Ως υβριδική επίθεση με χρήση προηγμένων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης χαρακτηρίζουν κυβερνητικές πηγές την υπόθεση της συνομιλίας του Γενικού Γραμματέα Εθνικής Ασφάλειας, Θάνου Ντόκου, με τους γνωστούς Ρώσους φαρσέρ Vovan & Lexus, οι οποίοι εμφανίστηκαν ως Ουκρανοί αξιωματούχοι.
Σύμφωνα με την κυβερνητική πλευρά, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας δεν υπήρξε διαρροή εμπιστευτικής ή απόρρητης πληροφορίας, ενώ ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη πρόγραμμα αναβάθμισης της ασφάλειας των επικοινωνιών.
«Πρόκειται για υβριδικού χαρακτήρα επίθεση με διείσδυση στα πρωτόκολλα ασφαλείας, μέσω χρήσης εξαιρετικά προηγμένης τεχνολογίας Τεχνητής Νοημοσύνης. Καμία διαρροή εμπιστευτικής ή απόρρητης πληροφορίας δεν προέκυψε κατά τη διάρκεια της συνομιλίας», αναφέρουν κυβερνητικές πηγές.
Το περιστατικό αφορά τηλεδιάσκεψη στην οποία οι Vovan & Lexus προσποιήθηκαν Ουκρανούς αξιωματούχους και φέρονται να συνομίλησαν με τον κ. Ντόκο για το ενδεχόμενο νέου περιστατικού με drone κοντά σε ελληνικά νησιά, μετά την υπόθεση ουκρανικού drone ανοιχτά της Λευκάδας.
Στη συνομιλία, ο κ. Ντόκος εμφανίζεται να εκφράζει έντονη ανησυχία για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει ένα νέο επεισόδιο σε ελληνικά χωρικά ύδατα, ιδίως μέσα στη θερινή τουριστική περίοδο, με αυξημένη ναυσιπλοΐα και μεγάλη τουριστική κίνηση.
Όπως φέρεται να σημειώνει, η Ελλάδα κατανοεί τις ανάγκες του πολέμου, αλλά δεν επιθυμεί τη μεταφορά του στην ελληνική επικράτεια ή στα χωρικά της ύδατα. Παράλληλα, εμφανίζεται να προειδοποιεί ότι ένα τέτοιο περιστατικό θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις Ελλάδας–Ουκρανίας, αλλά και να επηρεάσει τη συνοχή ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σάλος από φερόμενη συνομιλία Ντόκου με Ρώσους φαρσέρ: Drones, Ουκρανία και αναφορά σε εκλογές
Στο επίμαχο υλικό, ο Γενικός Γραμματέας Εθνικής Ασφάλειας φέρεται επίσης να αναφέρεται σε εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις και σε αποστολή του διοικητή της ΕΥΠ στο Κίεβο, στοιχεία που προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης.
Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε την παραίτηση του κ. Ντόκου, κάνοντας λόγο για πρωτοφανές περιστατικό και ζητώντας απαντήσεις από την κυβέρνηση ως προς τη γνησιότητα του υλικού, το εύρος της συνομιλίας και τις πληροφορίες που ανταλλάχθηκαν.
Από την κυβέρνηση αντιτείνουν ότι αντίστοιχες επιθέσεις έχουν σημειωθεί και στο παρελθόν εναντίον υψηλόβαθμων Ευρωπαίων αξιωματούχων, όπως ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο Αντρέι Ντούντα και ο Μπεν Γουάλας, οι οποίοι είχαν πέσει θύματα παρόμοιων τηλεφωνικών ή διαδικτυακών παγίδων.
Η υπόθεση, πάντως, ανοίγει ευρύτερη συζήτηση για την ασφάλεια των επικοινωνιών υψηλόβαθμων κρατικών στελεχών σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνητή νοημοσύνη, οι deepfake τεχνικές και οι υβριδικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούνται όλο και συχνότερα ως εργαλεία πολιτικής πίεσης, παραπλάνησης και αποσταθεροποίησης.