλη Φεβρουαρίου. Καταγράφηκε μόνο μία σύντομη διακοπή, μετά την επίθεση στο τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου South Pars.

Η εξάρτηση από το ιρανικό αέριο δεν είναι αμελητέα. Παρότι η Τουρκία έχει διευρύνει το ενεργειακό της χαρτοφυλάκιο, η αντικατάσταση 7,7 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων σε σύντομο χρονικό διάστημα θα απαιτούσε αυξημένες και πιθανότατα ακριβότερες εισαγωγές από άλλες πηγές.

Ανθεκτικές οι εμπορικές σχέσεις

Παρά τον πόλεμο και την περιφερειακή αναταραχή, οι εμπορικές σχέσεις Άγκυρας–Τεχεράνης παρέμειναν ισχυρές.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, το διμερές εμπόριο διαμορφώθηκε περίπου στα 3,1 δισ. δολάρια, παρουσιάζοντας μείωση μόλις 3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο της προηγούμενης χρονιάς.

Παράλληλα, ανέκαμψε και η τουριστική κίνηση από το Ιράν. Οι Ιρανοί επισκέπτες αντιπροσώπευαν το 5,5% του συνόλου των ξένων αφίξεων στην Τουρκία κατά τους πρώτους επτά μήνες του έτους, αποδεικνύοντας ότι οι οικονομικοί δεσμοί των δύο γειτονικών χωρών δεν περιορίζονται στον ενεργειακό τομέα.

Η προειδοποίηση Μπέσεντ

Το νέο δεδομένο προέκυψε από τη δήλωση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο οποίος προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε χώρα συνεχίσει να συναλλάσσεται με το Ιράν μετά την εκπνοή μιας —μέχρι στιγμής αδιευκρίνιστης— προθεσμίας θα πρέπει να αναμένει οικονομικές κυρώσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να επικοινωνεί προσωπικά με ηγέτες κρατών, διατυπώνοντας συγκεκριμένα αιτήματα για τον περιορισμό των συναλλαγών με την Τεχεράνη. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρείται πιθανή μια απευθείας παρέμβαση του Λευκού Οίκου προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Οι δύο Πρόεδροι διατηρούν καλές προσωπικές σχέσεις. Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Τραμπ εξήρε τον Τούρκο ομόλογό του, χαρακτηρίζοντάς τον πολύ πιο «πιστό» σε σχέση με άλλες χώρες. Είχαν επίσης τηλεφωνική επικοινωνία πριν από μία εβδομάδα, σύμφωνα με το τουρκικό κρατικό πρακτορείο Anadolu.

Στη ζυγαριά τα F-35 και τα F-16

Ο Ερντογάν θεωρείται απίθανο να επιλέξει μια μετωπική σύγκρουση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα επιχειρεί να αποκαταστήσει πλήρως τις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.

Η Τουρκία αναζητεί τρόπο να απαλλαγεί από τον ρωσικό αμυντικό εξοπλισμό που προκάλεσε την κρίση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προκειμένου να ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή της στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.

Παράλληλα, διεκδικεί την επανένταξή της στην κοινοπραξία παραγωγής του αεροσκάφους πέμπτης γενιάς, καθώς και την αγορά νέων και αναβαθμισμένων μαχητικών F-16. Στην εξίσωση προστίθεται η προγραμματισμένη επίσκεψη του Ερντογάν στην Ουάσιγκτον τον επόμενο μήνα.

«Ο Ερντογάν δεν θα έκανε τίποτα που θα αναστάτωνε τον Τραμπ και θα έθετε σε κίνδυνο τη βελτίωση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον, ενόψει των εκλογών σε λιγότερο από δύο χρόνια», εκτίμησε ο στρατηγικός αναλυτής του τουρκικού think tank TEPAV, Νιχάτ Αλί Οζτζάν.

Κατά τον ίδιο, η Άγκυρα είναι πιθανό να ταχθεί καθαρά στο πλευρό της Ουάσιγκτον, ακόμη και εάν αναγκαστεί να αναζητήσει ακριβότερες προμήθειες ενέργειας πριν από τον χειμώνα.

Ο φάκελος της Halkbank

Στις αποφάσεις της τουρκικής κυβέρνησης βαραίνει και η υπόθεση της κρατικής τράπεζας Türkiye Halk Bankasi, η οποία είχε προκαλέσει σοβαρή κρίση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Η Halkbank κατηγορήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες ότι συμμετείχε σε μηχανισμό παραβίασης των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Η υπόθεση παρέμενε για χρόνια ανοικτή, αποτελώντας σταθερή πηγή πίεσης προς την Άγκυρα.

