Έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών προκαλεί σχέδιο της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ για τη δημιουργία μιας ενιαίας βάσης δεδομένων που θα περιλαμβάνει όλους τους στόχους ξένης κατασκοπείας των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το Γραφείο του Διευθυντή Εθνικών Πληροφοριών (Office of the Director of National Intelligence – ODNI) έχει ζητήσει από το FBI και τη CIA να παραδώσουν τα ονόματα όλων των προσώπων που αποτελούν στόχους αντικατασκοπείας, συμπεριλαμβανομένων υπόπτων για κατασκοπεία αλλά και πιθανών στρατολογήσεων από τις αμερικανικές υπηρεσίες.
Στόχος της πρωτοβουλίας, σύμφωνα με το ODNI, είναι η δημιουργία ενός κεντρικού καταλόγου που θα επιτρέπει καλύτερο συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών, θα αποτρέπει επικαλύψεις στις επιχειρήσεις και θα διευκολύνει την παρακολούθηση των ξένων απειλών σε πραγματικό χρόνο.
Αντίσταση από FBI και CIA
Το σχέδιο, ωστόσο, συναντά ισχυρές αντιδράσεις από τις δύο μεγαλύτερες υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ.
Ανώτεροι αξιωματούχοι του FBI και της CIA εμφανίζονται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να αρνούνται μέχρι στιγμής να παραδώσουν τα ζητούμενα στοιχεία, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις τόσο για τη σκοπιμότητα όσο και για την ασφάλεια ενός τέτοιου μητρώου.
Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία ούτε για τα βασικά ζητήματα λειτουργίας της λίστας, όπως ο τρόπος δημιουργίας, η διαχείριση, η συνεχής ενημέρωση και κυρίως η προστασία των άκρως απόρρητων πληροφοριών που θα περιλαμβάνει.
Φόβοι για αποκάλυψη ευαίσθητων επιχειρήσεων
Στελέχη των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, εν ενεργεία και πρώην, εκφράζουν φόβους ότι η συγκέντρωση τόσο ευαίσθητων πληροφοριών σε μία ενιαία βάση δεδομένων θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο μακροχρόνιες επιχειρήσεις αντικατασκοπείας.
Για το FBI, ένας τέτοιος κατάλογος θα περιλάμβανε πρόσωπα που παρακολουθούνται με στόχο μελλοντικές συλλήψεις για κατασκοπεία. Για τη CIA, αντίστοιχα, θα περιλάμβανε μεγάλο αριθμό πιθανών πληροφοριοδοτών ή υποψήφιων συνεργατών στο εξωτερικό, στοιχεία που θεωρούνται από τα πλέον διαβαθμισμένα στο σύστημα πληροφοριών των ΗΠΑ.
Οι πληροφορίες αυτές προστατεύονται αυστηρά ακόμη και στο εσωτερικό των ίδιων των υπηρεσιών και είναι προσβάσιμες μόνο σε περιορισμένο αριθμό στελεχών.
Η σκιά των πολιτικών παρεμβάσεων
Η διαμάχη αναδεικνύει και τις τεταμένες σχέσεις μεταξύ του ODNI και των παραδοσιακών υπηρεσιών πληροφοριών μετά τις αλλαγές που προώθησε η κυβέρνηση Τραμπ.
Οι New York Times επισημαίνουν ότι η δυσπιστία ενισχύθηκε μετά τη θητεία της πρώην διευθύντριας Τάλσι Γκάμπαρντ, η οποία προχώρησε σε σημαντικές περικοπές προσωπικού και προώθησε πρωτοβουλίες που θεωρήθηκαν ευθυγραμμισμένες με τις πολιτικές προτεραιότητες του προέδρου Τραμπ, μεταξύ των οποίων και η διερεύνηση ισχυρισμών περί εκλογικής νοθείας.
Την ίδια ώρα, προσωρινός επικεφαλής του ODNI είναι ο Μπιλ Πούλτε, στέλεχος με προϋπηρεσία στον τομέα της στέγασης και χωρίς προηγούμενη εμπειρία στις υπηρεσίες πληροφοριών, γεγονός που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έχει ενισχύσει τις ανησυχίες για τον τρόπο διαχείρισης εξαιρετικά ευαίσθητων μυστικών πληροφοριών.
Ένα ζήτημα που αγγίζει τον πυρήνα της αντικατασκοπείας
Η υπόθεση αποκαλύπτει τις βαθιές διαφωνίες που υπάρχουν στους κόλπους της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών σχετικά με την ισορροπία ανάμεσα στον καλύτερο συντονισμό των υπηρεσιών και στην προστασία των πλέον απόρρητων επιχειρήσεων.
Παρά τις πιέσεις του ODNI, η δημιουργία της ενιαίας λίστας δεν έχει προχωρήσει ουσιαστικά, καθώς το FBI και η CIA εξακολουθούν να προβάλλουν αντιστάσεις, θεωρώντας ότι μια τέτοια συγκέντρωση πληροφοριών θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο διαρροών ή ακόμη και να θέσει σε κίνδυνο επιχειρήσεις και ανθρώπινες πηγές που βρίσκονται σε εξέλιξη.