breaking newsΔιεθνή

Η ΕΕ αναβαθμίζει χωρίς όρους την Τουρκία

Μια συνολική, ιδιαίτερα αιχμηρή ανάγνωση των εξελίξεων από τα Στενά του Ορμούζ έως τις Βρυξέλλες, την Άγκυρα, την Κύπρο και το Αιγαίο παρουσίασε ο Σταύρος Καλεντερίδης στην παρέμβασή του.

Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκαν η συζήτηση για νέο μηχανισμό ασφάλειας και χρεώσεων στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ, η επαναπροσέγγιση Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, οι επιδιώξεις της Άγκυρας σε ΝΑΤΟ και ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά και η στάση Αθήνας και Λευκωσίας απέναντι στο Κυπριακό και την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.

Ο αναλυτής υποστήριξε ότι διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα στα Στενά του Ορμούζ, η οποία, κατά την εκτίμησή του, θα έχει οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος για τη διεθνή ναυτιλία και τελικά για τους καταναλωτές.

Αναφερόμενος σε δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν και σε πληροφορίες διπλωματικών πηγών, σημείωσε ότι βρίσκεται σε συζήτηση ένας μηχανισμός «εθελοντικών» εισφορών για υπηρεσίες ασφάλειας της ναυσιπλοΐας, αντιμετώπιση ατυχημάτων, έκτακτων περιστατικών και ρύπανσης.

Κατά τον Σταύρο Καλεντερίδη, η ουσία δεν αλλάζει από τον τρόπο με τον οποίο θα βαφτιστεί η επιβάρυνση. Υποστήριξε ότι, σε μια περιοχή που βρίσκεται υπό την άμεση στρατιωτική επιρροή του Ιράν, οι «εθελοντικές» εισφορές μπορούν στην πράξη να λειτουργήσουν ως υποχρεωτικές.

Ιδιαίτερη σημασία έδωσε στο γεγονός ότι το Ιράν, όπως ανέφερε, πιέζει για κοινό μηχανισμό διαχείρισης με το Ομάν και αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να κινηθεί μονομερώς εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία. Στην ανάγνωσή του, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η Τεχεράνη επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τη στρατιωτική και γεωπολιτική της επιρροή στην κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία.

Ο ίδιος εκτίμησε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε σημαντική πολιτική νίκη για το Ιράν και αρνητική εξέλιξη για Ηνωμένες Πολιτείες και Ισραήλ. Υποστήριξε επίσης ότι το κόστος μιας νέας επιβάρυνσης στη ναυσιπλοΐα θα μετακυλιστεί αναπόφευκτα στην παγκόσμια αγορά και στους τελικούς καταναλωτές.

Από τα Στενά του Ορμούζ, ο Καλεντερίδης πέρασε στα ελληνοτουρκικά και στην υπόθεση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου. Επικρίνοντας δημόσιες τοποθετήσεις που ζητούν «συμβιβαστικές» ή «win-win» λύσεις με την Τουρκία, υποστήριξε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει ως διαπραγματεύσιμα τα κυριαρχικά της δικαιώματα και την υλοποίηση έργων σε οριοθετημένες θαλάσσιες ζώνες.

Κατά τον ίδιο, η συζήτηση για το καλώδιο δεν αφορά έναν «ανέξοδο παλικαρισμό», αλλά τη δυνατότητα της Ελλάδας και της Κύπρου να προχωρήσουν σε έργα στρατηγικής σημασίας χωρίς να δημιουργούνται τετελεσμένα από την τουρκική απειλή ή παρεμπόδιση.

Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και την κριτική του προς την πολιτική ηγεσία Ελλάδας και Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη καθαρής δημόσιας γραμμής επιτρέπει σε τρίτους να αντιμετωπίζουν την τουρκική αμφισβήτηση ως μια απλή διμερή διαφορά και όχι ως πρόβλημα παραβίασης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Σχολίασε ακόμη τη στάση του Νικόλ Πασινιάν απέναντι στην ισραηλινή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο Καλεντερίδης άσκησε κριτική στον πρωθυπουργό της Αρμενίας επειδή δεν προχώρησε, όπως είπε, σε μια δημόσια και καθαρή τοποθέτηση υπέρ της αναγνώρισης, ερμηνεύοντας τη στάση αυτή ως αποτέλεσμα ευρύτερων γεωπολιτικών πιέσεων στην περιοχή του Καυκάσου.