Ωστόσο, σε ένδειξη βελτίωσης των διμερών σχέσεων, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε τον Ιούνιο από δικαστή να απορρίψει την υπόθεση. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι ο Ερντογάν δεν θα θελήσει να διακινδυνεύσει τη νέα περίοδο προσέγγισης με την Ουάσιγκτον για χάρη της διατήρησης των συναλλαγών με την Τεχεράνη.

Το «make-up gas» και η λήξη της συμφωνίας

Η Τουρκία εξακολουθεί να εισάγει ιρανικό αέριο παρά το γεγονός ότι η 25ετής σύμβαση των δύο χωρών έληξε στα τέλη Ιουλίου. Η συμφωνία προέβλεπε την προμήθεια έως 9,5 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου τον χρόνο.

Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν το θέμα, οι ποσότητες που εξακολουθούν να παραδίδονται αποτελούν το λεγόμενο «make-up gas». Πρόκειται για αέριο που είχε πληρωθεί από την Τουρκία, αλλά δεν είχε παραδοθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης.

Το Ιράν είχε ανακοινώσει το 2024 ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για νέα συμφωνία, ενδεχομένως με αυξημένες ποσότητες. Τον Απρίλιο, ωστόσο, ο Τούρκος υπουργός Ενέργειας Αλπαρσλάν Μπαϊρακτάρ δήλωσε ότι δεν διεξάγονταν συνομιλίες λόγω του πολέμου.

Ο ίδιος είχε παραδεχθεί τη σημασία της ιρανικής διαδρομής, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα «ίσως χρειαστεί αυτόν τον αγωγό ή τη ροή φυσικού αερίου από το Ιράν για την ασφάλεια του εφοδιασμού της».

Η λύση του LNG

Εάν η Τουρκία υποχρεωθεί να περιορίσει τις εισαγωγές από το Ιράν, η βασικότερη άμεση εναλλακτική είναι η αύξηση των προμηθειών υγροποιημένου φυσικού αερίου. Σε αυτές θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σημαντικές πρόσθετες ποσότητες αμερικανικού LNG, γεγονός που θα εξυπηρετούσε ταυτόχρονα τις ενεργειακές ανάγκες της Άγκυρας και τα εμπορικά συμφέροντα της Ουάσιγκτον.

Η Τουρκία έχει επενδύσει τα τελευταία χρόνια σε τερματικούς σταθμούς και πλωτές μονάδες αποθήκευσης και επαναεριοποίησης, ενισχύοντας την ικανότητά της να εισάγει LNG από διαφορετικούς προμηθευτές. Έχει επίσης υπογράψει νέες συμβάσεις για αέριο μέσω αγωγών, ενώ αυξάνει την εγχώρια παραγωγή από το υπεράκτιο κοίτασμα Sakarya στη Μαύρη Θάλασσα.

Ο Μπαϊρακτάρ δήλωσε τον Αύγουστο ότι οι αποθηκευτικοί χώροι της χώρας είναι γεμάτοι. Πρόσθετες ποσότητες φυσικού αερίου από το Αζερμπαϊτζάν αναμένονται από το 2029, δεν αποτελούν όμως άμεση λύση για την κάλυψη ενός πιθανού κενού πριν από τον φετινό χειμώνα.

Η Τουρκία διαθέτει, συνεπώς, εναλλακτικές επιλογές, αλλά όχι χωρίς κόστος. Η αντικατάσταση του ιρανικού αερίου μπορεί να επιτευχθεί, όμως ενδέχεται να αυξήσει τις τιμές εισαγωγής και να ενισχύσει προσωρινά την ενεργειακή εξάρτηση της Άγκυρας από άλλους προμηθευτές.

Το τελικό δίλημμα είναι καθαρό: η τουρκική κυβέρνηση καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη διατήρηση μιας κρίσιμης ενεργειακής σχέσης με το Ιράν και στην προστασία της στρατηγικής επαναπροσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τα F-35, τη Halkbank και την επίσκεψη Ερντογάν στην Ουάσιγκτον να βρίσκονται στο τραπέζι, η πολιτική πλάστιγγα φαίνεται να γέρνει προς τον Τραμπ — ακόμη και αν το τίμημα για την Τουρκία είναι ακριβότερη ενέργεια.

Back to top button