Το μεγαλύτερο μέρος της παρέμβασής του, ωστόσο, επικεντρώθηκε στη συνάντηση Ευρωπαίων αξιωματούχων με τον Χακάν Φιντάν στην Τουρκία και στο κοινό πλαίσιο που διαμορφώνεται για τις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Ο Σταύρος Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να επαναφέρει την Τουρκία στο κέντρο μιας ευρύτερης ατζέντας συνεργασίας, η οποία περιλαμβάνει την οικονομία, το εμπόριο, τη μετανάστευση, την ασφάλεια, τη συνδεσιμότητα, την ενέργεια και τις μεταφορές.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις αναφορές για βελτίωση και εκσυγχρονισμό της Τελωνειακής Ένωσης, για πιθανή σύνδεση της Τουρκίας με τον ενιαίο χώρο πληρωμών σε ευρώ και για συνέχιση του διαλόγου γύρω από τη φιλελευθεροποίηση των θεωρήσεων εισόδου.

Κατά την εκτίμησή του, αυτές οι εξελίξεις αποτελούν ουσιαστική αναβάθμιση της Τουρκίας, χωρίς να έχουν προηγουμένως τεθεί από την Ευρώπη –και πρωτίστως από Αθήνα και Λευκωσία– σαφείς όροι για την κατοχή της Κύπρου, τις παραβιάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και τις τουρκικές απειλές απέναντι στην Ελλάδα.

Ο αναλυτής επέκρινε επίσης το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, στο πλαίσιο των ευρωτουρκικών συζητήσεων η αναφορά στο Κυπριακό περιορίστηκε στη στήριξη των προσπαθειών του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, χωρίς σαφή αναφορά στην τουρκική εισβολή και κατοχή.

Για τον ίδιο, αυτή η διατύπωση δείχνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει προτεραιότητα στη συνεργασία με την Άγκυρα και στη διαχείριση κοινών συμφερόντων, αντί να χρησιμοποιεί τις ευρωτουρκικές σχέσεις ως μοχλό πίεσης για το Κυπριακό.

Το επόμενο πεδίο που ανέδειξε ήταν το ΝΑΤΟ και η αμυντική βιομηχανία. Αναφερόμενος σε δηλώσεις της τουρκικής πλευράς, υποστήριξε ότι η Άγκυρα εξετάζει επιλογές για αμερικανικά Patriot και γαλλοϊταλικά SAMP/T, όχι όμως ως απλές αγορές οπλικών συστημάτων.

Το κρίσιμο στοιχείο, όπως τόνισε, είναι ότι η Τουρκία ζητεί μεταφορά τεχνολογίας, κοινή παραγωγή και συμπαραγωγή. Κατά τον Καλεντερίδη, η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει κάθε εξοπλιστική συμφωνία σε εργαλείο ενίσχυσης της δικής της αμυντικής βιομηχανίας και της εγχώριας παραγωγικής βάσης.

Στην ίδια λογική εντάσσει και την πίεση της Τουρκίας για ενεργότερη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες άμυνας και ασφάλειας. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα παρουσιάζει τον αποκλεισμό της ως στρατηγικό λάθος για την Ευρώπη και επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση, τη στρατιωτική της ισχύ και τις περιφερειακές κρίσεις για να κερδίσει νέο ρόλο.

Ο Σταύρος Καλεντερίδης έκλεισε την παρέμβασή του με τη θέση ότι η Ελλάδα πρέπει να αντλήσει μάθημα από τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία διεκδικεί τεχνολογία, συμπαραγωγή και στρατηγικό βάθος στις αμυντικές συμφωνίες της.

Το βασικό μήνυμα της ανάλυσής του ήταν ότι η Αθήνα και η Λευκωσία δεν μπορούν να λειτουργούν παθητικά μπροστά σε μια ταχεία αναδιάταξη ισχύος. Από το Ορμούζ έως την Κύπρο και από το ΝΑΤΟ έως την ευρωπαϊκή άμυνα, κατά τον ίδιο, διαμορφώνονται αποφάσεις που θα επηρεάσουν άμεσα τον ελληνισμό τα επόμενα χρόνια.

Back to top button